Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

"Και τώρα ανθρωπάκο" Hans Fallada # "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" Lee Harper

Δύο βιβλία που διάβασα πρόσφατα. Και τα δύο αναφέρονται στη δεκαετία του 30, του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλία του Fallada, στο Βερολίνο, μια μεγαλούπολη της προπολεμικής Γερμανίας γεμάτη αντιθέσεις και το βιβλίο της Harper, στο Μέικομπ της Αλαμπάμα, μια φαινομενικά φιλήσυχη, μικρή πόλη, του Αμερικανικού Νότου. Στο βιβλίο του Fallada, βλέπουμε τους πρωταγωνιστές του, τον
Μικρό και το Μανάρι του (έτσι προσφωνούσε ο ένας τον άλλο) να βιώνουν την οικονομική κρίση στις παραμονές της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία ( 1933 ) προσπαθώντας να την ξεπεράσουν στηριζόμενοι στην μεταξύ τους αγάπη. Χαρακτηριστική είναι η τελευταία κουβέντα, που λέει, το Μανάρι στον τσακισμένο από την ανεργία Μικρό της: "Εμένα μπορείς να με κοιτάς όμως! Πάντα! Πάντα! Είσαι μαζί μου, έχουμε ο ένας τον άλλον. Είμαστε δύο!" Σε όλη την ιστορία του βιβλίου, στο παρασκήνιο της, διακρίνεις τις συνέπειες -θετικές και αρνητικές - της περίφημης Δημοκρατία της Βαϊμάρης που ψυχορραγεί πλέον. Όλοι μας ξέρουμε ότι αυτή δημιουργήθηκε ως συνέπεια της ήττας της Πρωσο-γερμανικής αυτοκρατορίας του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η οποία έδωσε πρωτόγνωρες πολιτικές ελευθερίες στον γερμανικό λαό, αλλά δεν άντεξε λόγω των δικών της αδυναμιών αλλά και λόγω των εξευτελιστικών όρων παράδοσης που έθεσαν οι νικητές στην ηττημένη Γερμανία. Όροι που πλήγωσαν την ψυχή του γερμανικού λαού και που εντέχνως εκμεταλλεύτηκαν οι εθνικοσοσιαλιστές για να καταλάβουν την εξουσία. Και εδώ αρχίζουν οι ομοιότητες με το σήμερα. Μια επανάληψη της ιστορίας, αυτή συνήθως η επανάληψη μοιάζει με φάρσα, ας ελπίσουμε δίχως τις τραγικές συνέπειες εκείνων των χρόνων, που οδήγησαν από τις ακραίες φασιστικές ιδεολογίες στα τραγικά αποτελέσματα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Και σήμερα οι λαοί της Ευρώπης, νιώθουν ηττημένοι, πολλές φορές και ταπεινωμένοι από τις πολιτικές ενός ευρωπαϊκού διευθυντηρίου, που δίχως καμία δημοκρατική νομιμοποίηση διοικεί την Ευρώπη. Πολλοί, μπορούν να αναφέρουν διάφορες δικαιολογίες, κάποιες μπορεί να στηρίζονται σε πραγματικές θεωρήσεις των γεγονότων για να αντικρούσουν αυτήν την απουσία δημοκρατικής νομιμοποίησης.  Σημασία έχει όμως, η γενική αίσθηση των ευρωπαϊκών λαών, ότι το οικοδόμημα της Ε.Ε., στο οποίο οι περισσότεροι επένδυσαν την ελπίδα τους για ευημερία και ειρήνη, σήμερα στα μάτια τους καταρρέει. Αυτοί που βαυκαλίζονται από τις φωνές του λαϊκισμού, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, της ανωτερότητας της φυλής καθημερινά πολλαπλασιάζονται.
Σε μια τέτοια ουρά, στεκόταν ο Μικρός είτε αναζητώντας
 εργασία, είτε για να πάρει το ισχνό επίδομα ανεργίας.
Το βλέπουμε σε όλα τα κράτη της Ευρώπης, όπου τα ακραία δεξιά κόμματα, συνεχώς αυξάνουν τις δυνάμεις τους. Αλλά και οι υπόλοιποι στέκονται πλέον με πολύ σκεπτικισμό απέναντι στο όραμα της ενωμένης Ευρώπης, που κάποτε μας είχε συνεπάρει όλους. Η αλληλεγγύη δεν είναι ορατή, οι διαφορές μεταξύ βορά και νότου διευρύνονται αντί να συγκλίνουν, από τη μνήμη μας δύσκολα σβήνει ο χαρακτηρισμός P.I.G.S.(1)(=γουρούνια) που με μεγάλη ευκολία απέδωσαν οι πλούσιες χώρες του βορά στον Ευρωπαϊκό Νότο, στην αρχή της τελευταίας οικονομικής κρίσης. Στις επερχόμενες ευρωεκλογές θεωρώ αναπόφευκτη την πολύ μεγάλη άνοδο των ακραίων λαϊκίστικων φωνών και ιδεολογιών και σίγουρα η πορεία ενοποίησης της Ευρώπης θα κάνει μια στάση. Το ερώτημα είναι αν τα επόμενα βήματα που θα αποφασιστούν, θα οδηγούν στην εμβάθυνση της Δημοκρατίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ή θα επιστρέψουμε στις λογικές περιχαράκωσης στα στενά όρια των εθνικών κρατών. Μήπως υποτιμήσαμε την έννοια του εθνικού κράτους, βιαστήκαμε να την εξοβελίσουμε από την πολιτική ατζέντα; Θα μπορέσουν οι δυνάμεις που υποστηρίζουν το ευρωπαϊκό όραμα, να το αναστήσουν στα μάτια των λαών τους ή θα πάρουν το πάνω χέρι άνθρωποι της λογικής Όρμπαν, Σαλβίνι και Λεπέν;
Από τη μια απόλαυσα, λοιπόν την κοινή πορεία του Μικρού και του Μαναριού του, έζησα (αναγνωστικά βέβαια) μαζί τους τον σκληρό τους αγώνα για επιβίωση, γεύτηκα λίγο από τον κοσμοπολιτισμό του προπολεμικού Βερολίνου, ανατρίχιασα από τις ομοιότητες της τότε πολιτικής κατάστασης με τη σημερινή, αλλά από την άλλη μου παρουσιάστηκαν και πάλι μπροστά μου τα ισχυρά διλήμματα της σημερινής ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Και για να πω την αλήθεια, αν και φοβάμαι για το μέλλον θέλω να πιστεύω ότι οι δυνάμεις εκείνες που οραματίστηκαν μια ισχυρή , δημοκρατική Ευρώπη θα μπορέσουν να πάρουν και πάλι το πάνω χέρι. Ίσως πάλι να είμαι υπερβολικά αισιόδοξος.
Στο βιβλίο της Lee Harper, νοερά μεταφερόμαστε σε μια μικρή πόλη του Αμερικανικού νότου, όπου με τα μάτια της μικρής Σκάουτ, μας παρουσιάζεται με απόλυτο ρεαλιστικό τρόπο, μια από τις "συνηθισμένες" ιστορίες της περιοχής και της εποχής. Όπου ένας νέγρος κατηγορείται  άδικα για τον βιασμό μιας λευκής γυναίκας. Την υπεράσπιση του αναλαμβάνει ο αξιοσέβαστος δικηγόρος της πόλης, Άτικους, πατέρας της Σκάουτ, αν και γνωρίζει ότι τον πελάτη του η κοινωνία τον έχει ήδη προδικάσει, τον έχει βρει ένοχο και αυτή θα είναι και η τελική απόφαση του δικαστηρίου. Κάνει ότι είναι δυνατόν στο δικαστήριο για να φανερώσει την αθωότητα του πελάτη του, τα στοιχεία που παρουσιάζει είναι συντριπτικά υπέρ του πελάτη του αλλά δεν κατορθώνει να ανατρέψει την καταδικαστική απόφαση. Επειδή κάποιοι φοβούνται ότι έστω κι αν δεν πέτυχε την αθώωση του πελάτη του τα πράγματα θα αλλάξουν γρήγορα, στρέφονται εκδικητικά εναντίον των παιδιών του Άτικους.
Το σημαντικό είναι ότι αυτός γνωρίζει από την αρχή ότι θα την χάσει την δίκη. Κι όλοι αναρωτιούνται γιατί επιμένει σε μια υπόθεση, δίχως μέλλον για τον ίδιο και τον αθώο πελάτη του. Οι φυλετικοί και κοινωνικοί διαχωρισμοί είναι έντονοι, η ρατσιστική Κου Κλουξ Κλαν παραμονεύει, βάζει σε κίνδυνο τα ίδια τα παιδιά του, αλλά πιστός στις αρχές του δικαίου, γνωρίζει ότι σε αυτόν έλαχε ο κλήρος να φυτέψει έναν μικρό σπόρο δικαιοσύνης μέχρι να έλθει η εποχή, όπου θα έχει αλλάξει ο κόσμος και δεν θα χρειάζεται κάποιος να παλεύει για τα αυτονόητα. Για τις έννοιες της ισότητας και της δικαιοσύνης.
Το βιβλίο είναι και αυτό επίκαιρο, διαπιστώνοντας πόσο κοντά μας είναι πλέον η ρατσιστική βία. Οι εκφράσεις μίσους, που εύκολα εκστομίζονται, οι επιθέσεις εναντίον οικονομικών μεταναστών, ακόμα και φόνοι, δείχνουν ότι και η χώρα μας έχει μολυνθεί από τις πιο ακραίες ρατσιστικές αντιλήψεις. Αλλά και στην Ευρώπη, οι ακροδεξιές οργανώσεις, κάνουν την εμφάνιση τους όλο και πιο ορατή.
Το ερώτημα είναι γιατί;
Υπάρχει κατ΄ αρχάς μια εύκολη απάντηση. Όσο χειροτερεύουν οι οικονομικοί δείκτες για τους πολίτες, όσο απειλείται η όποια ευμάρεια τους, τόσο τα κελεύσματα των ακραίων φωνών βρίσκουν πρόσφορο έδαφος .
Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Οι λαοί της Ευρώπης αισθάνονται τα παιχνίδια των οικονομικά δυνατών
Προς τη γη της επαγγελίας !!!
της ηπείρου μας και την προσπάθεια τους να διατηρήσουν τη θέση τους στην παγκόσμια οικονομική σκακιέρα. Απειλούνται από το φθηνό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των Ασιατικών χωρών  ( Κίνας Μαλαισίας κλπ ), απειλούνται από τη γήρανση του πληθυσμού, η Ευρωπαίοι δεν οραματίζονται πια το μέλλον τους με την ίδια αισιοδοξία όπως έκαναν στο παρελθόν. Και οι συνταγές που τους πλασάρονται δεν τους βρίσκουν σύμφωνους.
Ένα ακόμα ζήτημα είναι πόσο θετικά είναι τελικά τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης; Πόσο έτοιμοι είμαστε να αποποιηθούμε την έννοια του εθνικού κράτους; Πόσα πρέπει να θυσιάσουμε για να αποδεχθούμε ένα μέλλον μια παγκόσμιας, ανοιχτής οικονομικής αγοράς, που όπως αποδεικνύεται, ως μόνο στόχο της έχει την ανακύκλωση φτηνού εργατικού δυναμικού; Είτε υψηλά καταρτισμένου όπως είναι τα ελληνόπουλα που πιάσαν όλες τις γωνίες του πλανήτη μας είτε ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, όπως αυτό που εισήγαγε η Γερμανία από τις ρημαγμένες περιοχές της Ασίας, λόγω του πολέμου.
Προσωπικά, μου αρέσουν να ανοιχτά σύνορα, ειδικά όταν ταξιδεύω κι έχω τη ευκαιρία να θαυμάζω τα επιτεύγματα των άλλων χωρών. Δεν μου αρέσει όμως, να βλέπω χιλιάδες οικονομικούς μετανάστες να στοιβάζονται στη χώρα μου περιμένοντας τη σειρά τους για να μεταφερθούν στη δική τους γη της επαγγελίας, τη Γερμανία, στην προκείμενη περίπτωση. Όσο για την ενσωμάτωση τους, που μας λένε; Δυστυχώς το παράδειγμα της Γαλλίας, αλλά και της Γερμανίας ( των δυο μεγάλων οικονομικών δυνάμεων της Ε.Ε.) μας δείχνει ότι αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί.
Κι ένα τελικό ερώτημα: Απειλούνται οι αξίες της Ευρώπης σήμερα, αυτές που αναδείχθηκαν στα χρόνια του διαφωτισμού και κάνουν την Ευρώπη, τη "γηραιά ήπειρο" να μοιάζει με τον πνευματικό φάρο του πλανήτη μας; Ή μήπως έχει χάσει ήδη αυτό το πλεονέκτημα της;
Δύο διαφορετικά βιβλία λοιπόν, που εμένα αναπόφευκτα με έκαναν να σκεφτώ περισσότερο για τη σημερινή μοίρα της Ευρώπης, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση που μου χάρισαν. Που με έκαναν να σκεφτώ ποια Ευρώπη θέλω, ποια Ευρώπη υπάρχει και ποια θα διαμορφωθεί αύριο!!!
ΥΓ. ίσως οι σκέψεις μου να φαίνονται μπερδεμένες, μα ποιος μπορεί να πει ότι η σημερινή κατάσταση και η μελλοντική πορεία της Ε.Ε. δεν μοιάζουν με ένα κουβάρι δίχως αρχή και τέλος....
(1)  Πορτογαλία (Portugal), Ιταλία (Ιtaly), Ελλάδα (Greece) και Ισπανία (Spain)


Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Με την ευκαιρία της Ημέρας της γυναίκας

   Ένα πράγμα που με εκνευρίζει, σε όλα τα επίπεδα, είναι οι ημέρες - αφιερώματα κλπ. Ποτέ δεν κατανόησα την λογική, ότι είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να σκεφτούμε επί του θέματος. Για παράδειγμα την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, οι ερωτευμένοι θα δείξουν πόσο ερωτευμένοι είναι, την ημέρα της γιορτής της μητέρας θα θυμηθούμε την μητέρα μας, την ημέρα της γυναίκας θα θυμηθούμε τις γυναίκες και τον διαρκή αγώνα τους για ισότητα κλπ κλπ.  Αυτό όμως είναι δική μου παραξενιά και μόνο.
 Αφορμή να κάνω την ανάρτηση αυτή στάθηκε ένα γεγονός με την φωτογραφία του πρόσφατα θανόντα ρεπόρτερ - φωτογράφου Γιάννη Μπεχράκη. Την οποία, όποιος την ανέβαζε στο facebook, μετά από λίγο του ερχόταν ένα μήνυμα ότι η φωτογραφία είναι προσβλητική, περιέχει γυμνό και δεν ξέρω τι άλλο. Και του κατέβαινε η ανάρτηση. Οι αλγόριθμοι του fb, έτσι λειτουργούν αυτοί οι μηχανισμοί, με δήθεν εξελιγμένους μαθηματικούς αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης, αποφάσισαν ότι η φωτογραφία αυτή είναι προσβλητική!!! Που να καταλάβουν, ότι ο σπουδαίος φωτογράφος προτίμησε απλώς να κλικάρει μια σκληρή στιγμή από την πραγματική ζωή, αντί να γυρίσει για παράδειγμα τη μηχανή του λίγο δεξιότερα και να βγάλει μία άχρωμη, ουδέτερη στιγμή ή  ένα μακρινό, ανώδυνο πλάνο. Προτίμησε να δείξει την σκληρή πραγματικότητα, μιας μάνας, μιας γυναίκας, στον εμφύλιο της Σομαλίας το 1992 και την κρίση υποσιτισμού που έστειλε στο θάνατο χιλιάδες ανθρώπους τότε. Μιας μάνας, που απλώς προσπαθεί να ξεδιψάσει το σκελετωμένο παιδί της. Κάτι αντίστοιχο γίνεται σήμερα στην Υεμένη, αλλά αντίστοιχες φωτογραφίες, άξιων ρεπόρτερ, πιθανόν δεν επιτρέπεται να δημοσιοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γιατί προσβάλλουν. Μα ο σκοπός των φωτογραφιών αυτός είναι. Να μας σοκάρουν, να μας ξυπνούν ως ανθρωπότητα από τον λήθαργο στον οποίο πέφτουμε, να κινητοποιούμαστε  μπας και αλλάξει κάτι.
  Μια δεύτερη φωτογραφία, με την οποία συνδυάζω αυτή την ημέρα, την Παγκόσμια Ημέρα της γυναίκας είναι αυτή, της Έφης Παρούτσα. Δύο γυναίκες της Ολύμπου Καρπάθου, οι οποίες πέρασαν μια ζωή σκληρά δουλεύοντας στα άγονα χωράφια της περιοχής τους, με την τσάπα ή βοσκώντας τα ζώα τους στις απόκρημνες πλαγιές του χωριού τους και συγχρόνως να έχουν χρεωθεί και το βάρος να διαφυλάττουν μια ηθική και εθιμική παράδοση, προερχόμενη από άγνωστο ιστορικό χρόνο, ώστε να μην μετακινηθεί κατ΄ ελάχιστο. Εδώ δεν υπάρχουν γυναικεία δικαιώματα, απλώς η κανονικότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας, που θέτει κανόνες επιβίωσης και εσύ απλώς τους ακολουθείς, γιατί έτσι είναι το σωστό. Η πρώτη φωτογραφία σοκάρει,  τη δεύτερη απλώς την εντάσεις στις φολκλορικές, παραδοσιακές εικόνες, που μας αρέσουν... σοκάρουν, μόνο αν γνωρίζεις τον σκληρό αγώνα επιβίωσης που κρύβεται πίσω από τα ρυτιδωμένα πρόσωπα τους.
  Μια τρίτη φωτογραφία είναι αυτή, αλιευμένη από την google, που δείχνει μια γυναίκα, της σύγχρονης εποχής, που συμπιέζεται ανάμεσα σε δύο αποστολές. Από τη μία να κερδίσει τα δικαιώματα της και την ίση αντιμετώπιση κτίζοντας τη δική της καριέρα και από την άλλη την φύση της, τη μητρότητα, που μόνο αυτή μπορεί να φέρει εις πέρας με επιτυχία. Εργαζόμενη και μητέρα και σύζυγος, ένα τρίπτυχο φωτιά, που μόνο αυτό φτάνει για να κατανοήσουμε πόσο δύσκολη είναι η αποστολή της και πόσο δρόμος πρέπει ακόμα να διανυθεί για να μιλάμε για πραγματική ισότητα. Το δυστύχημα είναι ότι όλο και περισσότερες γυναίκες σήμερα είναι αναγκασμένες, να κάνουν επιλογές, οι οποίες στερούν απ΄ όλους μας, μέρος της πραγματικής χαράς που πρέπει να απολαμβάνουμε ως κοινωνία. Ειδικά αν έχεις να επιλέξεις μεταξύ καριέρας - εργασίας και μητρότητας. Επιλογή που ο σύγχρονος δυτικός οικονομικός πολιτισμός, σε θέλει παρούσα, "ψυχή και σώματι", στην καριέρα και η οικογένεια αφήνεται στην τύχη, διότι δεν αποτελεί προτεραιότητα. Έχουμε αναρωτηθεί, πόσο σημαντικές είναι οι πολιτικές στήριξης των νέων μητέρων, για να μπορούν να σταθούν δίπλα στα παιδιά τους αλλά και να μην χάσουν τα εργασιακά τους δικαιώματα;
  Κλείνω, με κάτι, πιο "αντρικό"... μια κλασική φωτογραφία της μεγάλης ηθοποιού Ρίτας Χέιγουορθ, διαχρονικό σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς, που όσο κι αν κάποιος πει ότι η εικόνα αυτή, δεν ανταποκρίνεται με το νόημα της ημέρας κατά την  ταπεινή μου γνώμη κάνει λάθος. Η ομορφιά, η γυναικεία ομορφιά αποτελεί κινητήριος δύναμη για την τέχνη, σε πολλές εκφάνσεις της. Επιπλέον μια γυναίκα δεν είναι μόνο άνθρωπος, μητέρα, σύζυγος, σύντροφος, εργαζόμενη, θεματοφύλακας, έμπνευση, σύμβολο ερωτισμού κλπ κλπ. Είναι όλα αυτά και άλλα τόσο, που μια μέρα μόνο αφιερωμένη σε αυτήν απλώς ακούγεται τελείως παράλογα.
Τέλος, ένα μικρό απόσπασμα από τον λόγο της  Μαρίας Νεφέλης του Ελύτη:


Μαρία Νεφέλη: Περπατώ μες στ’ αγκάθια μες στα σκοτεινά

σ’ αυτά που ‘ναι να γίνουν και στ’ αλλοτινά 

κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα

τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

Περί εθνικών θέσεων και παρανοήσεων....

