Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

Ευχές σε όλους - Ανασκόπηση του 2018

Στην διαδικτυακή κοινωνία που κινούμαστε κι ειδικά εδώ που έχουμε δημιουργήσει μια νέα γειτονιά, μια νέα Blogo - παρέα, θα ήθελα να ευχηθώ τα καλύτερα, σε όλους σας για το νέο έτος. Φοβόμουν τις ατομικές ευχές διότι ήμουν σίγουρος ότι κάποιον θα ξεχνούσα. Ήδη σε κάποιους ευχήθηκα. Διαβάζοντας την ανασκόπηση του φίλου μας, του Gianni Pit , για το 2018 που φεύγει, διαπίστωσα ότι αυτή η χρονιά για τη γειτονιά μας, μα και για μένα ήταν σημαντική. Η χρήση των Νέων Τεχνολογιών, παρά τα όποια αρνητικά μπορεί να της προσάψει κανείς, μας έχει διαπλατύνει τον ορίζοντα μέσα στον οποίο ονειρευόμαστε. Ειδικά σε αυτήν εδώ τη blogo- συντροφιά, η οποία δοκιμάστηκε στην αρχή της χρονιάς, όταν μας έκλεισε ο pathfinder... απέδειξε ότι έχει ψυχή! Η κινητοποίηση μας υπήρξε άμεση, ο ένας στήριξε τον άλλο, ώστε να μην χαθούμε, να μην χαθούν και οι προηγούμενες αναρτήσεις μας και να μπορέσουμε να εγκατασταθούμε πια σε αυτή τη νέα γειτονιά... από path να γίνουμε blogger! Σε μένα όλο αυτό έδρασε θετικά! Αναδιοργανώθηκα, έφερα κοντά μου τους παλιούς μου φίλους, γνώρισα και νέους, συμμετείχα σε νέα δρώμενα γραφής και φωτογραφίας, τα οποία χαίρομαι ιδιαιτέρως! 
Σε όλη λοιπόν αυτή τη διαδικτυακή παρέα, εύχομαι ολόψυχα ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ με τον τρόπο που επιθυμεί ο καθένας και το 2019 να είναι ένα έτος γεμάτο χαρές, υγεία, δύναμη και δημιουργικότητα!!!!

Το 2018 ήταν μια καλή χρονιά. Πάντα βέβαια υπάρχουν οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, σημασία έχει η ματιά με την οποία τα αντικρίζεις όλα. Αν θέλεις το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο. Αποτολμώντας λοιπόν τον απολογισμό της χρονιάς... είμαι ευχαριστημένος.
Στο 2018, τόλμησα μια πρώτη, αυτοέκδοση των διηγημάτων μου, τα οποία κατά καιρούς είχα δημοσιεύσει στο blog μου. Περισσότερο για να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου σε ένα επίπεδο πιο πάνω. Είχα θετική ανταπόκριση απ΄ όλους σας, κάποιοι αποτόλμησαν να μου κάνουν κριτική, την ήθελα, αυτή με ώθησε σε μονοπάτια πιο δύσκολα, για τα οποία εύχομαι εν καιρώ, να μπορώ να πω περισσότερα. Ευχαριστώ όλους όσους ξόδεψαν λίγο από τον πολύτιμο χρόνο τους να με διαβάσουν.
Θα παραθέσω μόνο την κριτική του Γιάννη, ο οποίος την δημοσίευσε στο blog του και τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως γι΄ αυτό!

"ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ"

Συλλογή Διηγημάτων από τον
ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗ


Ο Αγαπητός μας Βασίλης, είναι χρόνια γνωστός στην δικτυακή μας γειτονιά, από ένα όμορφο blog. Ένα blog που ξεκίνησε αρχικά και παλιά στην δικτυακή πλατφόρμα του Pathfinder και μετά το κλείσιμο της τον βρίσκουμε πλέον εδώ:  ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Αφήνουμε τον ίδιο τον Συγγραφέα να μας παρουσιάσει το έργο του:

