Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

Ποιος είναι ο λύκος τελικά;

 

Η συμμετοχή μου, στο λογοτεχνικό δρώμενο: Εικόνα και Φράση #1#, που διοργάνωσε με μεγάλη επιτυχία, η αγαπητή μας Mary Petrax  από την Γήινη Ματιά!

  Ο Διογένης καθόταν ακριβώς απέναντί της, ενώ εκείνη, όρθια σε ένα αντικριστό τους τραπέζι κάτι έλεγε στην παρέα της. Ευδιάθετη, μία γύριζε προς τα δεξιά της που βρισκόταν η θάλασσα, μια προς την άλλη στα καφέ που βρίσκονταν στη σειρά, τα χέρια της μια υψώνονταν σαν να ήθελαν να ακουμπήσουν τον ήλιο που έκρυβε η τέντα, μια άνοιγαν σαν να ήθελαν να τους αγκαλιάσει όλους, μια χαμήλωναν σαν να τους θύμιζε ότι κάπου εκεί, βρίσκεται το τέλος του κόσμου. Σίγουρα θεατρίνα θα είναι σκέφτηκε ο Διογένης, μπορεί να παίζει κάποιον ρόλο. Το πρόσωπό της κοριτσίστικο, όμορφο, μα σκοτεινό σαν τον ρόλο που υποδυόταν εκείνην την ώρα, σε κάθε αποστροφή του λόγου της έπαιρνε την κατάλληλη έκφραση. Φόβου και οργής. Όπως οι κινήσεις της χόρευαν το ελαφρύ φόρεμα πάνω στο κορμί της, ο Διογένης νόμισε ότι ξαφνικά είχε μεταφερθεί σε κάποιο παράταιρη θεατρική σκηνή, όπου η «θεά» που λικνιζόταν απέναντι του τον καλούσε να χορέψει μαζί της. Σηκώθηκε όρθιος στη θέση του, κάποιος από την παρέα του τον κοίταξε παράξενα για λίγο, παρακαλούσε να τον προσέξει για μια στιγμή, να κερδίσει έστω μια φευγαλέα ματιά της. Τότε άκουσε τα χειροκροτήματα, οι φίλοι της είχαν σηκωθεί όρθιοι και την επευφημούσαν και τότε μόνο το πρόσωπό της μαλάκωσε, γλύκανε, χαμογέλασε σε όλους με ικανοποίηση. Τι ήταν αυτό που τους παρουσίασε εκεί μπροστά τους και τους ενθουσίασε τόσο; Δεν μπόρεσε να καταλάβει. 

  Η παρέα του ούτε που πήρε χαμπάρι, ο ένας άναψε κι άλλο τσιγάρο, ο άλλος ρούφηξε με ευχαρίστηση μια ακόμα βαθιά γουλιά απ’ τον καφέ του, ο τρίτος έλεγξε για πολλοστή φορά το κινητό του για μηνύματα. Μόνο ο Διογένης έστεκε ακόμη όρθιος, εκείνη ζητούσε συγνώμη από την παρέα της, έπρεπε να φύγει, αυτό κατάλαβε ότι τους είπε, εκείνοι δυνατά την αποχαιρέτησαν θυμίζοντας της το αποψινό πάρτι κι εκείνη φεύγοντας, του βεβαίωσε ότι θα τους βρει εκεί. Με βιασύνη σχεδόν δρασκέλισε το τραπέζι τους και βρέθηκε να την ακολουθεί από πίσω. Η παρέα του τον γιούχαρε μα εκείνος δεν τους έδωσε καμία σημασία.

  Βρισκόταν στο κατόπι της, πήγαινε προς το παλιό Διοικητήριο του νησιού, κρατούσε μια απόσταση από εκείνην που όλο μίκραινε. Εκείνη πέρασε μπροστά από ένα άλλο καφέ της περιοχής, χαιρέτησε εγκάρδια τον ιδιοκτήτη, εκείνος την κάλεσε για ένα ποτό, "αργότερα" του απάντησε και συνέχισε το δρόμο της, ο Διογένης για λίγο στάθηκε, έκανε ότι κάτι κοίταζε στην βιτρίνα του μαγαζιού με τα τουριστικά είδη, όταν την είδε να συνεχίζει τον δρόμο της, την ακολούθησε και πάλι.  Κατέβηκε τα ασπρισμένα  σκαλοπάτια προς τη θάλασσα, βγήκε στο παραλιακό, συνέχισε προς τους βράχους που έφτιαχναν τον κυματοθραύστη πριν την παραλία, πρέπει να τον είχε δει, εκείνον δεν τον ενδιέφερε πια να κρυφτεί, κάποια στιγμή γύρισε προς τα πίσω και του χαμογέλασε ενώ πατούσε γερά το πόδι της στον βράχο που είχε μπροστά της για να τον ανέβη. Εκείνος πλησίασε κι άλλο, την χαιρέτησε, δεν του απάντησε μόνο συνέχισε να σκαρφαλώνει, βγήκε από την πίσω πλευρά, στα πόδια της η θάλασσα, στο βάθος η παραλία με τους λουόμενους ενώ η μικρή πόλη ούτε που φαινόταν πια. Κάθισε σε έναν βράχο, έβγαλε τα σανδάλια της κι έβρεξε τα πόδια της, εκείνος στάθηκε πιο πέρα, την κοιτούσε αμίλητος, έψαξε τα τσιγάρα του, μόνο τον αναπτήρα βρήκε, πρέπει από την φούρια του να μην την χάσει να τα ξέχασε στο τραπεζάκι του καφέ που καθόταν πριν λίγο,  εκείνη τον κοίταξε στα μάτια.

-Γειά σου;

-Σε χαιρέτησα πιο πριν, δεν με άκουσες;

-Σου απαντώ τώρα! Δεν σου κάνει;

-Ναι, ναι… νόμισα ότι δεν με άκουσες.

-Σε άκουσα. Γιατί με ακολουθείς;

-Η παράστασή σου, μου έκανε εντύπωση!

-Παράσταση; Κάθε άλλο. Κάτι τους έλεγα κι ήθελα απλώς να τους κινήσω το ενδιαφέρον.

-Και ξεσήκωσες το ενδιαφέρον όλης της καφετέριας.

-Υπερβολές. Εκτός από σένα δεν είδα κανέναν άλλο να ενδιαφέρεται. Πως σε λένε; Εγώ είμαι η Ξένια.

-Διογένης! Χάρηκα για την γνωριμία.

-Γιατί χάρηκες; Ούτε που με ξέρεις.

Εκείνος κάθισε κοντά σε κείνην.

-Έτσι συνηθίζεται να λένε. «Χάρηκα για την γνωριμία.» Ποια είσαι λοιπόν;

-Δεν νομίζω ότι περιμένεις αληθινά να σου περιγράψω ποια είμαι.

-Μυστήρια είσαι.

-Έτσι λένε όλοι.

-Και δεν δε πειράζει αυτό;

-Έχω μάθει να πορεύομαι. Εξάλλου ποιος είναι νορμάλ στην εποχή μας;

-Εξαρτάται τι εννοείς νορμάλ.

-Ωραίος! Έρχεσαι στα λόγια μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου αρέσουν πολύ οι άνθρωποι. Συνήθως είναι βαρετοί. Και το νησί αυτό. Μακάρι να μπορούσα να είχα ήδη φύγει.

-Πού θα ήθελες να είσαι τώρα; Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο μέρος για κάποιον στο μεσοκαλόκαιρο από ένα νησί.