  Σε πρόσφατη ανάρτηση μου στο fb, με αφορμή κάποιο άρθρο του ΒΗΜΑΤΟΣ , κάνω μια παρατήρηση για τη χρήση του επιθέτου μακεδονικός από τους βόρειους γείτονες μας. Σύμφωνα με επίσημη ντερεκτίβα του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας πλέον, όταν δεν αναφέρονται στην κρατική τους οντότητα, θα μπορούν να προσδιορίζουν ότι θέλουν με το επίθετο μακεδονικός, -ή, -ό. Για παράδειγμα θα μπορούν να μιλούν για μακεδονική ιστορία, μακεδονική οικονομία, μακεδονική επικράτεια και πάει λέγοντας. Θέτω λοιπόν κάποια ερωτήματα: 
 α) Η συμφωνία των Πρεσπών καλύπτει, την εθνική γραμμή, η οποία έλεγε για σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις; Ασφαλώς και όχι. Εδώ να μην ξεχνάμε την μακεδονική γλώσσα που δέχεται η συμφωνία όπως και την καυτή πατάτα με την μακεδονική εθνότητα.
 β) Όταν αυτοί θα λένε μακεδονική ιστορία, της νεώτερης ιστορίας για να το συγκεκριμενοποιώ, τι εννοούν και τι εμείς; Σίγουρα πάντως όχι τα ίδια πράγματα... και σίγουρα υποστηρίζονται αντίθετες ιστορικές "αλήθειες". Εμείς μιλάμε για τον μακεδονικό αγώνα όπου δόθηκαν πραγματικές μάχες για τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής, για τους νικηφόρους πολέμους του 12-13, για τις μαύρες στιγμές των τελευταίων χρόνων του εμφύλιου. Εκείνοι υποστηρίζουν ότι αυτοί είναι οι γνήσιοι κάτοικοι της περιοχής αυτής, οι οποίοι είτε εκδιώχθηκαν από τα εδάφη της ελληνικής Μακεδονίας  είτε βίαια εξελληνίστηκαν οι εναπομείναντες απόγονοι τους. 
Θα μιλάμε για μακεδονική οικονομία και θα αναρωτιόμαστε τίνος; Αν λέγανε για την βορειομακεδονική θα το ορίζαμε αλλά όταν λες μακεδονική, σίγουρα δεν ξέρεις τίνος. 
Θα μιλάμε για μακεδονικά ήθη και έθιμα, τίνος; και μην μου πει κάποιος ότι είναι ίδια, ομοιότητες έχουν αλλά δεν είναι ίδια. κλπ κλπ
Η εγγραφή μου, ήθελε να καταδείξει τις σοβαρές αδυναμίες της συμφωνίας των Πρεσπών, που όσο κι αν αρέσει στους συμμάχους μας και τους εδώ υποστηριχτές της, όσο κι αν ακούγεται ότι ο Ζάεφ κ ο Τσίπρας θα προταθούν για το Νόμπελ Ειρήνης, μπορεί και να το πάρουν.... εμάς εδώ, στα βόρεια μας ανησυχεί. Μας ανησυχεί διότι βλέπουμε ότι κάποια ζητήματα στα οποία είχαμε σοβαρές ενστάσεις για πολλά χρόνια, τα οποία αρνούμαστε να δεχθούμε ως κράτος, η παρούσα συμφωνία τα παραχωρεί. Και όσα λάθη κι αν έγιναν στο παρελθόν, σε άλλους χρόνους κι άλλες εποχές, αυτή η συμφωνία δεν αντιστρέφεται, δεν έχει δικλείδες ασφαλείας και μονομερούς άρσης των συνεπειών της. Δυστυχώς θα πρέπει να πορευόμαστε κάθε μέρα μαζί της και να τρέχουμε να διορθώνουμε τις συνέπειες της. Μια να ανταγωνιζόμαστε για την ιστορία μας, την άλλη να ανακαλύπτουμε ανύπαρκτες "μακεδονικές" μειονότητες κλπ κλπ. Τι ζητώ; Σεβασμό στην ιστορική αλήθεια. Δέχομαι ότι στις μεγάλες εθνοτικές ανακατατάξεις των αρχών του 20ου αιώνα δεν ήθελαν να είναι ούτε Έλληνες ούτε Βούλγαροι αλλά κάτι άλλο. Αυτό το άλλο όμως, ψάχνοντας καταγωγικούς μύθους, δεν μπορεί να καπηλεύεται την ιστορία ενός γειτονικού λαού και βεβαίως δεν πρέπει να υποστηρίζει με κανέναν τρόπο λαθεμένα ιδεολογήματα ( ισχυρών όμως γεωστρατηγικών συμφερόντων ) του τύπου Μακεδονίας του Αιγαίου. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να τους αποδεχθούμε ως φίλους, καλούς γείτονες και συνεργάτες. Αυτό βέβαια, μένει να αποδειχθεί στον χρόνο. 
Η εγγραφή μου, όμως δεν γίνεται γι΄αυτά που λίγο πολύ μας είναι πολύ γνωστά πια.
Σμύρνη
Στην ανάρτηση μου, κάποιος φίλος, καλόπιστα θέλω να πιστεύω, βάζει το ερώτημα: Όταν εμείς λέμε Βόρεια Ήπειρος, Μικρά Ασία ή Ανατολική Θράκη... δεν υποκρύπτουμε κάποια αλυτρωτική διάθεση;
Πιάνω τον εαυτό μου να οργίζεται για λίγο, στη συνέχεια όμως λέω ας το αναλύσω λίγο πιο ψύχραιμα γιατί φαίνεται στη πρεμούρα κάποιων να μας πείσουν, ότι η συμφωνία αυτή είναι το μάνα εξ ουρανού για τη χώρα μας, τρελαινόμαστε σιγά σιγά. Ένα ένα λοιπόν: 
α) Βόρεια Ήπειρος, έτσι αναφέρεται από εμάς η περιοχή της Νότιας Αλβανίας, τρεις φορές η περιοχή απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό, υπάρχει συμπαγής ελληνικός πληθυσμός ο οποίος επίσημα είναι χαρακτηρισμένος ως εθνική μειονότητα από το αλβανικό κράτος, υπάρχει το πρωτόκολλο της Κέρκυρας το οποίο έδωσε αυτονομία στην περιοχή, το οποίο δυστυχώς ποτέ δεν εφαρμόστηκε κλπ κλπ. Μιλάμε για 400000 Έλληνες, από τους οποίους οι 150000 παραμένουν εκεί και οι υπόλοιποι βρίσκονται στη χώρα μας, ως οικονομικοί μετανάστες. Η Αλβανική κυβέρνηση, μέσα στην χρόνο συρρίκνωσε την περιοχή της ελληνικής μειονοτικής ζώνης σε 99 χωριά. Άρα εδώ έχουμε ελληνική παρουσία την οποία οφείλουμε να υποστηρίζουμε και επιπλέον οι σχέσεις των χωρών μας είναι σε τέτοιο επίπεδο σήμερα, που δεν δικαιολογούν καμία τέτοια "αλυτρωτική"  σκέψη.  
β) Μικρά Ασία, πρώτη φορά αναφέρεται έτσι από τους πρώιμους βυζαντινούς συγγραφείς (4ος -6ος αιώνας) κι έτσι μας είναι γνωστή σήμερα ακόμα η περιοχή αυτή, για τον απλό λόγο ότι μέσα στη συλλογική μας μνήμη, ακόμα ακούμε τις φωνές των ελληνικών πόλεων από την αρχαιότητα ως την καταστροφή της Σμύρνης, ακόμα ζούμε τον ξεριζωμό ενός εκατομμυρίου Ελλήνων από την περιοχή, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Δεν νομίζω ότι μέσα στο μυαλό κανενός περνά η σκέψη ότι ο όρος, πέρα από τη μνήμη που οφείλουμε να έχουμε, υποκρύπτει κάποιον αλυτρωτισμό. Ούτε φυσικά μπορούμε να υποκαταστήσουμε τον όρο με το Οθωμανικό, Ανατολία, αποδεχόμενοι την Τουρκική λογική. 
γ) Ανατολική Θράκη, η οποία σήμερα είναι το ένα κομμάτι της Θράκης το Τουρκικό (Trakya), το δεύτερο είναι το βόρειο,το Βουλγάρικο (Тракия/Тrakija ) και το τρίτο, το ανατολικό κομμάτι,  η ελληνική Θράκη.  Κι εδώ οι μνήμες των Ελλήνων, που εκδιώχθηκαν είτε από τη Βόρεια είτε από την Ανατολική Θράκη ( στην οποία ανήκει και η Κωνσταντινούπολη ) παραμένουν ισχυρές, κανένας αλυτρωτισμός όμως δεν μπορεί να υπάρξει έναντι αυτών των περιοχών. Μην μας ζητάτε όμως να απαρνηθούμε το όνομα Κωνσταντινούπολη, έναντι της Ινσταμπούλ, η Πόλη έχει έναν ισχυρότατο συμβολισμό για τους Έλληνες, είναι κομμάτι που καθορίζει το είναι του Λαού μας, ένα κομμάτι που δεν αφαιρείται ανώδυνα. 
Πιστεύω λοιπόν ακράδαντα, ότι οι παραπάνω όροι, δεν μπορούν να διαγραφούν από
Το Πέραν στις δόξες του
το λεξιλόγιο μας, στο όνομα καμίας πολιτικής ορθότητας, διότι είμαστε υποχρεωμένοι, από την εθνική μας συνείδηση και μόνο, να μην ξεχάσουμε τίποτα από τα παραπάνω. Επικράτησε ο όρος χαμένες πατρίδες για όλες τις παραπάνω περιοχές. Ας λέμε καλύτερα αλησμόνητες πατρίδες, διότι σήμερα πλέον πατρίδα μας είναι η Ελλάδα, αλλά η καρδιά μας αρνείται να ξεχάσει όλες τις περιοχές που κάποτε κατοικούσαμε και σήμερα δεν έχουμε πλέον.                           





Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

Ευχές σε όλους - Ανασκόπηση του 2018

Στην διαδικτυακή κοινωνία που κινούμαστε κι ειδικά εδώ που έχουμε δημιουργήσει μια νέα γειτονιά, μια νέα Blogo - παρέα, θα ήθελα να ευχηθώ τα καλύτερα, σε όλους σας για το νέο έτος. Φοβόμουν τις ατομικές ευχές διότι ήμουν σίγουρος ότι κάποιον θα ξεχνούσα. Ήδη σε κάποιους ευχήθηκα. Διαβάζοντας την ανασκόπηση του φίλου μας, του Gianni Pit , για το 2018 που φεύγει, διαπίστωσα ότι αυτή η χρονιά για τη γειτονιά μας, μα και για μένα ήταν σημαντική. Η χρήση των Νέων Τεχνολογιών, παρά τα όποια αρνητικά μπορεί να της προσάψει κανείς, μας έχει διαπλατύνει τον ορίζοντα μέσα στον οποίο ονειρευόμαστε. Ειδικά σε αυτήν εδώ τη blogo- συντροφιά, η οποία δοκιμάστηκε στην αρχή της χρονιάς, όταν μας έκλεισε ο pathfinder... απέδειξε ότι έχει ψυχή! Η κινητοποίηση μας υπήρξε άμεση, ο ένας στήριξε τον άλλο, ώστε να μην χαθούμε, να μην χαθούν και οι προηγούμενες αναρτήσεις μας και να μπορέσουμε να εγκατασταθούμε πια σε αυτή τη νέα γειτονιά... από path να γίνουμε blogger! Σε μένα όλο αυτό έδρασε θετικά! Αναδιοργανώθηκα, έφερα κοντά μου τους παλιούς μου φίλους, γνώρισα και νέους, συμμετείχα σε νέα δρώμενα γραφής και φωτογραφίας, τα οποία χαίρομαι ιδιαιτέρως! 
Σε όλη λοιπόν αυτή τη διαδικτυακή παρέα, εύχομαι ολόψυχα ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ με τον τρόπο που επιθυμεί ο καθένας και το 2019 να είναι ένα έτος γεμάτο χαρές, υγεία, δύναμη και δημιουργικότητα!!!!

Το 2018 ήταν μια καλή χρονιά. Πάντα βέβαια υπάρχουν οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, σημασία έχει η ματιά με την οποία τα αντικρίζεις όλα. Αν θέλεις το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο. Αποτολμώντας λοιπόν τον απολογισμό της χρονιάς... είμαι ευχαριστημένος.
Στο 2018, τόλμησα μια πρώτη, αυτοέκδοση των διηγημάτων μου, τα οποία κατά καιρούς είχα δημοσιεύσει στο blog μου. Περισσότερο για να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου σε ένα επίπεδο πιο πάνω. Είχα θετική ανταπόκριση απ΄ όλους σας, κάποιοι αποτόλμησαν να μου κάνουν κριτική, την ήθελα, αυτή με ώθησε σε μονοπάτια πιο δύσκολα, για τα οποία εύχομαι εν καιρώ, να μπορώ να πω περισσότερα. Ευχαριστώ όλους όσους ξόδεψαν λίγο από τον πολύτιμο χρόνο τους να με διαβάσουν.
Θα παραθέσω μόνο την κριτική του Γιάννη, ο οποίος την δημοσίευσε στο blog του και τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως γι΄ αυτό!

"ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ"

Συλλογή Διηγημάτων από τον
ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗ


Ο Αγαπητός μας Βασίλης, είναι χρόνια γνωστός στην δικτυακή μας γειτονιά, από ένα όμορφο blog. Ένα blog που ξεκίνησε αρχικά και παλιά στην δικτυακή πλατφόρμα του Pathfinder και μετά το κλείσιμο της τον βρίσκουμε πλέον εδώ:  ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Αφήνουμε τον ίδιο τον Συγγραφέα να μας παρουσιάσει το έργο του:

Αυτοέκδοση του Βασίλειου Διακοβασίλη, με την πρώτη απόπειρα του να μεταφέρει διηγήματα που γράφει εδώ και μερικά χρόνια, από τα ηλεκτρονικά μέσα δικτύωσης, σε έντυπη μορφή, σε βιβλίο.  Ανθρώπων ιστορίες, ο τίτλος του....
...Ιστορίες, απ΄ τη ζωή βγαλμένες ή φανταστικές, ποιος αλήθεια ξέρει; Ιστορίες, που όταν αρχίσεις να κτυπάς το πληκτρολόγιο, τα γράμματα ένα ένα, οι λέξεις και οι προτάσεις εμφανίζονται αβίαστα, οι ιστορίες κυλούν μπροστά σου, σαν ένα ποτάμι, που θα σταματήσει μόνο όταν θα φτάσει στον προορισμό του. 
Και τότε αφού ειπωθούν, η ψυχή γαληνεύει διότι την απάλυνες από το αβάσταχτο φορτίο με το οποίο η μνήμη την πλάκωνε.
Ιστορίες για την αγάπη, για τον χωρισμό, για τη μοίρα των ανθρώπων, 
για τις καλές στιγμές ή τις δύσκολες αποφάσεις τους. 
Ιστορίες ανθρώπων....


Ο Βασίλειος Διακοβασίλης, είναι εκπαιδευτικός, στο χώρο της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι ένας μάχιμος άνθρωπος της Εκπαίδευσης, που με την παρουσία του στα σύνορα της πατρίδας μας, έχει την ευλογία αλλά και την εκφραστική ικανότητα να εξιστορεί και να παρουσιάζει με πολύ λυρικό λογοτεχνικό τρόπο τα προβλήματα, τις αγωνίες, τα όνειρα, τις προσδοκίες των ανθρώπων σε εκείνες τις ακριτικές γωνιές.

"Οι αληθινές δυσκολίες έρχονται στα χρόνια που κυριαρχεί πάνω μας η μνήμη, άλλοτε χαρίζοντάς μας ένα μειδίαμα στα στεγνά μας πλέον χείλη, άλλοτε αφήνοντας να κυλήσει ένα δάκρυ", μας γράφει ο ίδιος.

Οι "ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ" αποτελούνται από: Δώδεκα (12) επί μέρους διηγήματα:
  1. Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης
  2. Δεν ήταν το τυχερό της
  3. Ο Μόνος δρόμος
  4. Ένα πικ απ με περίμενε στη γωνία
  5. Έτσι τ' αποφάσισε ο Θεός
  6. Ένα καλοκαίρι Kitsch
  7. Συνέχισε το δρόμο του
  8. Ωραία εποχή
  9. Καστελόριζο, προ αεροδρομίου, προ Mediterrraneo, προ διαγγέλματος Παπανδρέου
  10. Θε μου, η μητρική στοργή που βρήκε τόσο δηλητήριο
  11. Είναι κουτό γιατρέ ή μήπως δεν είναι και τόσο ;
  12. Μια συνηθισμένη Ιστορία
Δώδεκα ανθρώπινες ιστορίες βουτηγμένες στην αλήθεια, σε μια καταιγίδα συναισθημάτων και βιωμάτων. Όπου στις γραμμές τους μπορείς να συναντήσεις τα πάντα, όνειρα, ελπίδες, προσδοκίες, απογοητεύσεις, έρωτα, πάθος, αδιέξοδα, χαρά, λύπη, θάνατο, αποτυχία.

Όλες οι ιστορίες ενταγμένες τόσο ρεαλιστικά μέσα στο κοινωνικό κάδρο που αρέσουν και συγκινούν.

Προσωπικά θα έλεγα ότι δύο από αυτές τις ιστορίες με συγκλόνισαν περισσότερο από όλες:
Η μία είναι το "Θε μου, η μητρική στοργή, που βρήκε τόσο δηλητήριο", η δραματική ιστορία του Περικλή και της μητέρας του. Μια ιστορία όπου μέσα στις λέξεις της διαβάζω την δική μου περίπου προσωπική ιστορία και που στο τέλος της με την αναφορά στο έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου πραγματικά μένεις με ένα κόμπο στο λαιμό.

Η Δεύτερη είναι η "Μια Συνηθισμένη Ιστορία". Μια ιστορία έρωτα, πάθους, ηδονών, της Ντολόρες Μαλνόμ. Από τις πιο ερωτικές και αισθησιακές ιστορίες πάθους και συναισθημάτων που έχω διαβάσει αγαπητοί φίλοι όπου εδώ ο συγγραφέας δίνει ρέστα με τη γραφή του, τη δύναμή της, την εκφραστική της ηδονική της "αυθάδεια".

ΠΟΥ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:  Οι "ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ" διατίθενται εδώ:


Και συνεχίζοντας αυτόν τον απολογισμό, βλέπω μια ακόμα ανάρτηση μου, σε δύο μέρη, ένα ταξίδι που πολύ καιρό ονειρευόμουν και μέσα στο 2018 το πραγματοποίησα. Ένα ταξίδι δρόμου, στην Ιταλία και τα Βαλκάνια, με την οικογένεια μου -είχα κι ένα όμορφο συναπάντημα με νεώτερους φίλους μας, χρειαζόμαστε την αύρα τους - στο οποίο βρέθηκα να αναμετριέμαι με τον ίδιο τον εαυτό μου, μα στο τέλος όλα πήγαν καλύτερα απ΄ ότι μπορούσα να φανταστώ. Είδα καινούρια μέρη, γνώρισα άλλους τρόπους ζωής και κυρίως διαφορετικές νοοτροπίες. Τέτοια ταξίδια σε κάνουν να βλέπεις με άλλη ματιά το σήμερα, τη δική μας μίζερη πραγματικότητα, να αισιοδοξείς ότι μπορούν τα πράγματα να γίνουν καλύτερα και για μας. Έτσι θέλω να πιστεύω!
  Έκανα τρεις μόνο παρουσιάσεις βιβλίων, μου αρέσει το διάβασμα στον ελεύθερο χρόνο μου, και πρόσθεσα στις ΒιβλιοΑναγώσεις τα παρακάτω:

ΛΟΚΟΜΟΤΙΒΑ  του Πάνου Ιωαννίδη

Στον ίσκιο της ροδιάς του Tariq Ali

Η λήθη που θα γίνουμε του Εκτορ Αμπαδ Φασιολινσε

 Δεν ξέρω τι άλλο με κάνει να θέλω να γράψω για κάποιο βιβλίο πέρα απ΄ ότι, όταν τελειώσω το διάβασμα του, νιώθω να ξεχειλίζουν από μέσα μου τόσο πολλά που θέλω να τα αποτυπώσω κάπου, για να μην τα ξεχάσω. Δεν κάνω ούτε κριτική ούτε διαφήμιση, γράφω για τον εαυτό μου... 
  