Αυτοέκδοση του Βασίλειου Διακοβασίλη, με την πρώτη απόπειρα του να μεταφέρει διηγήματα που γράφει εδώ και μερικά χρόνια, από τα ηλεκτρονικά μέσα δικτύωσης, σε έντυπη μορφή, σε βιβλίο.  Ανθρώπων ιστορίες, ο τίτλος του....
...Ιστορίες, απ΄ τη ζωή βγαλμένες ή φανταστικές, ποιος αλήθεια ξέρει; Ιστορίες, που όταν αρχίσεις να κτυπάς το πληκτρολόγιο, τα γράμματα ένα ένα, οι λέξεις και οι προτάσεις εμφανίζονται αβίαστα, οι ιστορίες κυλούν μπροστά σου, σαν ένα ποτάμι, που θα σταματήσει μόνο όταν θα φτάσει στον προορισμό του. 
Και τότε αφού ειπωθούν, η ψυχή γαληνεύει διότι την απάλυνες από το αβάσταχτο φορτίο με το οποίο η μνήμη την πλάκωνε.
Ιστορίες για την αγάπη, για τον χωρισμό, για τη μοίρα των ανθρώπων, 
για τις καλές στιγμές ή τις δύσκολες αποφάσεις τους. 
Ιστορίες ανθρώπων....


Ο Βασίλειος Διακοβασίλης, είναι εκπαιδευτικός, στο χώρο της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι ένας μάχιμος άνθρωπος της Εκπαίδευσης, που με την παρουσία του στα σύνορα της πατρίδας μας, έχει την ευλογία αλλά και την εκφραστική ικανότητα να εξιστορεί και να παρουσιάζει με πολύ λυρικό λογοτεχνικό τρόπο τα προβλήματα, τις αγωνίες, τα όνειρα, τις προσδοκίες των ανθρώπων σε εκείνες τις ακριτικές γωνιές.

"Οι αληθινές δυσκολίες έρχονται στα χρόνια που κυριαρχεί πάνω μας η μνήμη, άλλοτε χαρίζοντάς μας ένα μειδίαμα στα στεγνά μας πλέον χείλη, άλλοτε αφήνοντας να κυλήσει ένα δάκρυ", μας γράφει ο ίδιος.

Οι "ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ" αποτελούνται από: Δώδεκα (12) επί μέρους διηγήματα:
  1. Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης
  2. Δεν ήταν το τυχερό της
  3. Ο Μόνος δρόμος
  4. Ένα πικ απ με περίμενε στη γωνία
  5. Έτσι τ' αποφάσισε ο Θεός
  6. Ένα καλοκαίρι Kitsch
  7. Συνέχισε το δρόμο του
  8. Ωραία εποχή
  9. Καστελόριζο, προ αεροδρομίου, προ Mediterrraneo, προ διαγγέλματος Παπανδρέου
  10. Θε μου, η μητρική στοργή που βρήκε τόσο δηλητήριο
  11. Είναι κουτό γιατρέ ή μήπως δεν είναι και τόσο ;
  12. Μια συνηθισμένη Ιστορία
Δώδεκα ανθρώπινες ιστορίες βουτηγμένες στην αλήθεια, σε μια καταιγίδα συναισθημάτων και βιωμάτων. Όπου στις γραμμές τους μπορείς να συναντήσεις τα πάντα, όνειρα, ελπίδες, προσδοκίες, απογοητεύσεις, έρωτα, πάθος, αδιέξοδα, χαρά, λύπη, θάνατο, αποτυχία.

Όλες οι ιστορίες ενταγμένες τόσο ρεαλιστικά μέσα στο κοινωνικό κάδρο που αρέσουν και συγκινούν.

Προσωπικά θα έλεγα ότι δύο από αυτές τις ιστορίες με συγκλόνισαν περισσότερο από όλες:
Η μία είναι το "Θε μου, η μητρική στοργή, που βρήκε τόσο δηλητήριο", η δραματική ιστορία του Περικλή και της μητέρας του. Μια ιστορία όπου μέσα στις λέξεις της διαβάζω την δική μου περίπου προσωπική ιστορία και που στο τέλος της με την αναφορά στο έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου πραγματικά μένεις με ένα κόμπο στο λαιμό.