-Σε ένα δάσος, με ψηλά και πυκνά δέντρα όπου ο ήλιος δεν θα έφτανε ως κάτω. Όπου θα ακουμπούσες  το χέρι σου κάτω και θα ένιωθες την υγρή πατημασιά του λύκου που μόλις πέρασε. Που στο βάθος του, από κάθε κατεύθυνση θα άκουγες τα κρωξίματα πουλιών και γρυλίσματα των αγριμιών. Που θα σταματούσε η καρδιά σου με το που θα αισθανόσουν κάποιο τσάκισμα των κλαδιών.

-Δεν φοβάσαι να πηγαίνεις μόνη στο μονοπάτι του δάσους;

-Δεν είμαι η Κοκκινοσκουφίτσα, αν αυτό φοβάσαι.

-Κι αν ο λύκος βρίσκεται δίπλα σου;

Εκείνη μετακινήθηκε πιο κοντά του και τον κοίταξε στα μάτια.

-Κι αν ο λύκος είμαι εγώ;

-Αδυνατώ να το πιστέψω.

-Ως συνήθως, είσαι εγκλωβισμός στα στερεότυπα. Κάθε κορίτσι είναι η Κοκκινοσκουφίτσα που απειλείται από τον κακό λύκο, που είστε εσείς τα αγόρια.

Τον πλησίασε ακόμα περισσότερο, μέχρι που τον έφτασε. Το στόμα της ακούμπησε στο αυτί του.

-Πες μου! Την νιώθεις την ανάσα του;

Εκείνος ξέφυγε προς τα πίσω.

-Είσαι παράξενη! Το ξέρεις;

-Γιατί; Επειδή σου χαλάω την εικόνα του αθώου θύματος που θα κατασπαράξεις  με τη γοητεία σου; Γιατί με ακολούθησες;

-Διότι εσύ είσαι, που γοήτεψες εμένα!

-Δεν κάνω εγώ τέτοια. Απλώς παίζω θέατρο. Αυτό μου αρέσει, αυτό κάνω όλη μου τη ζωή. Μου αρέσει που μπορώ να ξεβολεύω τον καθένα από την σιγουριά που πιστεύει ότι υπάρχει στη ζωή του.

-Είπες ότι δεν έπαιζες θέατρο.

-Παράσταση δεν έδινα, είπα.

-Και τώρα παίζεις θέατρο;

Τον πλησίασε, μέχρι που τον ακούμπησε και πάλι στο αυτί.

-Όχι, τώρα στα αλήθεια εγώ είμαι ο κακός λύκος.

Μία της κίνηση ήταν αρκετή για να ρίξει τον ανυποψίαστο Διογένη στο νερό.

-Είσαι τρελή; Να γνωριστούμε ήθελα μόνο.

-Τρελή, παράξενη, μυστήρια, χαρακτήρισέ με όπως θες. Αν θες όμως να με γνωρίσεις αληθινά, να ξέρεις εγώ με αυτούς τους κανόνες παίζω. Αν τους δέχεσαι καλώς, αν όχι, στο καλό!

Άπλωσε το χέρι της να τον τραβήξει έξω, εκείνος της το κράτησε με δύναμη και την πήρε μαζί του, βυθίζοντας την μέσα στο αλμυρό νερό. Για λίγο στριφογύρισε ο ένας γύρω από το άλλο, μέχρι που βρέθηκαν στην επιφάνεια.  

-Τώρα, αγαπητή μου Ξένια, παίζουμε με τους ίδιους κανόνες και οι δυο μας. Αν θέλεις το πάμε από την αρχή. Αν όχι…

Το στόμα της σφράγισε το δικό του, τα χέρια της τον έδεσαν σφιχτά στην πλάτη του, ενώ τα κορμιά του χάθηκαν στον βυθό.  Ούτε εκείνη εμφανίστηκε στο πάρτι, ούτε εκείνος έδωσε κανένα σημάδι στην παρέα του.

Οι έρευνες που ακολούθησαν από το λιμενικό και την αστυνομία απέβησαν άκαρπες. Η παρέα της Ξένιας δήλωσε ότι την γνώρισαν στο καράβι και διασκέδαζαν με τον τρόπο που τους παρουσίαζε τις αλλόκοτες ιστορίες της. Ένας λίγο ζαβός που συνέχεια γυρόφερνε στο λιμάνι, είπε ότι είδε τον Διογένη να μπαίνει στο καράβι την ίδια ημέρα της εξαφάνισής του. Ποτέ δεν έδιναν σημασία στα λεγόμενά του. Μέχρι σήμερα,  κανένας δεν ξέρει τι απέγιναν.



Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

Ο ταχυδρόμος του ΓιώργουΠαπαδάκη

  Ο Ταχυδρόμος του Γιώργου Παπαδάκη κέρδισε το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το 2019.
Είναι αλήθεια ότι αν και εκδόθηκε από την ΕΣΤΙΑ το 2018,  λίγοι ασχολήθηκαν τότε μαζί του. Η βράβευσή του όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, αύξησε τις πωλήσεις και το έκανε γνωστό στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ως γραφή αλλά και ως ιστορία μου άρεσε. 

    Ολιγοσέλιδο για μυθιστόρημα, με μόλις 232 σελίδες στις οποίες ο συγγραφέας αναπτύσσει την ιστορία του, η οποία διαδραματίζεται στην ορεινή Κρήτη της δεκαετίας του 50' με κεντρικό ήρωα τον ταχυδρόμο της περιοχής, τον Αλέξη Δαφέρμο. Είναι δύσκολο όταν γράφεις για ένα τόσο μικρό σε όγκο μυθιστόρημα να μην προδώσεις την πλοκή. Θα προσπαθήσω όμως να σεβαστώ τον αναγνώστη, που δεν το έχει διαβάσει ακόμα και πιθανόν θα θελήσει να το κάνει.

  Ο συγγραφέας αν και χρησιμοποιεί μια απλή γλώσσα για να αποδώσει  την ιστορία του, εκφράζει με μαεστρία όλα όσα θέλει να πει και μας δείχνει τη δύναμη που αποκτούν οι λέξεις όταν αυτές τοποθετούνται κάθε φορά, κατάλληλα μέσα στο κείμενο.  Επίσης η γλώσσα που χρησιμοποιεί, ταιριάζει απόλυτα στον ήρωα του, ο ίδιος αφηγείται την ιστορία του- το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο. Αποφεύγει τον πειρασμό να γράψει τους ελάχιστους διαλόγους στην βαριά κρητική διάλεκτο, που μιλούσαν και μιλούν οι άνθρωποι στα μεσόγεια του νησιού, βοηθώντας τον αναγνώστη στην ευκολότερη ανάγνωση του βιβλίου. Τοποθετεί μόνο κάποιες πολύ χαρακτηριστικές λέξεις, όπως το "ίντα" (το ερωτηματικό τι), για να προσδιορίσει με σαφήνεια τον τόπο.

Ταχυδρόμος της εποχής
  Αξιοσημείωτες ακόμα είναι και οι αναφορές του στα έθιμα της περιοχής, σχετικά με τον γάμο. Την υποχρέωση του γαμπρού να φτιάξει το σπίτι που θα στεγάσει την οικογένειά του και την υποχρέωση της νύφης να το γεμίσει με την προίκα της. Από τα έπιπλα ως και τις κουρτίνες ήταν της νύφης.  Αυτά τα κουβάλησαν από την προηγούμενη στο σπίτι του γαμπρού. Της πομπής προηγούταν ο λυράρης που έπαιζε χαρούμενους σκοπούς σε όλη τη διαδρομή, ακολουθούσαν οι συγγενείς της νύφης και από πίσω τα φορτωμένα μουλάρια όμορφα στολισμένα με όμορφα κεντήματα  ή υφαντά, που κρέμονταν κι από τις δύο πλευρές του ζώου.  Στη συνέχεια ακολουθούσε το στρώσιμο του νυφικού κρεβατιού, από δύο όμορφες κοπέλες, που είχαν και τους δύο τους γονείς στη ζωή, καλότυχες. Το γέμισμα του με χαρτονομίσματα και κέρματα και τέλος το πέταγμα πάνω του ενός μικρού αγοριού με την εντολή να κυλιστεί. Όλα αυτά ως συμβολισμοί μιας οικογένειας που θα ευλογούνταν με πολλά παιδιά, το πρώτο καλό θα ήταν να είναι αγόρι, και οικογενειακής ευτυχίας. Η επίδειξη του ματωμένου σεντονιού, την επομένη του γάμου, με όλα τα σημαινόμενα περί της τιμιότητας της κοπέλας.