Μια ανάρτηση μου τον Αύγουστο, συνήθως τον Αύγουστο δεν γράφω... αλλά η τραγωδία στο Μάτι ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε όλους μας και όλοι μας αναζητούσαμε απαντήσεις, τις οποίες, δυστυχώς, δεν φαίνεται ότι θα πάρουμε ποτέ από την υπεύθυνη πολιτεία.

Το Σεπτέμβριο νοσταλγώντας την ιδιαίτερη πατρίδα μου αλλά κυρίως τα χρόνια της νιότης μου, δημοσίευσα ένα αφήγημα για κείνα τα χρόνια τα τόσο διαφορετικά από το σήμερα, που μόνο όσοι είχαμε την ευτυχία να γνωρίσουμε την πατρίδα μας στα πέτρινα χρόνια, μπορούμε να κατανοήσουμε τη θέρμη που γεμίζει τη ψυχή μας και μόνο η θύμηση τους. 

Και τέλος, μια ευχάριστη για μένα εμπειρία... είναι σημαντικό μετά από 33 χρόνια στο σχολείο, να ανακαλύπτεις εκ νέου τη χαρά των νέων εμπειριών και των νέων δυνατοτήτων που ανοίγονται στη νέα γενιά και στις οποίες έχεις τη χαρά να καθοδηγείς και να συμμετέχεις κι εσύ. Μιλώ για τη Φόρμουλα 1 στα σχολεία, ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα νέας κοπής, το οποίο τα χαρήκαμε όλοι μας, δάσκαλοι και μαθητές.
Αυτές ήταν φίλοι μου οι φετινές εγγραφές μου, για μένα δεν είναι λίγες ... Αγαπημένοι μου συνταξιδιώτες blogger πλέον... το 2019 ας είμαστε καλά να συναντιόμαστε όσο συχνότερα γίνεται, γεμάτοι δημιουργική αισιοδοξία σε τούτη τη γωνία της μπλοκόσφαιρας!!! Καλή Συνέχεια!!!!!!
.λες

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Η λήθη που θα γίνουμε ΕΚΤΟΡ ΑΜΠΑΔ ΦΑΣΙΟΛΙΝΣΕ

Ζούμε, πεθαίνουμε, ξεχνιόμαστε.
  Όσο κι αν έχει προοδεύσει, σε κάθε τομέα ο άνθρωπος, ο θάνατος εξακολουθεί να είναι αξεπέραστος. Αυτό πιστεύω ότι, αν και δεν μας αρέσει να το λέμε, το γνωρίζουμε όλοι μας. Αυτό που απασχολεί τον συγγραφέα στο βιβλίο τούτο, είναι η λήθη που επέρχεται στη συνέχεια. Ακόμα και για ανθρώπους, όπως τον πατέρα του, τον Έκτορ Αμπάδ Γκόμες. Γιατρός, υγιεινολόγος, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια Κολομβία, όχι αυτήν του μαγικού ρεαλισμού του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αλλά μιας Κολομβίας διχασμένης, όπου τα τάγματα θανάτου σκοτώνουν κάθε έναν που εκφέρει έναν λόγο επικίνδυνο, ενάντια στους οικονομικά ισχυρούς της χώρας, που αποτελούν την πραγματική εξουσία της χώρας.
  Ο συγγραφέας αισθάνεται την υποχρέωση να παρατείνει τη μνήμη του πατέρα του, όσο περισσότερο μπορεί. Ξέρει, ότι λίγοι, έχουν την τύχη (;)... το όνομα τους να γραφτεί στα τεφτέρια της ιστορίας και να μνημονεύεται για πολλά χρόνια ακόμα μετά το θάνατό τους. Θεωρεί υποχρέωση του να γράψει ένα βιβλίο, μέσα στο οποία θα ιστορείται η ζωή του πατέρα του αλλά κυρίως η δική του, ξεχωριστή σχέση με εκείνον.
Αξίζει το εγχείρημα; Αληθινά δύσκολη η απάντηση. Αξιέπαινο το εγχείρημα του, αλλά για μένα είναι ένα ακόμα θύμα, μιας ταραχώδους περιόδου στην ιστορία της Κεντρικής Αμερικής. Για τους απογόνους του, σίγουρα θα νιώθουν υπερηφάνεια. Για τους συμπατριώτες του; Δεν ξέρω! Για όσους διάβασαν το βιβλίο, πέρα από την ιστορία, σίγουρα θα σκεφτούν πολλά για τη ζωή και το θάνατο.
 Και μπαίνουν λοιπόν τα ερωτήματα:
Για πόσο η ύπαρξη μας θα καταγράφεται και μετά τον θάνατό μας; Ένα χρόνο, δύο, πέντε, είκοσι; 
Και τι σημασία έχει αυτό αν δεν ζούμε; Έχει σημασία για τους άλλους, τα αγαπημένα μας πρόσωπα στη ζωή.
Και τι είναι η ζωή; .... εδώ το σταματάω γιατί η ατμόσφαιρα βαραίνει πέρα από τις δυνάμεις μου!
  Θάνατος! Απώλεια
Άλλες φορές τον αντιμετωπίζουμε με ανακούφιση, όπως όταν η οικογένεια του συγγραφέα χάνει την πανέμορφη Μάρτα , στα μόλις 16 χρόνια της, από καρκίνο. Με ανακούφιση διότι βλέπεις το παιδί σου, το οποίο δεν έχει προλάβει καν να γευτεί την αληθινή ζωή, να υποφέρει, να πονάει κι εσύ δεν το αντέχεις. Συγχρόνως αυτή η απώλεια είναι οδυνηρή, αξεπέραστη, γιατί ζεις εσύ και δίπλα σου, θα ήθελες να βρίσκεται η αγαπημένη σου κόρη, αδελφή η οποία χάθηκε για πάντα. Την πλασματική ύπαρξη της συντηρεί μόνο, η μνήμη σου. Και πονάει!
Αναμενόμενος ο θάνατος του ιδεολόγου καθηγητή, αλλά η οικογένεια του δεν πίστεψε ποτέ ότι θα άγγιζε και τη δική τους οικογένεια η τρέλα των στυγνών δολοφονιών, που οργανώνονταν από αυτούς που με κάθε θυσία θέλουν να κουμαντάρουν τη χώρα και τις ζωές των ανθρώπων της. Ο γιος του πονάει, δεν συγχωρεί, γνωρίζει όμως γιατί δολοφονήθηκε, δεν μπορεί να αντιδράσει, φεύγει, εγκαταλείπει τη χώρα! Βλέπει ότι η θυσία του ξεχνιέται γρήγορα, το θεωρεί άδικο, γράφει ένα βιβλίο για να ματαιώσει τη λησμονιά της ύπαρξης του, μόνο για λίγο όμως το κατορθώνεις αυτό. Είναι
Μεδεγίν - Κολομβία
γεμάτος αναμνήσεις για αυτά που έζησε μαζί του, η γραφή ανασύρει μια μια τις στιγμές εκείνες. Στιγμές τρυφερότητας, ελευθερίας, διδασκαλίας των αξιών της ζωής! Θυμάται. Αυτός δεν τον έχει ξεχάσει αλλά μετά από αυτόν; Ποιος θα τον θυμάται; Έχουμε ξεχαστεί πριν ακόμα πεθάνουμε. " Είμαστε ήδη η λήθη που θα γίνουμε", αναφέρει ο συγγραφέας από ένα ποίημα του Μπόρχες....
  Πόση απελπισία περιέχει η παραπάνω ρήση; Πόσο μάταιη φαντάζει η ζωή του καθενός μας, αν την παραπάνω επικεφαλίδα, την πάρουμε τοις μετρητοίς; Αυτό είναι το νόημα της ζωής μας;
Κατά τη γνώμη μου όχι!
  Κανένας δεν ζει για το μέλλον αλλά για το σήμερα. Όλοι μας, φτιάχνουμε τη ζωή μας με μόνο γνώμονα, την ικανοποίηση των αναγκών μας, με μικρό χρονικό ορίζοντα μπροστά μας.
Ποιος αλήθεια μπορεί να νοιάζεται για την υστεροφημία του; Για αν μην είμαι απόλυτος, πιθανόν υπάρχουν κι αυτοί. Εκτιμώ ότι πρέπει να είναι λίγοι.
Ο δολοφονημένος λοιπόν, Έκτορ Αμπάδ Γκόμες, ο ιδεαλιστής καθηγητής, ο λίγο αγαθός ακτιβιστής, δεν πάλευε για την υστεροφημία του αλλά για τα πιστεύω του, αυτά που του επέτασσε η συνείδηση του κάθε μέρα. Το σημείωμα, που βρέθηκε στη τσέπη του, το ποίημα του Μπόρχες, με πρώτο στίχο "Είμαστε ήδη η λήθη που θα γίνουμε"  τον εξέφραζε απόλυτα. Ο γιος του αρνείται να το αποδεχθεί....