Η Δεύτερη είναι η "Μια Συνηθισμένη Ιστορία". Μια ιστορία έρωτα, πάθους, ηδονών, της Ντολόρες Μαλνόμ. Από τις πιο ερωτικές και αισθησιακές ιστορίες πάθους και συναισθημάτων που έχω διαβάσει αγαπητοί φίλοι όπου εδώ ο συγγραφέας δίνει ρέστα με τη γραφή του, τη δύναμή της, την εκφραστική της ηδονική της "αυθάδεια".

ΠΟΥ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:  Οι "ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ" διατίθενται εδώ:


Και συνεχίζοντας αυτόν τον απολογισμό, βλέπω μια ακόμα ανάρτηση μου, σε δύο μέρη, ένα ταξίδι που πολύ καιρό ονειρευόμουν και μέσα στο 2018 το πραγματοποίησα. Ένα ταξίδι δρόμου, στην Ιταλία και τα Βαλκάνια, με την οικογένεια μου -είχα κι ένα όμορφο συναπάντημα με νεώτερους φίλους μας, χρειαζόμαστε την αύρα τους - στο οποίο βρέθηκα να αναμετριέμαι με τον ίδιο τον εαυτό μου, μα στο τέλος όλα πήγαν καλύτερα απ΄ ότι μπορούσα να φανταστώ. Είδα καινούρια μέρη, γνώρισα άλλους τρόπους ζωής και κυρίως διαφορετικές νοοτροπίες. Τέτοια ταξίδια σε κάνουν να βλέπεις με άλλη ματιά το σήμερα, τη δική μας μίζερη πραγματικότητα, να αισιοδοξείς ότι μπορούν τα πράγματα να γίνουν καλύτερα και για μας. Έτσι θέλω να πιστεύω!
  Έκανα τρεις μόνο παρουσιάσεις βιβλίων, μου αρέσει το διάβασμα στον ελεύθερο χρόνο μου, και πρόσθεσα στις ΒιβλιοΑναγώσεις τα παρακάτω:

ΛΟΚΟΜΟΤΙΒΑ  του Πάνου Ιωαννίδη

Στον ίσκιο της ροδιάς του Tariq Ali

Η λήθη που θα γίνουμε του Εκτορ Αμπαδ Φασιολινσε

 Δεν ξέρω τι άλλο με κάνει να θέλω να γράψω για κάποιο βιβλίο πέρα απ΄ ότι, όταν τελειώσω το διάβασμα του, νιώθω να ξεχειλίζουν από μέσα μου τόσο πολλά που θέλω να τα αποτυπώσω κάπου, για να μην τα ξεχάσω. Δεν κάνω ούτε κριτική ούτε διαφήμιση, γράφω για τον εαυτό μου... 
  
Μια ανάρτηση μου τον Αύγουστο, συνήθως τον Αύγουστο δεν γράφω... αλλά η τραγωδία στο Μάτι ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε όλους μας και όλοι μας αναζητούσαμε απαντήσεις, τις οποίες, δυστυχώς, δεν φαίνεται ότι θα πάρουμε ποτέ από την υπεύθυνη πολιτεία.

Το Σεπτέμβριο νοσταλγώντας την ιδιαίτερη πατρίδα μου αλλά κυρίως τα χρόνια της νιότης μου, δημοσίευσα ένα αφήγημα για κείνα τα χρόνια τα τόσο διαφορετικά από το σήμερα, που μόνο όσοι είχαμε την ευτυχία να γνωρίσουμε την πατρίδα μας στα πέτρινα χρόνια, μπορούμε να κατανοήσουμε τη θέρμη που γεμίζει τη ψυχή μας και μόνο η θύμηση τους. 