  Υπάρχει όμως και μια πλούσια αναφορά στα ήθη της εποχής, όπως ότι ένας καλός γάμος ήταν αυτός που γινόταν από προξενιό: "Με προξενιό έπρεπε να παντρεύονται οι τίμιες θυγατέρες, όχι με άλλον τρόπο." Ο προγαμιαίος "λόγος", που ήταν ισχυρός και μόνο με αίμα διαλυόταν. Οι αυστηροί αδελφοί της νύφης, οι κέρβεροι-θεματοφύλακες της τιμής της αδελφής τους, σε όλη της τη ζωή. Το αξεπέραστο εμπόδιο των ιδιότυπων κοινωνικών τάξεων, όπως με την Αθηνά, τη δασκάλα, φίλη του πρωταγωνιστή, που από νωρίς της ξέκοψαν ότι οι κόρη δύο δασκάλων, ποτέ δεν θα παντρευόταν τον γιο του σιδηρουργού και μάλιστα από γενιά ξεπεσμένη. Η υπακοή και των δυο νέων στη θέληση των γονιών τους, παρά τις δεδομένες αρνητικές συνέπειες και για τους δυο τους.  

Κρήτη - η μεταφορά της προίκας με τα ζώα

  Μη γελιέστε όμως, δεν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που ξεπέφτει σε μια απλή
καταγραφή εθίμων και ηθών. Η ιστορία ξεκινά από την ημέρα που το σπίτι του Αλέξη επισκέπτεται η προξενήτρα της περιοχής, τον γάμο και τον έγγαμο βίο του και φτάνει ως το αποτρόπαιο έγκλημα που διαπράττει και την τραγική κατάληξή του. Ψυχογραφώντας τον, διαπιστώνουμε από τη μία ότι πρόκειται για έναν χαρακτήρα αφοσιωμένο στη δουλειά του, την οποία υπηρετεί με την μέγιστη ευσυνειδησία, αλλά από την άλλη ως χαρακτήρας είναι απαθής, άβουλος και άτολμος. Χωρίς να αντιδρά κάνει αυτά που οι άλλοι θέλουν γι΄ αυτόν, ακόμα κι όταν του προξενεύουν μία άγνωστη για γυναίκα του, ακόμα κι όταν για έναν χρόνο αρραβωνιασμένοι δεν έπρεπε να την δει, ακόμα κι όταν διαπιστώνει ότι άλλην του έταξαν και σε άλλην τον έβαλαν να σταθεί δίπλα στη γαμήλια τελετή.
 Φανταστείτε, πηγαίνοντας να αγοράσει τις βέρες του γάμου, διαπιστώνει ότι αγνοεί το όνομά της. (Αρτεμίσια την λέγαν)  Σχεδόν ποτέ δεν τον βλέπουμε να εκφράζει προς τα έξω τα συναισθήματά του. Μιλώντας μας τα εξομολογείται, προσπαθεί μάλιστα να τα εξηγήσει, αλλά ποτέ δεν τόλμησε να τα εκφράσει. Χάνει την μοναδική γυναίκα που θα μπορούσε να τον κάνει ευτυχισμένο, κι αυτός ούτε εξεγείρεται, ούτε αντιδρά κατ΄ ελάχιστό, υπομένει απαθής την μοίρα του, την αντιμετωπίζει σαν να μην έκανε ποτές του όνειρα γι΄ αυτήν.  Ελάχιστες φορές στη ζωή του αποφασίζει να πάρει την κατάσταση πάνω του, και μία από αυτές έχει την απόλυτα τραγική κατάληξη και γι΄ αυτόν και για την οικογένειά του. Η όλη μέχρι τότε συμπεριφορά του, με τίποτε δεν σε προϊδεάζει για την αποτρόπαια πράξη στην οποία, σε πλήρη ηρεμία, θα προβεί. Και φυσικά δεν βρίσκεις, ούτε στα λεγόμενά του, την οποιαδήποτε αιτιολόγησή της. Υπομένει την δίκη του και το επικείμενο τέλος του, με μία απίστευτη αδιαφορία που πραγματικά ξενίζει. Οφείλω να πω, ότι μου θύμισε σε πολλά σημεία την απάθεια με την οποία αντιμετώπιζε τη ζωή του ο πρωταγωνιστής του Καμύ, στο έργο του: Ο Ξένος.

  Τέλος θεωρώ το βιβλίο χρήσιμο, διότι μας μεταφέρει στην σκληρή πραγματικότητα της ελληνική επαρχίας του παρελθόντος, με όλα τα καταπιεστικά ήθη που βασάνιζαν τους ανθρώπους, με ένα άγραφο δίκαιο που μπορεί να εξασφάλιζε την "τάξη" αλλά αφαιρούσε την όποια ελευθερία από το άτομο, ιδίως τους νέους που την χρειάζονταν περισσότερο. Κι αυτό είναι χρήσιμο να το θυμούνται όλοι εκείνοι που εξιδανικεύουν το παρελθόν  και αποδοκιμάζουν το παρόν.

  Κλείνω την εγγραφή μου με ένα μικρό απόσπασμα:  'Αβγαλτα παιδιά, δεν ξέραμε τη ζωή. Έπρεπε να το καταλάβουμε πως η σιωπή είναι το πιο γόνιμο έδαφος για να ριζώσουν τα αισθήματα. Κι όταν, ίσως, η αίσθηση κινδύνευε  να πάρει αφή, δεν τολμήσαμε, αυτό είναι το πιο πιθανό, δεν τολμήσαμε. Όσο κι αν έλεγε η Αθηνά πως αψηφούμε τους νόμους της κοινωνίας και πως η γυναίκα όφειλε να κοιτάξει το μέλλον πατώντας στα δικά της πόδια, δεν θέλησε καθόλου να έρθει σε ρήξη με τους γονείς της. Άφησε να γίνει αυτό, να καταπνίξει όποιο αίσθημα ένιωθε για μένα. Κι εγώ από τη μεριά μου, άτολμος, αμέλησα να ακούσω τον εαυτό μου. Δεν τον άκουγα, δεν ήξερα ποτέ να ακούω τις παύσεις, γιατί φοβόμουν τη μοναξιά.


Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

Γεώργιος Κωστέτσος, ο τελευταίος χαλκιάς της Καρπάθου

  Το αφιέρωμα στον Γεώργιο Κωστέτσο, τον γείτονα μου, το πρωτοδημοσίευσα  στο διμηνιαίο περιοδικό "Παράδοση και Τέχνη", της Διεθνούς Οργάνωσης Λαϊκής Τέχνης, στο τεύχος Μαρτίου Απριλίου του 2001. Αφού το επιμελήθηκα εκ νέου, το δημοσιεύω και πάλι, στο ιστολόγιο μου αυτή τη φορά.  Ευχαριστώ τον γιό του, Μανώλη Κωστέτσο, τον καθηγητή Μανώλη Χατζηαντωνίου και τον αείμνηστο θείο μου Νίκο Σκούλλο, για τις άγνωστες σε μένα πληροφορίες που μου έδωσαν για τη ζωή του. Οι φωτογραφίες είναι από την φεϊσμπουκική ομάδα:  OTHOS"Αναγνώρισε τα πρόσωπα.Photo history of families

Georgios Kostetsos
Γεώργιος Κωστέτσος
  Τον ξέραμε όλοι στο χωριό. Λίγοι όμως από τη δική μου γενιά γνώριζαν για τη συμβολή του στην επιβίωση της Καρπάθου στα δύσκολα χρόνια του Πολέμου. Χρειάστηκε ο Νίκος ο Σκούλλος, από τους λίγους εναπομείναντες μιας γενιάς που έφυγε, να μας μιλήσει για τη σημασία του χαλκιά (σιδερά) τα χρόνια εκείνα. Ψάχνοντας το θέμα περισσότερο, κατάλαβα ότι εμείς οι νεότεροι οφείλουμε να περισώσουμε στη μνήμη μας τους τεχνίτες και επαγγελματίες του παλιού καιρού, όχι μόνο γιατί αποτελούν  μέρος της ιστορίας μας αλλά και διότι αυτοί οι άνθρωποι με την τέχνη τους έσωσαν από την πείνα τους συνανθρώπους τους σε δύσκολες περιόδους. Τέτοιοι ήταν ο μυλωνάς, που έκανε το στάρι αλεύρι, ο χτίστης του ξεροτρόχαλου, που συγκρατούσε τα λιγοστά χώματα στα νησιά μας, ο χαλκιάς που έφτιαχνε τα εργαλεία για να καλλιεργηθεί η γης.

  Μέχρι το 1992 ζούσε στο Όθος της Καρπάθου ο Γεώργιος Κωστέτσος, ο τελευταίος χαλκιάς του νησιού. Τον θυμάμαι κάθε πρωί ν΄ ανεβαίνει στο χαλτσαδιό(1) του και κάθε απόγευμα να κατεβαίνει κατάκοπος. Στα χέρια του συνήθως κρατούσε κάποια από τις δημιουργίες του. Εκεί στο δωματιάκι που ζούσε είχε ένα μπαούλο με αξίνες, σκαλιστήρια, τσάπες και ένα σωρό άλλα σιδερένια εργαλεία. Από όλα τα χωριά τον επισκέπτονταν για να διορθώσουν ή ν'  αγοράσουν κάποιο εργαλείο και τότε η πρωτότυπη αυτή έκθεση άνοιγε αμέσως και με καμάρι επιδείκνυε το εμπόρευμα του.

  Τον θυμάμαι μεγάλο σε ηλικία. Είχε περάσει τα ενενήντα, όταν πέθανε. Γεννήθηκε το 1902 όπως έγραφε η ταυτότητά του, εκείνος όμως υποστήριζε ότι το πραγματικό έτος γέννησης του ήταν το 1898. Κι όμως λίγα χρόνια πριν πεθάνει, ακόμα δούλευε. Μόνος του δούλευε το φυσερό για να δυναμώσει η φωτιά και στη συνέχεια χτυπούσε αλύπητα το πυρωμένο σίδερο στο αμόνι για να του δώσει σχήμα. Δύσκολη δουλειά μα ήταν δυνατός άντρας. Έχουν να διηγούνται στο χωριό: Προπολεμικά, όταν χτιζόταν το Δημοτικό Σχολείο, κάτω στα Πηγάδια - το λιμάνι του νησιού- έφτασαν τα ξύλα για τη στέγη και τα πατώματα. Όλοι οι άντρες κατέβηκαν για να βοηθήσουν στη μεταφορά τους. Τα δοκάρια όμως είχαν μεγάλο μήκος και δεν μπορούσαν να φορτωθούν στα ζώα. Τότε αποφάσισαν να τα μεταφέρουν στον ώμο. Δύο δύο οι άντρες φορτώνονταν τα δοκάρια και διένυαν την απόσταση των 5 χιλιομέτρων περίπου για να ανέβουν στο υψόμετρο των 530 μέτρων που βρίσκεται το χωριό. Μόνο ο Γιώργης ο Κωστέτσος την έκανε αυτή τη μεταφορά μόνος του και μάλιστα δυο φορές την ημέρα.

Georgios Kostetsos the last Blacksmith
Ο Κωστέτσος στο Χαλτσαδιό του

  Σε μικρή ηλικία βρέθηκε στην Μικρά Ασία, στην περιοχή της Σμύρνης. Σε ντόπιο μάστορα έμαθε την τέχνη του χαλκιά. Ακολούθησε τη φυγή των Ελλήνων κατά την Μικρασιατική Καταστροφή. Μάλιστα έφυγε μια μόλις μέρα πριν την είσοδο των Τούρκων στην Σμύρνη, παρά τις παραινέσεις του αφεντικού του να παραμείνει για μία μέρα ακόμα ( κανένας δεν πίστευε στην Καταστροφή). Επέστρεψε στην Κάρπαθο και μπήκε βοηθός σε ντόπιους μαστόρους. Στο Νικολή το Χαλκιά και τον Πολυχρόνη Χανιώτη. Δεν ήταν ικανοποιημένος όμως ούτε από τις απολαβές, ούτε από την εργασία. Έτσι ανοίγει δικό εργαστήριο στις Πυλές. Δεκαοχτώ χρόνια το κράτησε ανοιχτό. Στη συνέχεια ανοίγει χαλτσαδιό στο χωριό του, στης Ευαγγελίας το σπίτι, κοντά στην Παναγία. Εκεί έμεινε ως την πρώτη πενταετία του 1950. Τότε μεταφέρει το εργαστήριο του στη Μέλλουρα, εκεί όπου τον γνωρίσαμε εμείς οι νεότεροι.

 Στην περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν αποκλείστηκε το νησί και τα καράβια έπαψαν να μεταφέρουν τρόφιμα, οι κάτοικοι ως μόνο τρόπο επιβίωσης βρήκαν την καλλιέργεια της λιγοστής γης. Χρειάζονταν εργαλεία. Καλοσυντηρημένα εργαλεία. Και η πρώτη ύλη ήταν λιγοστή. Τότε φάνηκε η αξία του ντόπιου τεχνίτη. Και ο καλύτερος ήταν ο Κωστέτσος. Έκανε συμφωνία με τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους. Θα τους επιδιόρθωνε τα εργαλεία που θα χρειάζονταν για μια πλήρη καλλιεργητική περίοδο και αυτοί θα τον πλήρωναν σε είδος. Οι γεωργοί τέσσερα πινάκια γεννήματα. (Το πινάκι ήταν δοχείο-μονάδα μέτρησης όγκου, του Κωστέτσου ήταν λίγο μεγαλύτερο.) Οι κτηνοτρόφοι, βούτυρο, δρίλλα, κρέας. Οι σκαφιοί(2) χρήματα. Τίποτα δεν έλειψε από το σπίτι του τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Πολλές φορές ήταν το μόνο σπίτι που είχε βούτυρο, το οποίο έδινε σε κάποιον ασθενή ως γιατρικό. Δούλεψε όμως πολύ σκληρά τότε, το επέτρεπε πέρα από την ισχυρή του κράση και η ηλικία του. Από τα ξημερώματα ως αργά τη νύχτα. Οι ανάγκες ήταν μεγάλες. Έφτιαχνε τα πάντα, από υνιά ως κλειδαριές. 

 Του έφερναν σκασμένα βλήματα και αυτός τους έφτιαχνε τα εργαλεία. Για κάρβουνο φρόντιζε ο ίδιος. Έπαιρνε άδεια από τους κατακτητές Ιταλούς κι έκοβε πεύκα. Στις Μισσάθες κατασκεύαζε τον καρβουνόλακο. Έκοβε ξύλα και τα στοίβαζε μέσα σε αυτόν, τα σκέπαζε με κοσκινισμένο χώμα και τα "έκαιγε" δημιουργώντας το κάρβουνο. Όταν ήταν έτοιμα τα μετέφερε με μουλάρια στο χαλτσαδιό του.