ΥΓ. Ένα από τα βιβλία που λες, γιατί το διάβασα τώρα αυτό;

Μια διαφορετική ανάγνωση του βιβλίου, της συνταξιδιώτισσας Χριστίνας Παπαγγελή, δείτε εδώ

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Κάποτε στη Γυνατού

  Τη θυμάμαι καλά εκείνη τη χρονιά. Τη θυμάμαι διότι θα ξεπερνούσα επιτέλους, την μέχρι τότε άρνηση των γονιών μου να ακολουθήσω την παρέα μου στη πανηγύρι της Γυνατούς. “ Είναι μακριά, θα κουραστείς, η στράτα είναι επικίνδυνη, δεν υπάρχει μέρος για να κοιμηθείς” ήταν τα επιχειρήματά τους.
  Κάθε χρόνο, την επομένη της εξόρμησης αυτής και για πολλές ημέρες ακόμα, άκουγα από τους φίλους μου, για ένα μονοπάτι, που σε κάποια σημεία του έχασκε ακριβώς δίπλα του ένας τεράστιος γκρεμνός, τον οποίο ήταν προτιμότερο να το περάσεις καβάλα πάνω σε κάποιο ζώο, το οποίο σίγουρα δεν θα έχανε τα βήματα του. Άκουγα για τις αυτοσχέδιες καλύβες που έφτιαχναν μέσα στα σκίνα για να κοιμηθούν, για την Κούφη που οι μεγαλύτεροι κοιμούνταν, για το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας, που το χωριό το θυμόταν κάθε Σεπτέμβρη. Μα κυρίως αυτό που συζητούσαν όλοι, ήταν ποιος είχε κατορθώσει να “πουδιάσει” τον άλλο, να του περάσει δηλαδή μια θηλιά στα πόδια την ώρα που κοιμόταν και να τον σύρει προς τα κάτω, προς την κατηφόρα που σχημάτιζε το έδαφος στη πλαγιά του βουνού, σίγουρα τρομάζοντας τον, μερικές φορές προκαλώντας του και κάποια τραύματα. Έτσι ήταν τότε. Ήμαστε σκληροί, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, γνωρίζαμε όμως ότι έτσι παιζόταν το παιχνίδι της ενηλικίωσης μας.
  Κάθε χρόνο κάκιωνα με τους δικούς μου, που μου αρνούνταν να συμμετάσχω σε αυτή την περιπέτεια, την οποία με τόσο ενθουσιασμό περιέγραφαν όλοι οι συνομήλικοι μου. Μέχρι εκείνη τη χρονιά! Την παραμονή των γενεθλίων της Παναγίας, μετά το μεσημεριανό φαγητό, ανέβηκα στο σπίτι του παππού, με ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο προμήθειες και μια βαριά κουβέρτα, για να δανειστώ τον γάιδαρό του. Από το καλοκαίρι τον είχα προετοιμάσει και δεν σήκωνα κουβέντα σε αυτό, ότι τον γάιδαρο θα τον έπαιρνα εκείνη τη χρονιά. Ένα ήρεμο, δυνατό ζώο το οποίο θα με μετέφερε ως εκεί με την παρέα μου. Ο παππούς μου φρόντισε να μου υπενθυμίσει όλα τα “χούδια” του ζώου, με βοήθησε στο σαμάρωμα, μου έδειξε πως θα το στερεώσω σωστά στο ζώο, φορτώσαμε τα πράγματα μου μαζί και λίγο άχυρο για το φαγητό του ζώου, μου ζήτησε να καρφώσω το καζίκι(1) του καλά, σε στέρεο έδαφος, μην τύχει και το σύρει τη νύχτα και τον ψάχνουμε την άλλη μέρα.
  Όταν τελείωσαν όλες οι συμβουλές, με αποχαιρέτησε με φανερή την αγωνία στο πρόσωπό του. Τον αποχαιρέτησα βιαστικά, καβάλησα το ταλαιπωρημένο από τη δουλειά τόσων χρόνων ζώο και κατέβηκα την κατηφόρα με τα τσιμεντένια σκαλιά προς την έξοδο του χωριού. Εκεί, περίμεναν και οι υπόλοιποι, όλοι καβάλα με τον παραδοσιακό τρόπο, γυρισμένοι προς τη μια μεριά του σκληρού σαμαριού, έτοιμοι να πηδήξουν κάτω όποτε η ανάγκη το έφερνε.
Και ξεκινήσαμε τη διαδρομή μας. Ένα εφηβικό καραβάνι, γεμάτο ορμή και νιάτα, το οποίο εκείνη την ώρα σήκωνε το βάρος, χωρίς να το ξέρει, της ιστορίας του χωριού μας. Θα πατούσαμε εκείνο το αρχαίο μονοπάτι, το οποίο ακολούθησαν οι πρόγονοι μας, πριν από χρόνια, για να φτάσουν στη σημερινή θέση του χωριού μας, μακριά από τη θάλασσα για να γλιτώσουν από τις επιδρομές των Σαρακηνών, που εξουσίαζαν τη Μεσόγειο. Η περιοχή των Εΰρων, αποτέλεσε για πολλά χρόνια ο ενδιάμεσος σταθμός σε αυτή τη διαδρομή τους. Σκληρός τόπος, η καλλιεργήσιμη γη λιγοστή και δυσκολοδούλευτη, μα είχε το πλεονέκτημα ότι ήταν αόρατη από τη θάλασσα. Μόνο από εκεί που βρισκόταν το εκκλησάκι της Παναγίας, μπορούσες να την δεις, κάτω, μακριά να αφρίζει τον περισσότερο καιρό.
  Περάσαμε από τα Κόνια, αφήσαμε τον αμαξιτό δρόμο και μπήκαμε στο χαραγμένο στην επιφάνεια του βουνού, μονοπάτι. Σε κάποια σημεία, εκεί που ο δρόμος πλάταινε ελάχιστα, γίνονταν τα προσπεράσματα. Τσιγκλώντας τα ζώα μας, προσπαθούσαμε να αιφνιδιάσουμε τον προπορευόμενο σε εμάς, περνώντας δίπλα του, τις περισσότερες φορές ακουμπώντας τον. Ευτυχώς τα ζώα μας, μαθημένα από τις όποιες απαιτήσεις των ιδιοκτητών τους, συνέχιζαν το σταθερό και σίγουρο βήμα τους.
Λίγο πιο κάτω βρίσκαμε τις κουμαριές. Ο θάμνος αυτός σκέπαζε όλη την πλαγιά, ίσα που διακρίνονταν οι πράσινοι καρποί του, οι οποίοι σε έναν μήνα θα κοκκίνιζαν. Στον μεγάλο πόλεμο, τότε που οι κάτοικοι του νησιού γνώρισαν την πείνα, όλοι είχαν γευτεί αυτό το δώρο της φύσης και μας περιέγραφαν με απίστευτη νοσταλγία τη γλυκύτητα των ώριμων καρπών.
Περάσαμε μία μία τις στεφανές(2) του βουνού, μέχρι που φτάσαμε στην κυλίστρα, ένα ελάχιστο κομμάτι δρόμου, χωμάτινο δίχως σταθερά πατήματα και τον γκρεμνό να χάσκει από κάτω μας. Όλοι μας σοβαρέψαμε, τα στόματα έκλεισαν, εμπιστευτήκαμε μόνο τα τέσσερα πόδια του ζώου μας, τα οποία από ένστικτο ήξεραν, πως να μας περάσουν με ασφάλεια. Από κει, πιάσαμε την κατηφόρα, περάσαμε το ρέμα, όπου ακόμα διακρίνονταν τα ερείπια κάποιων παλιών κατοικιών, τις οποίες η θαμνώδης βλάστηση της περιοχής, τα εξαφάνιζε σιγά σιγά. Και μετά από λίγο, ο δρόμος γινόταν πιο ομαλός, μέχρι που φτάσαμε στο στάβλο του Σταυράκη. Αυτός, μαζί με τη γυναίκα και τις κόρες του, έμενε μόνο, για να διαφεντεύει όλους τους γύρω βοσκότοπους. Σε ελάχιστα λεπτά, φτάσαμε στη μοναδική πηγή της περιοχής, το Ητσάλλι, σταματήσαμε ίσα ίσα για να ξεδιψάσουν τα ζώα και να συμπληρώσουμε με νερό τα παγούρια μας.
  Όταν φτάσαμε στην επόμενη στροφή του δρόμου, κάτω αντικρίσαμε το εκκλησάκι της Παναγίας της Γυνατούς, κάτασπρο, με τη μικρή του αυλή. Στη πλαγιά, πιο ψηλά, υπήρχε μια ελιά στην οποία κρεμόταν η καμπάνα και πίσω της η περίφημη “Κούφη”, ένα μονόχωρο κτίσμα στο οποίο μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ, κατάχαμα, κάποιοι από τους λίγους προσκυνητές. Κατεβήκαμε με τα ζώα μας, κατευθυνθήκαμε προς το ρέμα, ξεκαβαλικέψαμε, τα δέσαμε καλά για να μην μας φύγουν, τους δώσαμε το σανό που είχαμε φέρει μαζί, πήραμε τα πράγματα μας, πήραμε μαζί μας και τα σχοινιά για το φόρτωμα μην μας τα κλέψουν και κατευθυνθήκαμε προς το εκκλησάκι.    
  Μπαίνοντας, η ματιά μου σταμάτησε στο υπέρθυρο, όπου μας καλωσόριζε η αλλόκοτη, ανάγλυφη προσωπογραφία της Παναγίας. Ταλαιπωρημένη από τον χρόνο, έμεναν να φαίνονται αδρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της με τη κορώνα στα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της. Ή μήπως δεν ήταν η Παναγία αλλά κάποια πριγκιποπούλα της περιοχής, από εκείνα τα χρόνια τα παλιά, που η περιοχή κατοικούνταν; Βιαστικά ανάψαμε κερί, προσκυνήσαμε την εικόνα και βγήκαμε έξω. Περπατήσαμε την περιοχή για να βρούμε κάποιο μεγάλο σκίνο για να κοιμηθούμε στο εσωτερικό του. Το μαλακό χώμα της ρίζας του, θα ήταν το στρώμα μας για εκείνο το βράδυ. Λίγο, πιο κάτω βρήκαμε ένα που το θεωρήσαμε κατάλληλο. Με ένα κλαδευτήρι κόψαμε κάποια από τα κλαδιά του μέχρι να σχηματιστεί ένα κούφωμα στο εσωτερικό του. Τρία άτομα χωρούσαμε άνετα. Αφού τακτοποιηθήκαμε, επιστρέψαμε στη αυλή της εκκλησίας περιμένοντας τον παπά. Οι παλαιότεροι έλεγαν ιστορίες που θυμούνταν για την περιοχή, για τις καλλιέργειες που κάποιοι έκαναν στις γύρω περιοχές στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Κάποιος θυμήθηκε την περίφημη ιστορία του Καταχανά(3), που εμφανίστηκε αν και νεκρός στα μέρη αυτά, αργά τη νύχτα, προσπαθώντας να πάρει μαζί του στον άλλο κόσμο τον κουμπάρο του. Είπε ψέματα, ότι έπρεπε να τον ακολουθήσει στο χωριό, διότι η γυναίκα του ήταν άρρωστη σοβαρά. Στο δρόμο έκανε ότι ήταν δυνατόν για να τον γκρεμοτσακίσει στις απότομες εκείνες πλαγιές, η αναμμένη δάδα όμως που κρατούσε τον έσωσε.  Όταν έφτασε στο χωριό και έμαθε ότι ο αγαπημένος του κουμπάρος και φίλος είχε θαφτεί από την προηγούμενη ημέρα, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, η οποία τον συντρόφευε σε όλη τη ζωή του μέχρι που πέθανε. Κάποιος άλλος έλεγε για το κατόρθωμα του, να φύγει μέσα στο βαθύ σκοτάδι, με έναν φακό μόνο, να πάει στο κοντινό χωριό, να αγοράσει ποτό και να γυρίσει για να συνεχιστεί το γλέντι τους. Και κάποιοι άλλοι, προσπαθούσαν να πιάσουν στο τρανζιστοράκι(4) που είχαν, την αναμετάδοση του πρωταθλήματος που άρχιζε εκείνη την ημέρα.