Και τέλος, μια ευχάριστη για μένα εμπειρία... είναι σημαντικό μετά από 33 χρόνια στο σχολείο, να ανακαλύπτεις εκ νέου τη χαρά των νέων εμπειριών και των νέων δυνατοτήτων που ανοίγονται στη νέα γενιά και στις οποίες έχεις τη χαρά να καθοδηγείς και να συμμετέχεις κι εσύ. Μιλώ για τη Φόρμουλα 1 στα σχολεία, ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα νέας κοπής, το οποίο τα χαρήκαμε όλοι μας, δάσκαλοι και μαθητές.
Αυτές ήταν φίλοι μου οι φετινές εγγραφές μου, για μένα δεν είναι λίγες ... Αγαπημένοι μου συνταξιδιώτες blogger πλέον... το 2019 ας είμαστε καλά να συναντιόμαστε όσο συχνότερα γίνεται, γεμάτοι δημιουργική αισιοδοξία σε τούτη τη γωνία της μπλοκόσφαιρας!!! Καλή Συνέχεια!!!!!!
.λες

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Η λήθη που θα γίνουμε ΕΚΤΟΡ ΑΜΠΑΔ ΦΑΣΙΟΛΙΝΣΕ

Ζούμε, πεθαίνουμε, ξεχνιόμαστε.
  Όσο κι αν έχει προοδεύσει, σε κάθε τομέα ο άνθρωπος, ο θάνατος εξακολουθεί να είναι αξεπέραστος. Αυτό πιστεύω ότι, αν και δεν μας αρέσει να το λέμε, το γνωρίζουμε όλοι μας. Αυτό που απασχολεί τον συγγραφέα στο βιβλίο τούτο, είναι η λήθη που επέρχεται στη συνέχεια. Ακόμα και για ανθρώπους, όπως τον πατέρα του, τον Έκτορ Αμπάδ Γκόμες. Γιατρός, υγιεινολόγος, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια Κολομβία, όχι αυτήν του μαγικού ρεαλισμού του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αλλά μιας Κολομβίας διχασμένης, όπου τα τάγματα θανάτου σκοτώνουν κάθε έναν που εκφέρει έναν λόγο επικίνδυνο, ενάντια στους οικονομικά ισχυρούς της χώρας, που αποτελούν την πραγματική εξουσία της χώρας.
  Ο συγγραφέας αισθάνεται την υποχρέωση να παρατείνει τη μνήμη του πατέρα του, όσο περισσότερο μπορεί. Ξέρει, ότι λίγοι, έχουν την τύχη (;)... το όνομα τους να γραφτεί στα τεφτέρια της ιστορίας και να μνημονεύεται για πολλά χρόνια ακόμα μετά το θάνατό τους. Θεωρεί υποχρέωση του να γράψει ένα βιβλίο, μέσα στο οποία θα ιστορείται η ζωή του πατέρα του αλλά κυρίως η δική του, ξεχωριστή σχέση με εκείνον.
Αξίζει το εγχείρημα; Αληθινά δύσκολη η απάντηση. Αξιέπαινο το εγχείρημα του, αλλά για μένα είναι ένα ακόμα θύμα, μιας ταραχώδους περιόδου στην ιστορία της Κεντρικής Αμερικής. Για τους απογόνους του, σίγουρα θα νιώθουν υπερηφάνεια. Για τους συμπατριώτες του; Δεν ξέρω! Για όσους διάβασαν το βιβλίο, πέρα από την ιστορία, σίγουρα θα σκεφτούν πολλά για τη ζωή και το θάνατο.
 Και μπαίνουν λοιπόν τα ερωτήματα:
Για πόσο η ύπαρξη μας θα καταγράφεται και μετά τον θάνατό μας; Ένα χρόνο, δύο, πέντε, είκοσι; 
Και τι σημασία έχει αυτό αν δεν ζούμε; Έχει σημασία για τους άλλους, τα αγαπημένα μας πρόσωπα στη ζωή.