 Ατυχήματα είχε. Κάποτε του καρφώθηκε στο χέρι το πίσω μέρος ενός δρεπανιού. Τα φάρμακα ανύπαρκτα. Η δημώδης ιατρική συνέστησε έναν κόκορα βραστό σε καθημερινή βάση. Το ξεπέρασε γρήγορα. 

 Τον θυμάμαι ακόμη, να παίζει τάβλι στο καφενείο. Αληθινή πρόκληση για όποιον είχε το θάρρος να τα βάλει μαζί του. Ανίκητος. Στο χωριό ακόμα λένε για ένα αναπόφευκτα χαμένο διπλό παιχνίδι: "Αυτό δεν το κόβει ούτε ο Κωστέτσος".

 Κρίμα που η γενιά μου, δεν είχε την προνοητικότητα να περισώσουμε το φυσερό του, το αμόνι του, το εργαστήρι του. Πράγματα που κάποτε τα θεωρούσαμε ασήμαντα, σήμερα στην εποχή της αλματώδους ανάπτυξης θα μας συνέδεαν με το παρελθόν μας. Τουλάχιστον με τη βοήθεια της μνήμης ας κάνουμε αυτό το ταξίδι, στη δύσκολη ζωή των παλαιοτέρων γενιών από εμάς. Όχι νοσταλγώντας την αλλά για να διδαχθούμε από τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τις δυσχέρειες της εποχής τους.  

Φυσερό ή Φυσούνα σιδερά, λαογραφικό Μουσείο Καλλιμασίας Χίου. Το φυσερό του Κωστέτσου ήταν διαφορετικό, μοναδικό από μια πρόχειρη έρευνα που έκανα, δυστυχώς δεν διασώθηκε.

(1) χαλτσαδιό: σιδερουργείο

(2) σκαφιοί: σκαφτιάδες


Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2021

Bargain books

 Η συμμετοχή μου, στην μίνι σκυτάλη γραφής 21-22, πιο διοργανώνει με πολύ επιτυχία η αγαπητή μας MaryPetrax

Μου το είχαν πει, το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον, όλο ανέβαλα όμως την επίσκεψη μου, ο χρόνος μου έλειπε, μπα δικαιολογίες, απλώς βαριόμουν να σύρω τα πόδια μου ως την Άνω Πόλη, κάποιο στοκατζίδικο είχε ανοίξει, πολύ καλές τιμές, σε καλή κατάσταση όλα όσα πωλούσε, κάποια ανέγγιχτα ακόμα, μάλλον δώρα που δεν άρεσαν θα ήταν, και το πιο σημαντικό, η ποσότητα και η ποικιλία ήταν εφάμιλλη των καλύτερων βιβλιοπωλείων του Κέντρου. 

Ναι για βιβλία μου είπαν, μέχρι χτες αυτά έλεγα, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν μου είχε μείνει κανένα αδιάβαστο πια, απ΄ αυτά που σκόρπια εδώ κι εκεί γέμιζαν όλο τον χώρο του φοιτητικού μου δωματίου. Ήξερα από τη μια ότι ο μηνιαίος μου λογαριασμό κινδύνευε να εξαντληθεί πριν την ώρα του, αλλά από την άλλη η ανάγκη μου για λογοτεχνία με είχε κυριεύσει σαν ναρκωτικό.  Να διαβάσω κάτι για δεύτερη φορά μου είναι αδύνατον. Είναι αλήθεια, στην δεύτερη ανάγνωση πάντα ανακαλύπτεις νέες πτυχές και κρυφά νοήματα, που οι συγγραφείς θέτουν προς διερεύνηση από εμάς, δεν με ενδιαφέρουν όμως αυτά εμένα, προτιμώ το ταξίδι που μου χαρίζουν τα βιβλία, σε κόσμους αλλοτινούς ή ξένους, με ήρωες αληθινούς ανθρώπους και όχι τέρατα της φαντασίας, με τρόπους που ποτέ μου δεν θα ζήσω στην δική μου, μικρή και περιορισμένη ζωή. 

Τέλος πάντων, το πήρα απόφαση, επισκέφτηκα τον χώρο αυτόν, σε κάποιο πλακόστρωτο στενό των Κάστρων βρισκόταν, ψιλοέβρεχε την ημέρα εκείνη, όταν διάβηκα την πόρτα του το πρώτο που ένιωσα ήταν η μυρωδιά του πολυκαιρισμένου χαρτιού, δεν με ενόχλησε, ίσα ίσα η ζεστασιά του όλου χώρου με είχε κερδίσει με τη μια. Άρχισα να ψάχνω στις προθήκες και τους πάγκους, μία κοπέλα, στην ηλικία μου πάνω κάτω, ίσως να ‘ταν κι αυτή φοιτήτρια, δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω,  με ρώτησε αν μπορούσε να με βοηθήσει, δεν χρειάζεται της είπα, έψαχνα έτσι αόριστα, δίχως κάτι μέσα στο μυαλό μου, πάντα έτσι κάνω όταν επισκέπτομαι τα βιβλιοπωλεία, θέλω η εικόνα του εξώφυλλου, ο τίτλος, η περίληψη στο οπισθόφυλλο, να με προκαλέσουν, να με πείσουν ότι δεν θα έχανα από την αγορά μου αυτή.  Έψαχνα λοιπόν αργά, υπομονετικά, εκεί θα περνούσα το απόγευμά μου πια, δεν βιαζόμουν, έψαχνα στις σωρούς με τα βιβλία μέχρι να βρω αυτό που θα μου γυάλιζε το μάτι:

Μαρία Νεφέλη, χαμογέλασα, την πρώτη φορά το διάβασα με τον λάθος τρόπο, ναι, υπάρχει τέτοιος, σελίδα τη σελίδα κι όχι πρόσωπο το πρόσωπο όπως το ήθελε ο Ελύτης.

Η αφήγηση ενός ναυαγού και τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς δίπλα δίπλα, κόσμοι ξωτικοί στην σκληράδα τους, πονεμένοι μα και ερωτικοί, που τους απόλαυσα με την ασφάλεια της απόστασης που με χώριζε από τους ήρωες τους.

Η παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, το Μπόρχες, που με απογοήτευσε διότι εγώ αναζητούσα τις ραδιουργίες των μεγάλων κι αυτός, μου σέρβιρε αυτές τις αναμενόμενες, των μικρών ανθρώπων της διπλανής πόρτας.

Ταξίδι στη Ανατολή, του Έσσεν, βαθιά φιλοσοφικό, έβλεπε τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά από αυτήν μας μάθανε, κίνησε το μυαλό μου σε αντίστροφους κύκλους, μου άρεσε.

Οδυσσέας του Τζόις, όλα σε ένα εικοσιτετράωρο καμωμένα, περισσότερο να με βασανίζουν οι σκέψεις του, κι εκείνον φαντάζομαι όταν το έγραφε, και στο τέλος να υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα το ξαναδιαβάσω όταν μεγαλώσω κι άλλο, μπας και καταλάβω γιατί το έγραψε.

Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας, του Τσαρλς Μπουκόφσκι, απόκληρου και μέθυσου, και φαινομενικά παραιτημένου, που εμένα όμως η  ωμή γλώσσα του, ο κυνισμός του, μου μιλούσαν για τις αλήθειες της ζωής.

Βασίλης Αρβανίτης, το θεριό, που σκιάχτηκε και χάθηκε στη θέα ενός φιδιού, τεράστιου, έτσι υποστήριξε ο Μυριβήλης.