  Εκεί και ο Σταυράκης, θηριώδης, χαμογελαστός, χαρούμενος που εκείνη τη βραδιά χανόταν επιτέλους η ατέλειωτη ησυχία που σκέπαζε όλο το χρόνο την περιοχή. Στις γύρω πλαγιές θα αντιλαλούσαν οι φωνές μας και τα γέλια μας, ο ήχος της λύρας και οι μαντινάδες. Οι κουτάλες ήδη κτυπούσαν στα καζάνια που ετοίμαζαν το φαγητό και το κτύπημα της καμπάνας επιτέλους, θα σήμαινε την ώρα για τον εσπερινό. Ήταν ο οικοδεσπότης μας, ο οποίος όμως διακριτικά χανόταν πίσω απ΄ όλους τους άλλους, τον έφτανε που μας έβλεπε εκεί στη χάρη της χαμένης στη μοναξιά, συντρόφισσας του, της Παναγίας της Γυνατού. Με το σκοτείνιασμα έφτασε κι ο παπάς, ο οποίος περίμενε να πέσει η κάψα της ημέρας για να ξεκινήσει από το χωριό, μιας και πάντα τη διαδρομή την έκανε με τα πόδια. Τότε άναβαν τα λουξ(5), ο χώρος φωτιζόταν σαν να ΄ταν ημέρα, εκτός από το εκκλησάκι μέσα, όπου το μόνο φως που επιτρεπόταν ήταν αυτό από τα κεριά και το καντήλι. 
Ο εσπερινός άρχισε, κάπως ησυχάσαμε, μα όλοι μας βιαζόμασταν να τελειώσει, μιας κι αυτό που μας ένοιαζε περισσότερο ήταν να σερβιριστεί το φαγητό, που μαγειρευόταν στην άκρη της αυλής και το οποίο από ώρα μας έσπαγε τη μύτη. Κατσικάκι κοκκινιστό με πιλάφι. Και μόνο γι αυτό το πιάτο άξιζε ο κόπος να βρεθείς εκεί. Συγχρόνως ακούστηκαν και οι πρώτες δοξαριές και στον τόπο απλώθηκε η γλυκιά μελωδία της λύρας. Νόμιζες ότι το όργανο αυτό ήταν φτιαγμένο ειδικά για κάτι τέτοιες βραδιές. Τα πατήματα στο όργανο ακολουθούσαν τους αιώνες και έφταναν ως εμάς, που παρακολουθούσαμε μην έχοντας την άδεια να σταθούμε δίπλα στους γλεντιστάδες του χωριού. Οι μαντινάδες τους μιλούσαν για όλα όσα απασχολούσαν τους ανθρώπους τότε. Τα μικρά για μας που κρατούσαμε τις αποστάσεις από τις παραδόσεις μα τα πολύ μεγάλα για εκείνους τους απλούς ανθρώπους, που είχαν χορτάσει από όνειρα και βιοπάλη.
  Αργά, μετά τα  μεσάνυχτα, σιγά σιγά όλοι πήγαμε για ύπνο. Στην Κούφη οι μεγαλύτεροι, οι γυναίκες είχαν καταλάβει το εσωτερικό του ναΐσκου και εμείς, οι νεολαίοι προσπαθούσαμε να βολευτούμε στις αυτοσχέδιες καλύβες μας. Με το ένα μάτι ανοιχτό λαγοκοιμόμασταν, τυλιγμένοι μέσα στις κουβέρτες, προσπαθώντας να γλυτώσουμε από την αφόρητη υγρασία της περιοχής και το “πούδιασμα”. Ο ύπνος μας πήρε ελάχιστες ώρες πριν το χάραμα, όταν πια όλοι είχαν ησυχάσει από την ολονύχτια προσπάθεια των πιο τολμηρών, να βρουν κάποιον, που μην αντέχοντας την κούραση της ημέρας τον είχε πάρει ο ύπνος κι έτσι να μπορέσουν να του δέσουν τα πόδια και να τον σύρουν, τρομάζοντας τον στον ύπνο, μέσα σε γέλια από τη μία και βρισίδια από την άλλη.
  Ξυπνήσαμε μην έχοντας προλάβει καλά καλά να ξεκουραστούμε, με τον ήχο της καμπάνας που κτυπούσε ο παπάς για την πρωινή λειτουργία. Σηκωθήκαμε με δυσκολία, μαζέψαμε τα πράγματα μας, πήγαμε να δούμε αν το ζωντανό μας ήταν στη θέση που τα αφήσαμε την προηγούμενη, το φορτώσαμε και το φέραμε πιο κοντά, προς το εκκλησάκι. Μέχρι να τα κάνουμε αυτά, η λειτουργία τελείωνε, ίσα που προλάβαμε το Ευαγγέλιο. Με το “Δι' ευχών των Αγίων” και το μοίρασμα του άρτου, εγκαταλείψαμε το χώρο με τη σιγουριά ότι και του χρόνου θα ήμασταν και πάλι εκεί.
Και πράγματι, ήμουν πιστός στο ετήσιο προσκύνημα στη Γυνατού μέχρι που έφυγα για φοιτητής.
Εκείνη τη χρονιά, με ένα καλοκαίρι που το θυμάμαι ακόμα, γεμάτο αγωνία περιμένοντας τα αποτελέσματα εισαγωγής στις σχολές, τα οποία έβγαιναν αργά, μέσα στον Οκτώβριο, έμεινα πίσω, δεν ακολούθησα τη συντροφιά μου. Επίτηδες έμεινα πίσω για να έχω τη ησυχία μου και να μπορέσω να φωτογραφήσω το τοπίο με το πρωινό φως. Κρατούσα στα χέρια μου, τη φωτογραφική μηχανή του πατέρα μου την οποία είχα οικειοπηθεί από πολύ νωρίς, μια γερμανική Agfa της δεκαετίας του 50 και άφησα το ζώο να με οδηγήσει πίσω στο χωριό, σίγουρος ότι θα έβρισκε τα χθεσινά του χνάρια. Μα δεν έγινε έτσι. Πολύ γρήγορα ξεστράτισε και μέχρι να το καταλάβω, βρέθηκα να περιπλανιέμαι στη δυτική πλευρά του βουνού. Η θάλασσα φαινόταν βαθιά κάτω, εγώ όμως κανονικά, δεν θα έπρεπε να τη βλέπω. Ξεπέζεψα, προσπάθησα να διακρίνω το δρόμο, που με είχε φέρει μέχρις εκεί αλλά ο τόπος ήταν γεμάτος στενούς κατσικόδρομους, που όλοι μου φαίνονταν γνώριμοι. Ακολούθησα κάποιον με έβγαλε σε αδιέξοδο. Έπιασα έναν δεύτερο τίποτα. Έναν τρίτο, και πάλι αδιέξοδο. Σταμάτησα. Παρατήρησα το μέρος όσο καλύτερα μπορούσα. Γρήγορα κατάλαβα ότι ουσιαστικά είχα χαθεί, σίγουρα βρισκόμουν κοντά στο μονοπάτι, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω κάποιο σημάδι που θα με οδηγούσε προς αυτό. Όλη η πλαγιά με τα διάσπαρτα, κυρτωμένα από τον αέρα πεύκα, δίχως κανένα ίχνος ανθρώπινης παρέμβασης μου ήταν τελείως άγνωστη. Στάθηκα, μελετώντας ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση μου, με αγωνία και φόβο μαζί, μέχρι που μια φωνή, γυναικεία φωνή, ακούστηκε για να με κατευθύνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Σε ελάχιστα λεπτά είχα ξαναβρεί το μονοπάτι, το ακολούθησα μέχρι το χωριό, μην τολμώντας να αφήσω την προσοχή μου από το δρόμο που ακολουθούσε ο γάιδαρός μας.
Δεν ήμασταν πολλοί στην περιοχή, εκείνη την ημέρα. Καμιά από τις λίγες γυναίκες του χωριού, που ήταν εκεί, δεν ήξερε τίποτα. Οι μεγαλύτεροι, με απόλυτη σιγουριά, θεώρησαν ότι η Παναγία έκανε ένα ακόμα από τα θαύματα της. Όσο για μένα, δεν έχω απάντηση. Θα μου άρεσε όμως, να ήταν η Παναγία. Η οποία μας ακολούθησε, ευχαριστημένη που για ένα βράδυ ήμασταν στο σπίτι της, που την θυμηθήκαμε, της κάναμε παρέα, ζωντανέψαμε την περιοχή των προγόνων μας. Μας ακολούθησε λυπημένη που την αφήναμε και πάλι μόνη, στο έρημο βουνό στο οποίο ακόμα και οι κυνηγοί με δυσκολία έφταναν, ως την επόμενη χρονιά. Ή μήπως ήταν εκείνη η πριγκιποπούλα της περιοχής, που με τα μαλλιά ξέπλεκα στους ώμους της, αλλαφροΐσκιωτη από κάποιον χαμένο έρωτα, έτρεχε στις γύρω πλαγιές, μέχρις που με συνάντησε και αποφάσισε να με γλυτώσει από την ταλαιπωρία. 
.........................................................................................................................
Γρήγορα όλα άλλαξαν. Τα μονοπάτια χάθηκαν και έγιναν αυτοκινητόδρομοι. Τι έγκλημα κι αυτό; Στη χάρη της Παναγίας, μαζεύεται πια τόσος κόσμος, που οι επίτροποι της εκκλησίας μεγάλωσαν την αυλή, γκρέμισαν την Κούφη, έφτιαξαν πλατείες για να παρκάρουν τα αυτοκίνητα, έφεραν γεννήτριες για να φωτιστεί ο χώρος, έφεραν και ενισχυτές που σκληραίνουν τον ήχο των οργάνων.
Και η Δημοτική αρχή του νησιού, ανιστόρητη ως συνήθως, λίγα μέτρα πιο πέρα από το προσκύνημα του χωριού μας, τοποθετεί τον σκουπιδότοπο του νησιού. Τον οποίο επιπλέον αφήνει στην μοίρα του, αδιαφορώντας για τα κάθε είδους απορρίμματα, που βρομίζουν όλη την περιοχή.
Πρόοδο το λένε αυτό σήμερα, άλλοι πιο συγκαταβατικοί τα θεωρούν όλα αυτά αναγκαίο κακό, κάποιοι άλλοι πιο ρομαντικοί, όπως του ελλόγου μου, πάντα θα αναρωτιούνται αν ήταν αναγκαία όλα αυτά;
      Κι εγώ; Νοσταλγώ εκείνα τα χρόνια, τυχερή τη γενιά μου, που τα έζησε, χρόνια διαφορετικά... μα εκείνο που κυρίως νοσταλγώ είναι τα νιάτα μας και την ανεμελιά μας. Ωραία χρόνια!