Και τι είναι η ζωή; .... εδώ το σταματάω γιατί η ατμόσφαιρα βαραίνει πέρα από τις δυνάμεις μου!
  Θάνατος! Απώλεια
Άλλες φορές τον αντιμετωπίζουμε με ανακούφιση, όπως όταν η οικογένεια του συγγραφέα χάνει την πανέμορφη Μάρτα , στα μόλις 16 χρόνια της, από καρκίνο. Με ανακούφιση διότι βλέπεις το παιδί σου, το οποίο δεν έχει προλάβει καν να γευτεί την αληθινή ζωή, να υποφέρει, να πονάει κι εσύ δεν το αντέχεις. Συγχρόνως αυτή η απώλεια είναι οδυνηρή, αξεπέραστη, γιατί ζεις εσύ και δίπλα σου, θα ήθελες να βρίσκεται η αγαπημένη σου κόρη, αδελφή η οποία χάθηκε για πάντα. Την πλασματική ύπαρξη της συντηρεί μόνο, η μνήμη σου. Και πονάει!
Αναμενόμενος ο θάνατος του ιδεολόγου καθηγητή, αλλά η οικογένεια του δεν πίστεψε ποτέ ότι θα άγγιζε και τη δική τους οικογένεια η τρέλα των στυγνών δολοφονιών, που οργανώνονταν από αυτούς που με κάθε θυσία θέλουν να κουμαντάρουν τη χώρα και τις ζωές των ανθρώπων της. Ο γιος του πονάει, δεν συγχωρεί, γνωρίζει όμως γιατί δολοφονήθηκε, δεν μπορεί να αντιδράσει, φεύγει, εγκαταλείπει τη χώρα! Βλέπει ότι η θυσία του ξεχνιέται γρήγορα, το θεωρεί άδικο, γράφει ένα βιβλίο για να ματαιώσει τη λησμονιά της ύπαρξης του, μόνο για λίγο όμως το κατορθώνεις αυτό. Είναι
Μεδεγίν - Κολομβία
γεμάτος αναμνήσεις για αυτά που έζησε μαζί του, η γραφή ανασύρει μια μια τις στιγμές εκείνες. Στιγμές τρυφερότητας, ελευθερίας, διδασκαλίας των αξιών της ζωής! Θυμάται. Αυτός δεν τον έχει ξεχάσει αλλά μετά από αυτόν; Ποιος θα τον θυμάται; Έχουμε ξεχαστεί πριν ακόμα πεθάνουμε. " Είμαστε ήδη η λήθη που θα γίνουμε", αναφέρει ο συγγραφέας από ένα ποίημα του Μπόρχες....
  Πόση απελπισία περιέχει η παραπάνω ρήση; Πόσο μάταιη φαντάζει η ζωή του καθενός μας, αν την παραπάνω επικεφαλίδα, την πάρουμε τοις μετρητοίς; Αυτό είναι το νόημα της ζωής μας;
Κατά τη γνώμη μου όχι!
  Κανένας δεν ζει για το μέλλον αλλά για το σήμερα. Όλοι μας, φτιάχνουμε τη ζωή μας με μόνο γνώμονα, την ικανοποίηση των αναγκών μας, με μικρό χρονικό ορίζοντα μπροστά μας.
Ποιος αλήθεια μπορεί να νοιάζεται για την υστεροφημία του; Για αν μην είμαι απόλυτος, πιθανόν υπάρχουν κι αυτοί. Εκτιμώ ότι πρέπει να είναι λίγοι.
Ο δολοφονημένος λοιπόν, Έκτορ Αμπάδ Γκόμες, ο ιδεαλιστής καθηγητής, ο λίγο αγαθός ακτιβιστής, δεν πάλευε για την υστεροφημία του αλλά για τα πιστεύω του, αυτά που του επέτασσε η συνείδηση του κάθε μέρα. Το σημείωμα, που βρέθηκε στη τσέπη του, το ποίημα του Μπόρχες, με πρώτο στίχο "Είμαστε ήδη η λήθη που θα γίνουμε"  τον εξέφραζε απόλυτα. Ο γιος του αρνείται να το αποδεχθεί....