Το διπλό βιβλίο, του Χατζή, που με έχωσε για καλά, στα παρελθόντα, δύσκολα χρόνια της Πατρίδας μας, από την πλευρά όχι ενός ήρωα της αριστεράς ή της δεξιάς, αλλά ενός απλού ανθρώπου που το μόνο που επιδίωκε ήταν να επιβιώσει. Ξεριζωμός, μνήμες ευτυχισμένες χρόνων, η σκληρή πραγματικότητα.

Το όνομα του Ρόδου, του σπουδαίου Ουμπέρτο Έκο, μυστηριακό, γοτθικό, με μοναστηριακές ραδιουργίες και απέραντη θλίψη για την κατάληξη της καλά κρυμμένης βιβλιοθήκης.

Το βιβλίο της θλίψης και του γέλιου, του Μίλαν Κούντερα, πονεμένες ιστορίες από τη δική του χώρα, του υπαρκτού σοσιαλισμού, που αυτός ήθελε να απομυθοποιήσει, όταν εμείς ακόμα ονειρευόμαστε τον άπιαστο παράδεισό του.

  Όλα αυτά τα είχα διαβάσει όταν το μάτι μου έπεσε, Σ το σπίτι των πνευμάτων, της Αλλιέντε, ανιψιάς του θρυλικού προέδρου της Χιλής, που σκοτώθηκε αμυνόμενος για τη δημοκρατία στην Πατρίδα του. Αυτό θα πάρω, έχω ακούσει ότι γράφει καλά, ότι σου μεταφέρει με την ψυχή της αυτά που ξέρει, που δεν ξεχνά ποτέ την αξία του ανθρώπου και του έρωτα, που στο τέλος νικούν τον κάθε παρανοϊκό δικτατορίσκο.

Και δεν το μετάνιωσα.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

Κατέστρεψαν οι ίδιοι τα έργα τους

 

  Σήμερα θα σας παρουσιάσω τρεις εικαστικούς καλλιτέχνες, οι οποίοι σε κάποια φάση της ζωής τους κατέστρεψαν δικά τους έργα. Προσωπικά η καταστροφή οποιουδήποτε καλλιτεχνικού δημιουργήματος για μένα είναι μια πράξη ιερόσυλη, ανεπίτρεπτη, τραγική για τον καλλιτέχνη πρώτα πρώτα. Δεν μπόρεσα ποτέ μου να ξεχάσω, την απελπισία στο πρόσωπο ενός νέου γλύπτη, κάτι μικρά και ιδιότροπα πήλινα αγγεία εξέθετε, όταν ένας πιτσιρικάς ξέφυγε της προσοχής της μητέρας του, σκούντησε ένα ξύλινο βάθρο και το υπέροχο έργο συνετρίβη στο έδαφος, σπάζοντας σε χίλια δυο κομμάτια. 

  Τι είναι όμως  αυτό, που οδηγεί τον ίδιο τον δημιουργό να καταστρέψει το δικό του έργο; Ας δούμε τρεις περιπτώσεις γνωστών καλλιτεχνών. 

 Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο Κλωντ Μονέ (Claude Oscar Monet) ετοιμαζόταν να παρουσιάσει μία σειρά από τους περίφημους πίνακες του με τα Νούφαρα, αυτή που θα τον έκανε παγκοσμίως γνωστό ως έναν από τους μεγαλύτερους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Εμμονικά απεικόνιζε στους πίνακες τους, όλη την ομορφιά του κήπου που είχε σχεδιάσει ο ίδιος στο νέο του σπίτι, στο Giverny, εξήντα πέντε χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι. Μέσα στο μυαλό του είχε την αίσθηση που επιθυμούσε να δίνουν οι πίνακες του, αλλά τα μάτια του δεν ικανοποιούνταν με αυτό που έβλεπε όταν άφηνε τα πινέλα κάτω. Απόλυτα τελειομανής, ανικανοποίητος για το αποτέλεσμα, λίγες μέρες πριν την επικείμενη έκθεση του, καταστρέφει με μανία ένα μεγάλο μέρος των πινάκων αυτών. Όσο κι αν προσπάθησαν οι φίλοι του να τον συγκρατήσουν, αυτός με κλωτσιές διέλυσε τους καμβάδες, απλά και μόνο διότι δεν έβλεπε αυτό που ήθελε. Τελικά όμως διασώθηκαν πολλοί από εκείνους τους πίνακες, έφτιαξε κι άλλους και σήμερα όλοι οι φιλότεχνοι θαυμάζουν τα περίφημα Νούφαρα του Μονέ.   

Claude_Mone
Τα νούφαρα και η γιαπωνέζικη γέφυρα (1901)
  

  Το 1954, ο νεαρός Αμερικανός καλλιτέχνης της ποπ αρτ, Τζάσπερ Τζόουνς (Jasper Johns), αποφασίζει να καταστρέψει όλη την πρότερη  δουλειά του, η οποία ήταν επηρεασμένη από διάφορες τεχνοτροπίες και σχολές με σκοπό να ξεκινήσει από την αρχή, δημιουργώντας κάτι απόλυτα δικό του. Και τα καταφέρνει. Την επόμενη χρονιά, μόλις στα είκοσι τέσσερα του, φτιάχνει το πιο εμβληματικό του έργο: «The flag», ένα μείγμα ζωγραφικής και κολλάζ και ουσιαστικά καθιερώνει το δικό του στυλ. Σήμερα οι πίνακες του πουλιούνται σε αστρονομικές τιμές.

Jasper_Johns
The flag 1954-55

  Τέλος, υπάρχει η σπουδαία Γαλλιδοαμερικανίδα γλύπτρια Λουίζ Μπερζουά (Louise Joséphine Bourgeois), που στα τελευταία χρόνια της ζωής της, προκάλεσε αίσθηση με τις τεράστιες αράχνες που δημιούργησε. Μια καλλιτέχνιδα με έντονο άγχος, με μία δύσκολη παιδική ηλικία όπου οι αναμνήσεις την καταδίωκαν συνεχώς, με κρίσεις αυπνίας, υστερίας και αστάθειας, έβρισκε ξανά την ηρεμία της μόνο αφού κατέστρεφε ότι δικό της έργο, έβρισκε εκείνη την στιγμή μπροστά της. 

Louise_Bourgeois
Γιγαντιαία αράχνη 2002

  Αυτές λοιπόν είναι τρεις περιπτώσεις σπουδαίων καλλιτεχνών, οι οποίοι δεν δίστασαν, καθένας για τους δικούς του λόγους, να καταστρέψουν τα δημιουργήματα τους, πάνω στα οποία είχαν ξοδέψει χρόνο, κόπο και έμπνευση. Ο Μονέ διότι ήταν δεν τον ικανοποιούσε το τελικό αποτέλεσμα που έβλεπε, ο Τζόουνς διότι ήθελε να απαλλαγεί από τις μέχρι τότε επιρροές του και η Μπερζουά, για να απαλύνει τον ψυχικό της πόνο.