(1) σιδερένιο παλούκι, με ένα κρίκο το οποίο κάρφωναν στη γη για να δέσουν το σχοινί που κρατούσε το ζώο
(2) οι απόκρημνες πλαγιές του βουνού
(3) βρυκόλακας
(4) μικρό ραδιόφωνο της εποχής
(5) ισχυρό φωτιστικό που έκαιγε πετρέλαιο σε πίεση

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

Το καταραμένο πεύκο....

 




Και μετά από δεκαετίες ολόκληρες δασικών πυρκαγιών στη χώρα μας, με ανθρώπινα θύματα για πολλοστή φορά (Ικαρία 1993, Πελοπόννησος 2007, Μάτι 2018 ), ξαφνικά ανακαλύψαμε τον φταίχτη. Το πεύκο. Το καταραμένο πεύκο, όπως το χαρακτήρισε κάποιος πυροσβέστης από την τηλεοπτική οθόνη. Κι άρχισαν αμέσως και άλλοι να πιπιλίζουν την καραμέλα, ότι εγκληματούμε όταν αναδασώνουμε μια περιοχή με πεύκα, ενώ υπάρχουν άλλα δέντρα τα οποία έχουν αντιπυρικές ιδιότητες. Επικαλούνται τον αείμνηστο καθηγητή οικολογίας, το Νίκο Μάργαρη, ότι θα πρέπει να αφήνουμε τη φύση να αντιδρά μόνη της και όχι να αναδασώνουμε μια περιοχή εμείς οι άνθρωποι. Έχει κάποιος την εντύπωση ότι στις πολλές χιλιάδες στρεμμάτων δασών που καίγονται κάθε χρόνο, γίνεται αναδάσωση; Η φύση φροντίζει, αλλού εύκολα, αλλού δύσκολα να επαναφέρει την κατάσταση. Αναδασώσεις γίνονται, κυρίως, εκεί απ΄ όπου η φωτιά πέρασε πολλές φορές και η φυσική αναγέννηση του περιβάλλοντος καθίσταται δύσκολη.

Το πεύκο είναι ενδημικό είδος, απόλυτα προσαρμοσμένο στο κλίμα της μεσογείου και φυτρώνει έτσι κι αλλιώς δίχως τη βοήθεια μας. Είναι καταδικασμένο να καεί κάποια μέρα, όποιος έχει στοιχειωδώς περπατήσει μέσα σε πευκοδάσος και έχει παρατηρήσει το έδαφος γεμάτο πευκοβελόνες και τα χαμηλά ξεραμένα κλαδιά του, σε συνδυασμό με τη ρητίνη που τρέχει απ΄τον κορμό των δέντρων, καταλαβαίνει τι λέω. Κάποιοι προτείνουν να φυτεύουμε σκίνα, κισσούς, πλατάνια, βελανιδιές... από πανεπιστημιακούς τα άκουσα (!), προτάσεις που δείχνουν πόσο άσχετοι είναι με το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας μας. Μπορεί να γεμίσει η Αττική πλατάνια; Γιατί άραγε δεν υπάρχουν; ( τα πλατάνι ως γνωστό είναι υδροχαρές φυτό ). Μπορείτε πάλι να φανταστείτε ένα δάσος από σκίνα ή κισσούς;
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να ανακηρύξουμε το πεύκο ως εχθρό μας αλλά να αντιληφθούμε ότι εμείς οι άνθρωποι πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί με το πευκοδάσος, αυτή τη ευλογία της πατρίδας μας. Όχι μέσα στο δάσος αλλά μαζί με το δάσος. Το δάσος θέλει το δικό του χώρο και οι οικισμοί τον δικό τους. Δεν γίνεται να κτίζουμε μέσα στο δάσος ( καταπατώντας το, με την ανοχή της πολιτείας μας ) και στη συνέχεια να το ανακηρύσσουμε ως εχθρό μας, ενώ μέχρι χθες αισθανόμαστε υπερήφανοι που απολαμβάναμε την ομορφιά και τη δροσιά του.
  Δυστυχώς, ο σύγχρονος αστικός πληθυσμός, έχει χάσει την επαφή του, με τη λειτουργία της φύσης.  Ιδιαίτερα εκεί όπου ο άνθρωπος, πρέπει να συμβιώσει με το δάσος. Το δάσος θέλει διαχείριση. Καθάρισμα, κόψιμο των γερασμένων δέντρων κλπ. Και εδώ αρχίζουν οι πολιτικές ευθύνες:

Δασική υπηρεσία: Την έχει αφήσει το κράτος μας στη τύχη της. Όταν το 20% του εδάφους της πατρίδας μας είναι δασικό, πηγή πλούτου εκτός από ομορφιάς, η δασικές υπηρεσίες της πατρίδας μας είναι ουσιαστικά διαλυμένες.
 Δασοπυρόσβεση: Καλύτερα να μιλάμε για πρόληψη. Πόσα χρόνια έχουν να γίνουν αντιπυρικές ζώνες ή να καθαριστούν οι υπάρχουσες;
 Αυθαίρετοι οικισμοί: Οι οποίοι πρώτα κτίζονται κατά τη βούληση των αυθαιρετούχων και εκ των υστέρων νομιμοποιούνται, χωρίς τις στοιχειώδεις προβλέψεις ενός οικισμού. Μια πλατεία για παράδειγμα. *
 Σχέδιο Ξενοκράτης, ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατά κύριο λόγο. Εδώ αρχίζει ο φόβος, για όποιον αντιλαμβάνεται λίγο τα πράγματα. Δήμοι και περιφέρειες υποστελεχωμένες, δίχως ειδικούς, με ανύπαρκτους μηχανισμούς, που περιμένουν μια οποιαδήποτε εντολή απ΄το Δήμαρχο, ο οποίος μπορεί να λείπει την κρίσιμη στιγμή, με υπεύθυνους πολιτικής προστασίας ανθρώπους άσχετους τις περισσότερες φορές, δίχως σχέδια δοκιμασμένα για κάθε δυσμενή κατάσταση, δίχως τις αναγκαίες υποδομές. Σχέδιο Ξενοκράτης, εν πολλοίς προβληματικό, με μοίρασμα σε πολλές διαφορετικές υπηρεσίες αρμοδιοτήτων, ψάχνοντας τον υπεύθυνο στην κρίσιμη στιγμή, δίχως διάθεση διόρθωσης των σοβαρών αδυναμιών του.
Πώς πήραν οικοδομική άδεια, τα άνω οικήματα;
Διότι νερό και ρεύμα κάποιος τους έδωσε!
Στο Μάτι μας λένε δεν δόθηκε εντολή εκκένωσης. Έστω αν δινόταν, με ποιον τρόπο οι δύο εμπλεκόμενοι Δήμοι, θα μπορούσαν να ειδοποιήσουν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους; Εδώ μια καμπάνα εκκλησίας, σίγουρα υπάρχει, δεν κτύπησε με εκείνον τον δαιμονισμένο τρόπο, που ειδοποιεί ότι έχουμε φωτιά. Αλλά μάλλον αυτά είναι άγνωστα στους σημερινούς αστούς.
 Κλιματική αλλαγή: Είναι εδώ και όποιος την αγνοεί απλώς εθελοτυφλεί. Και δεν μιλώ για τον απλό πολίτη αυτής της χώρας. Μιλώ για τις πολιτικές ηγεσίες, που έχουν την ευθύνη να υπολογίσουν πια, αυτή τη σοβαρότατη παράμετρο στους όποιους σχεδιασμούς τους.
Κυβέρνηση και πολιτικοί: Ανευθυνο-υπεύθυνοι, έρχονται εκ των υστέρων να μοιράζουν επιδόματα, χαμένοι στην αδυναμία τους την ώρα της κρίσης, υποσχόμενοι ότι θα τα αλλάξουν όλα. 25 χρόνια, τουλάχιστον, καιγόμαστε και αυτοί στο ίδιο μοτίβο.... νομιμοποίηση αυθαιρέτων, αδυναμία ( μάλλον ηθελημένη) επιβολής του νόμου στις εξόφθαλμες οικιστικές παρανομίες.

Τέλος, για τρίτη φορά, μετράμε ανθρώπινα θύματα, από πυρκαγιές την τελευταία 25/ετία. Κάθε φορά και περισσότερα. Επιτέλους, πιστεύω, έφτασε η ώρα, η πολιτεία μας, αυτή που μας έχει απογοητεύσει για πολλοστή φορά, να αναλάβει τις ευθύνες της και να φροντίσει να διορθωθούν τα κακώς κείμενα.
  Και ένα τελευταίο, οι κατασκηνώσεις και το Λύρειο ίδρυμα, με παιδιά και γέροντες, φρόντισαν και εκκένωσαν τις εγκαταστάσεις τους έγκαιρα. Πιστεύω, διότι συναισθάνονταν την ευθύνη τους έναντι των φιλοξενούμενων τους. Την ίδια ευθύνη, δυστυχώς, δεν επέδειξαν όλοι οι εμπλεκόμενοι στη διαχείριση της κρίσης εκείνης της Δευτέρας (23-7-18). Και υπάρχουν ευθύνες εδώ και πρέπει να αποδοθούν. Αλλαγή της κρατικής νοοτροπίας και απόδοση ευθυνών. Στο όνομα των θυμάτων, στο όνομα των συγγενών τους, στο όνομα όλων των πολιτών αυτής της χώρας.
 * Την ανευθυνότητα των πολιτών πρέπει να τη "θεραπεύει" το κράτος, όχι τα την επιβραβεύει....

"Και τώρα ανθρωπάκο" Hans Fallada # "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" Lee Harper

Δύο βιβλία που διάβασα πρόσφατα. Και τα δύο αναφέρονται στη δεκαετία του 30, του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλία του Fallada, στο Βερολίνο, μ...