ΥΓ. Ένα από τα βιβλία που λες, γιατί το διάβασα τώρα αυτό;

Μια διαφορετική ανάγνωση του βιβλίου, της συνταξιδιώτισσας Χριστίνας Παπαγγελή, δείτε εδώ

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Κάποτε στη Γυνατού

  Τη θυμάμαι καλά εκείνη τη χρονιά. Τη θυμάμαι διότι θα ξεπερνούσα επιτέλους, την μέχρι τότε άρνηση των γονιών μου να ακολουθήσω την παρέα μου στη πανηγύρι της Γυνατούς. “ Είναι μακριά, θα κουραστείς, η στράτα είναι επικίνδυνη, δεν υπάρχει μέρος για να κοιμηθείς” ήταν τα επιχειρήματά τους.
  Κάθε χρόνο, την επομένη της εξόρμησης αυτής και για πολλές ημέρες ακόμα, άκουγα από τους φίλους μου, για ένα μονοπάτι, που σε κάποια σημεία του έχασκε ακριβώς δίπλα του ένας τεράστιος γκρεμνός, τον οποίο ήταν προτιμότερο να το περάσεις καβάλα πάνω σε κάποιο ζώο, το οποίο σίγουρα δεν θα έχανε τα βήματα του. Άκουγα για τις αυτοσχέδιες καλύβες που έφτιαχναν μέσα στα σκίνα για να κοιμηθούν, για την Κούφη που οι μεγαλύτεροι κοιμούνταν, για το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας, που το χωριό το θυμόταν κάθε Σεπτέμβρη. Μα κυρίως αυτό που συζητούσαν όλοι, ήταν ποιος είχε κατορθώσει να “πουδιάσει” τον άλλο, να του περάσει δηλαδή μια θηλιά στα πόδια την ώρα που κοιμόταν και να τον σύρει προς τα κάτω, προς την κατηφόρα που σχημάτιζε το έδαφος στη πλαγιά του βουνού, σίγουρα τρομάζοντας τον, μερικές φορές προκαλώντας του και κάποια τραύματα. Έτσι ήταν τότε. Ήμαστε σκληροί, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, γνωρίζαμε όμως ότι έτσι παιζόταν το παιχνίδι της ενηλικίωσης μας.
  Κάθε χρόνο κάκιωνα με τους δικούς μου, που μου αρνούνταν να συμμετάσχω σε αυτή την περιπέτεια, την οποία με τόσο ενθουσιασμό περιέγραφαν όλοι οι συνομήλικοι μου. Μέχρι εκείνη τη χρονιά! Την παραμονή των γενεθλίων της Παναγίας, μετά το μεσημεριανό φαγητό, ανέβηκα στο σπίτι του παππού, με ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο προμήθειες και μια βαριά κουβέρτα, για να δανειστώ τον γάιδαρό του. Από το καλοκαίρι τον είχα προετοιμάσει και δεν σήκωνα κουβέντα σε αυτό, ότι τον γάιδαρο θα τον έπαιρνα εκείνη τη χρονιά. Ένα ήρεμο, δυνατό ζώο το οποίο θα με μετέφερε ως εκεί με την παρέα μου. Ο παππούς μου φρόντισε να μου υπενθυμίσει όλα τα “χούδια” του ζώου, με βοήθησε στο σαμάρωμα, μου έδειξε πως θα το στερεώσω σωστά στο ζώο, φορτώσαμε τα πράγματα μου μαζί και λίγο άχυρο για το φαγητό του ζώου, μου ζήτησε να καρφώσω το καζίκι(1) του καλά, σε στέρεο έδαφος, μην τύχει και το σύρει τη νύχτα και τον ψάχνουμε την άλλη μέρα.
  Όταν τελείωσαν όλες οι συμβουλές, με αποχαιρέτησε με φανερή την αγωνία στο πρόσωπό του. Τον αποχαιρέτησα βιαστικά, καβάλησα το ταλαιπωρημένο από τη δουλειά τόσων χρόνων ζώο και κατέβηκα την κατηφόρα με τα τσιμεντένια σκαλιά προς την έξοδο του χωριού. Εκεί, περίμεναν και οι υπόλοιποι, όλοι καβάλα με τον παραδοσιακό τρόπο, γυρισμένοι προς τη μια μεριά του σκληρού σαμαριού, έτοιμοι να πηδήξουν κάτω όποτε η ανάγκη το έφερνε.