  Ερώτημα προς όλους: Πόσο εύκολο σας είναι να καταστρέψετε κάτι δικό σας; Να διαγράψετε για παράδειγμα ένα αρχείο κειμένου με ένα ποίημα σας; να πετάξετε στη φωτιά ένα διήγημά σας, μια ζωγραφιά σας, ένα χειροτέχνημα σας; Κι αν το κάνετε, τι σας ωθεί σε αυτήν την ενέργεια σας;

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Μέχρι να πάρεις παγωτό... σε βρίσκει ο χειμώνας

 Ο τίτλος της σημερινής μου εγγραφής είναι από το τραγούδι του Πάνου Κατσιμίχα,  Μάνου Ξυδούς και Πάμπου Φιλίππου, που πρωτοκυκλοφόρησε το 2007. Έτυχε να το ακούσω ευθύς εκείνο το καλοκαίρι και μέχρι σήμερα, ειδικά τέτοια εποχή, θαρρείς και με στοιχειώνουν οι συγκεκριμένοι στίχοι του. Πέρασε το καλοκαίρι κι εγώ δεν πρόλαβα να χορτάσω τα παγωτά που ήθελα. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τα παγωτά ποτέ δεν τα χόρταινα και ως παιδί, όταν ακόμα μετράγαμε πόσα είχαμε φάει από τα ψυγεία της ΕΒΓΑ. Το μέτρημα σταμάταγε, όταν ξεκίναγαν τα μπάνια στη θάλασσα και τσακωνόμαστε πια, για το αν η απογευματινή βουτιά στην αγαπημένη μας θάλασσα μετρούσε διπλά ή όχι. 


 Το ζήτημα είναι ότι όσο περνούν τα χρόνια, όχι μόνο τα παγωτά που ήθελα να γευτώ γίνονται όλο και λιγότερα, αλλά και οι βουτιές στη θάλασσα μειώνονται και οι βραδινές αυγουστιάτικες βόλτες χάνονται. Πλεονάζει όμως ο χρόνος που χαζεύω τις Πανσελήνους που φωτίζουν απόκοσμα όλη την γύρω περιοχή. 

  Και μέσα σε όλη αυτήν την άθελη παραίτηση από αυτά που κάποτε αγάπησα, σαν τον κακό δράκο του παραμυθιού, έχουμε τον φόβο της πανδημίας που ειδικά για μας τις ευάλωτες ομάδες αποτελεί ένα πραγματικό εχθρό. Ειδικά αν έχεις γνωρίσει από κοντά της συνέπειες της. Μα όπως φαίνεται, όλοι κινδυνεύουν, κανένας ακόμα δεν ξέρει ποια είναι τα θανατηφόρα κριτήρια αυτού του ιού. 
  Βιώσαμε για μία ακόμα φορά τις φωτιές στη χώρα μας, οι περισσότεροι από τα social media έκλαψαν ή οργίστηκαν ή έδειξαν τις δασολογικές τους γνώσεις, αρνούμενοι να δουν τι γίνεται με ένα δάσος εγκαταλειμμένο στην τύχη του, με διαλυμένα τα δασονομία, με ελάχιστα μέσα και εκπαίδευση από την πυροσβεστική και με έναν πολίτη που θέλει να το χαίρεται δίχως όμως να ξέρει την πραγματική του δύναμη. Α! Επιτέλους ανακαλύψαμε και την κλιματική αλλαγή.
  Ζούμε τον ζόφο των άχρηστων εκείνων "αντρών", που δολοφονούν αυτήν, που δεν τους ικανοποιεί σε ότι άρρωστο έχουν στο μυαλό τους. Έντεκα ως τώρα οι νεκρές γυναίκες από την αρχή του έτους, και αναρωτιέμαι τι φταίει; Η πατριαρχία; Οι οικογένειες και τα πρότυπα με τα οποία τους μεγάλωσαν; Το σκοτεινό μυαλό τους; Το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Τα media και ο ρόλος τους, που στην ουσία αναπαράγουν όλα τα στερεότυπα για την ανωτερότητα του αντρικού φύλου; 
  Με τρόμο πλέον παρακολουθώ όλους εκείνους του ψεκ... , που στα όρια της ψυχοπαθολογίας αρνούνται την ύπαρξη του κόβιντ, μιλούν για παγκόσμιες συνομωσίες και σκοτεινά κέντρα εξουσίας, αρνούνται να νοσηλευτούν, μηνύουν εκπαιδευτικούς και γιατρούς και το κράτος... μόλις αυτές τις μέρες δείχνει να αντιδρά.
  Στενοχωριέμαι για τις στρατιές των νέων συμπατριωτών μου, των δικών μου παιδιών, που έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους και ξεκίνησαν από την αρχή τη ζωή τους στην Εσπερία, ζώντας τουλάχιστον πιο ανθρώπινα σε σχέση με τη ζωή που έκαναν εδώ. 
  Οργίζομαι για την διάλυση των νοσοκομείων μας, που παλεύουν σε μια ιδιαιτέρως δύσκολη συγκυρία, με ελάχιστο προσωπικό και μην ακούτε για διορισμούς δείτε τις ελλείψεις με αριθμούς, όπως το Νοσοκομείο της Δράμας, όπου δύο Παθολογικές κλινικές στελεχώνονται από τέσσερις μόνο ειδικευμένους γιατρούς. 
  Και τόσα άλλα....

  Ευτυχώς που εξακολουθούν και υπάρχουν οι όμορφες οικογενειακές στιγμές, οι δικοί μας άνθρωποι, που μας κάνουν να χαιρόμαστε. Βάλσαμο στην ψυχή μου από το οποίο αντλώ πλέον τη δύναμη της ύπαρξης μου!

  Για τέλος θα ακούσω μια ακόμα φορά το τραγούδι του τίτλου, η εποχή εξάλλου το σηκώνει: 


https://www.youtube.com/watch?v=x1vUyaRb1DU

ΥΓ: Όπως καταλαβαίνετε, για μένα το φθινόπωρο, ήταν και εξακολουθεί να είναι η πιο θλιμμένη εποχή του χρόνου.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

Ελβετία... highlights!

Σήμερα παρουσιάζω το τελευταίο μέρος του αφιερώματος μου, στην Ελβετία. Με στιγμιότυπα τα οποία μας εισάγουν λίγο καλύτερα, στις ιδιαιτερότητες της χώρας αυτής.

Sankt_Gallen

Άγιος Γάλλος και Άγιος Μαυρίκιος. Προστάτες της πόλης του Sankt Gallen
ο πρώτος. Ο Άγιος Γάλλος ήταν Ιρλανδός μοναχός που εδραίωσε τον 
Χριστιανισμό στην περιοχή αυτή της Ελβετίας. Ο δε Άγιος Μαυρίκιος, 
ήταν Αιγύπτιος στρατιωτικός του Ρωμαϊκού Στρατού, ο οποίος 
μαρτύρησε  όταν ο Μαξιμιανός διέταξε την θανάτωσή του λόγω της 
χριστιανικής πίστης του. Και οι δύο εορτάζονται και από το Ορθόδοξο 
εορτολόγιο. Ειδικά για τον Άγιο Μαυρίκιο, οι ρωμαιοκαθολικοί πιστεύουν 
ότι μαρτύρησε σε αυτήν την περιοχή της Ελβετίας ενώ οι Ορθόδοξοι, 
στην Βιθυνία της Μικράς Ασίας (!) Σύμφωνα με την απογραφή του 2000,
το 42% ασπάζονται τον Ρωμαιοκαθολικισμό, το 35% είναι Προτεστάντες
και 11% δηλώνουν άθεοι.


Καμπίνα για λουόμενους σε μια λιμνούλα από τις πολλές
στο Sankt Gallen
Για τα δικά μας δεδομένα, το κολύμπι υπό
τέτοιες συνθήκες, 
με ένα λασπώδη πυθμένα μου φαίνεται αδιανόητο.

Στο Sankt Gallen επιτρέπεται η στάθμευση επί του δρόμου, αυστηρά μόνο σε οριοθετημένη θέση με μπλε γραμμή. Στην περίπτωση της εικόνας, ο κάτοχος του αυτοκινήτου το είχε παρκάρει κανονικά αλλά ο Δήμος με προειδοποιητική πινακίδα, που είχε τοποθετήσει μια βδομάδα πριν, ανακοίνωνε ότι την συγκεκριμένη ημέρα η στάθμευση απαγορευόταν. Πράγματι, την ημέρα εκείνη έρχεται το συνεργείο εργασιών του Δήμου, το αυτοκίνητο δεν είχε μετακινηθεί, ειδοποιείται αμέσως η αστυνομία, αυτή με τη σειρά της ειδοποιεί τον κάτοχο του αυτοκινήτου και τον γερανό, το αυτοκίνητο μετακινήθηκε και έπεσε το ανάλογο πρόστιμο. Όλα αυτά ήταν υπόθεση μισής ώρας.