Και ξεκινήσαμε τη διαδρομή μας. Ένα εφηβικό καραβάνι, γεμάτο ορμή και νιάτα, το οποίο εκείνη την ώρα σήκωνε το βάρος, χωρίς να το ξέρει, της ιστορίας του χωριού μας. Θα πατούσαμε εκείνο το αρχαίο μονοπάτι, το οποίο ακολούθησαν οι πρόγονοι μας, πριν από χρόνια, για να φτάσουν στη σημερινή θέση του χωριού μας, μακριά από τη θάλασσα για να γλιτώσουν από τις επιδρομές των Σαρακηνών, που εξουσίαζαν τη Μεσόγειο. Η περιοχή των Εΰρων, αποτέλεσε για πολλά χρόνια ο ενδιάμεσος σταθμός σε αυτή τη διαδρομή τους. Σκληρός τόπος, η καλλιεργήσιμη γη λιγοστή και δυσκολοδούλευτη, μα είχε το πλεονέκτημα ότι ήταν αόρατη από τη θάλασσα. Μόνο από εκεί που βρισκόταν το εκκλησάκι της Παναγίας, μπορούσες να την δεις, κάτω, μακριά να αφρίζει τον περισσότερο καιρό.
  Περάσαμε από τα Κόνια, αφήσαμε τον αμαξιτό δρόμο και μπήκαμε στο χαραγμένο στην επιφάνεια του βουνού, μονοπάτι. Σε κάποια σημεία, εκεί που ο δρόμος πλάταινε ελάχιστα, γίνονταν τα προσπεράσματα. Τσιγκλώντας τα ζώα μας, προσπαθούσαμε να αιφνιδιάσουμε τον προπορευόμενο σε εμάς, περνώντας δίπλα του, τις περισσότερες φορές ακουμπώντας τον. Ευτυχώς τα ζώα μας, μαθημένα από τις όποιες απαιτήσεις των ιδιοκτητών τους, συνέχιζαν το σταθερό και σίγουρο βήμα τους.
Λίγο πιο κάτω βρίσκαμε τις κουμαριές. Ο θάμνος αυτός σκέπαζε όλη την πλαγιά, ίσα που διακρίνονταν οι πράσινοι καρποί του, οι οποίοι σε έναν μήνα θα κοκκίνιζαν. Στον μεγάλο πόλεμο, τότε που οι κάτοικοι του νησιού γνώρισαν την πείνα, όλοι είχαν γευτεί αυτό το δώρο της φύσης και μας περιέγραφαν με απίστευτη νοσταλγία τη γλυκύτητα των ώριμων καρπών.
Περάσαμε μία μία τις στεφανές(2) του βουνού, μέχρι που φτάσαμε στην κυλίστρα, ένα ελάχιστο κομμάτι δρόμου, χωμάτινο δίχως σταθερά πατήματα και τον γκρεμνό να χάσκει από κάτω μας. Όλοι μας σοβαρέψαμε, τα στόματα έκλεισαν, εμπιστευτήκαμε μόνο τα τέσσερα πόδια του ζώου μας, τα οποία από ένστικτο ήξεραν, πως να μας περάσουν με ασφάλεια. Από κει, πιάσαμε την κατηφόρα, περάσαμε το ρέμα, όπου ακόμα διακρίνονταν τα ερείπια κάποιων παλιών κατοικιών, τις οποίες η θαμνώδης βλάστηση της περιοχής, τα εξαφάνιζε σιγά σιγά. Και μετά από λίγο, ο δρόμος γινόταν πιο ομαλός, μέχρι που φτάσαμε στο στάβλο του Σταυράκη. Αυτός, μαζί με τη γυναίκα και τις κόρες του, έμενε μόνο, για να διαφεντεύει όλους τους γύρω βοσκότοπους. Σε ελάχιστα λεπτά, φτάσαμε στη μοναδική πηγή της περιοχής, το Ητσάλλι, σταματήσαμε ίσα ίσα για να ξεδιψάσουν τα ζώα και να συμπληρώσουμε με νερό τα παγούρια μας.