Switzerland
Αυτόματα ταμεία πληρωμής σε σούπερ μάρκετ. Κτυπάς μόνος σου τα προϊόντα
που αγόρασες και πληρώνεις με κάρτα ή μετρητά. Η υπάλληλος δεξιά
καλείται μόνο σε κάποια αστοχία ή όταν αγοράζεις ποτά, που πρέπει να
επιδείξεις τη ταυτότητα σου, για να δει ότι είσαι ενήλικας. Η εμπιστοσύνη
προς τον πολίτη είναι δεδομένη αλλά και κανένας δεν διανοείται να κλέψει.
Αποτελεί ζήτημα τιμής για τον πολίτη η κλοπή.
 

Sankt Gallen
Πάγκος Λαϊκής: Οριοθετημένος από τον παραγωγό, (όλοι είναι παραγωγοί
και στο παζάρι πάνε κυρίως οι γυναίκες τους). Με που εισέρχεσαι στον χώρο
φοράς την μάσκα σου, στο τραπεζάκι μπροστά βλέπεις το αντισηπτικό, 
Μεγάλη ποικιλία προϊόντων και καλές τιμές για τα Ελβετικά δεδομένα.

Switzerland
Σύστημα αποκομιδής απορριμμάτων: Στη φωτογραφία βλέπετε μια 
σακούλα σκουπιδιών. Την αγοράζεις από τον Δήμο και κοστίζει 2 φράγκα. 
(περίπου: 1,8 ευρώ). Αυστηρά τα οικιακά απορρίμματα μαζεύονται σε αυτές
τις σακούλες. Μια φορά ην εβδομάδα, την αφήνεις έξω από το σπίτι σου,
στο πεζοδρόμιο, και γίνεται η αποκομιδή. Αν κάνεις περισσότερα
απορρίμματα, υπάρχουν βυθιζόμενοι κάδοι και τα πετάς εκεί, πάντα όμως
στην ειδική σακούλα του Δήμου. Πώς ελέγχεται; Υπάρχει ειδική αστυνομία
 απορριμμάτων, που παρακολουθούν αν όλοι είναι συνεπείς. Πουθενά πάντως
 δεν βλέπεις το δικό μας χάλι με τους κάδους που "μοσχοβολούν" από μακριά. 
Όσο για την ανακύκλωση, υπάρχει ένα σχετικά πολύπλοκο σύστημα.
Τα χαρτιά τα συσκευάζεις σε δέματα και τα αφήνεις έξω από το σπίτι σου,
μια φορά την εβδομάδα. Κονσέρβες, γυαλιά ανά χρώμα τα μεταφέρεις
ο ίδιος σε συγκεκριμένα μέρη της πόλης, όπου υπάρχουν οι σχετικοί κάδοι
και τα αφήνεις. Μέσα στα σπίτια, υπάρχουν και οι αντίστοιχοι οικιακοί κάδοι.
Άχρηστα έπιπλα. Έχεις το δικαίωμα για μια -δυο μέρες να τα εκθέσεις
στο πεζοδρόμιο, μπροστά στο σπίτι σου για να αγοραστούν από κάποιον
περίοικο. Αν δεν πουληθούν, ο ίδιος φροντίζεις για την καταστροφή τους,
σε συνεργασία με το Δήμο.
Άλλα ήθη.....

Switzerland
Στη φωτογραφία βλέπετε συσκευασίες από τα McDonalds. Η πρώτη , για τις 
πατάτες, έχει τον QR κωδικό. Όλα τα καταστήματα έχουν αυτόν τον κωδικό σε
εμφανές μέρος, ακόμα και πάνω στα τραπέζια, ο οποίος οδηγεί διαμέσου του 
κινητού σου, στην ιστοσελίδα του καταστήματος. Το σηματάκι από κάτω,
με την ελβετική σημαία, γράφει SUISSE QARANTIE.Το σήμα αυτό το 
φέρουν, πλήθος προϊόντων διατροφής και σημαίνει ότι οι πρώτες ύλες τους
είναι εγγυημένες από τις αυστηρές προδιαγραφές, που ορίζει η
ελβετική νομοθεσία. Πάντως οι άνω συσκευασίες δεν ήταν ανακυκλώσιμες. 

Switzerland
Πυρηνικά καταφύγια. Σύμφωνα με την ελβετική νομοθεσία, από τη δεκαετία
του '50, όλες οι κατοικίες πρέπει να έχουν στα υπόγεια τους, το δικό τους
πυρηνικό καταφύγιο. Στη φωτογραφία βλέπετε την βαριά πόρτα που κλείνει
ένα από αυτά. Τεράστιο κόστος κατασκευής για έναν κίνδυνο που φαντάζει
μακρινός. Όχι όμως και η πυρηνική ενέργεια που χρησιμοποιούν για τις
ενεργειακές τους ανάγκες... Επιπρόσθετα διατηρούν έναν ισχυρό στρατό,
που εκτός την υποχρεωτική θητεία έχει και ετήσιες υποχρεωτικές ασκήσεις
για τους έφεδρους. Η απουσία τους από την εργασία τους, πληρώνεται
κανονικά από τον εργοδότη τους. Υποστηρίζουν ότι από την μια
η στρατιωτική τους ισχύς και από την άλλη το δύσβατο του εδάφους της,
είναι η βασική αιτία που οι Γερμανοί σεβάστηκαν την ουδετερότητά της
στον Β΄Π.Π. (και όχι οι τράπεζες της, με τον ιδιωτικό πλούτο όλων
 των συμμετεχόντων μερών)


ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Switzerland

Switzerland
Πράσινα λιβάδια, άφθονα νερά, ψηλά χιονισμένα βουνά, η πρώτη εικόνα 
που έχει κάποιος για την Ελβετία.

Switzerland

Switzerland

Switzerland
Οι Ελβετοί είναι λάτρεις του θείου δώρου που απολαμβάνουν. Κάθε 
Σαββατοκύριακο, ανάλογα τις καιρικές συνθήκες, θα εκδράμουν εκτός πόλης, 
είτε για σκι, είτε για πεζοπορία, είτε για ποδηλασία, είτε για μια βουτιά
σε μια από τις πολλές λίμνες του καλοκαιρινούς μήνες, ή για ένα απλό πικ-νικ.

Sankt _Gallen
Χιλιάδες αγελάδες βόσκουν στα ατελείωτα λιβάδια τους, ακόμα και δίπλα
 στις πόλεις τους, σε περιφραγμένους χώρους. Όλοι τους αναγνωρίζουν 
τον πλούτο που τους χαρίζει η κτηνοτροφία και ειδικά την αξία του γάλακτος
για την οικονομία τους. Αν μιλάμε όμως για κρέας, υπάρχουν αντικίνητρα 
για την κατανάλωση του, όπως η πολύ υψηλή τιμή του, κάτι που δεν το
φαντάζεσαι με τίποτε.

Δείτε τις προηγούμενες εγγραφές μου  για την Ελβετία

Τέλος...








Ποιος είναι ο λύκος τελικά;

  Η συμμετοχή μου, στο λογοτεχνικό δρώμενο: Εικόνα και Φράση # 1 # , που διοργάνωσε με μεγάλη επιτυχία, η αγαπητή μας Mary Petrax  από την ...