  Όταν φτάσαμε στην επόμενη στροφή του δρόμου, κάτω αντικρίσαμε το εκκλησάκι της Παναγίας της Γυνατούς, κάτασπρο, με τη μικρή του αυλή. Στη πλαγιά, πιο ψηλά, υπήρχε μια ελιά στην οποία κρεμόταν η καμπάνα και πίσω της η περίφημη “Κούφη”, ένα μονόχωρο κτίσμα στο οποίο μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ, κατάχαμα, κάποιοι από τους λίγους προσκυνητές. Κατεβήκαμε με τα ζώα μας, κατευθυνθήκαμε προς το ρέμα, ξεκαβαλικέψαμε, τα δέσαμε καλά για να μην μας φύγουν, τους δώσαμε το σανό που είχαμε φέρει μαζί, πήραμε τα πράγματα μας, πήραμε μαζί μας και τα σχοινιά για το φόρτωμα μην μας τα κλέψουν και κατευθυνθήκαμε προς το εκκλησάκι.    
  Μπαίνοντας, η ματιά μου σταμάτησε στο υπέρθυρο, όπου μας καλωσόριζε η αλλόκοτη, ανάγλυφη προσωπογραφία της Παναγίας. Ταλαιπωρημένη από τον χρόνο, έμεναν να φαίνονται αδρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της με τη κορώνα στα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της. Ή μήπως δεν ήταν η Παναγία αλλά κάποια πριγκιποπούλα της περιοχής, από εκείνα τα χρόνια τα παλιά, που η περιοχή κατοικούνταν; Βιαστικά ανάψαμε κερί, προσκυνήσαμε την εικόνα και βγήκαμε έξω. Περπατήσαμε την περιοχή για να βρούμε κάποιο μεγάλο σκίνο για να κοιμηθούμε στο εσωτερικό του. Το μαλακό χώμα της ρίζας του, θα ήταν το στρώμα μας για εκείνο το βράδυ. Λίγο, πιο κάτω βρήκαμε ένα που το θεωρήσαμε κατάλληλο. Με ένα κλαδευτήρι κόψαμε κάποια από τα κλαδιά του μέχρι να σχηματιστεί ένα κούφωμα στο εσωτερικό του. Τρία άτομα χωρούσαμε άνετα. Αφού τακτοποιηθήκαμε, επιστρέψαμε στη αυλή της εκκλησίας περιμένοντας τον παπά. Οι παλαιότεροι έλεγαν ιστορίες που θυμούνταν για την περιοχή, για τις καλλιέργειες που κάποιοι έκαναν στις γύρω περιοχές στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Κάποιος θυμήθηκε την περίφημη ιστορία του Καταχανά(3), που εμφανίστηκε αν και νεκρός στα μέρη αυτά, αργά τη νύχτα, προσπαθώντας να πάρει μαζί του στον άλλο κόσμο τον κουμπάρο του. Είπε ψέματα, ότι έπρεπε να τον ακολουθήσει στο χωριό, διότι η γυναίκα του ήταν άρρωστη σοβαρά. Στο δρόμο έκανε ότι ήταν δυνατόν για να τον γκρεμοτσακίσει στις απότομες εκείνες πλαγιές, η αναμμένη δάδα όμως που κρατούσε τον έσωσε.  Όταν έφτασε στο χωριό και έμαθε ότι ο αγαπημένος του κουμπάρος και φίλος είχε θαφτεί από την προηγούμενη ημέρα, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, η οποία τον συντρόφευε σε όλη τη ζωή του μέχρι που πέθανε. Κάποιος άλλος έλεγε για το κατόρθωμα του, να φύγει μέσα στο βαθύ σκοτάδι, με έναν φακό μόνο, να πάει στο κοντινό χωριό, να αγοράσει ποτό και να γυρίσει για να συνεχιστεί το γλέντι τους. Και κάποιοι άλλοι, προσπαθούσαν να πιάσουν στο τρανζιστοράκι(4) που είχαν, την αναμετάδοση του πρωταθλήματος που άρχιζε εκείνη την ημέρα.
  Εκεί και ο Σταυράκης, θηριώδης, χαμογελαστός, χαρούμενος που εκείνη τη βραδιά χανόταν επιτέλους η ατέλειωτη ησυχία που σκέπαζε όλο το χρόνο την περιοχή. Στις γύρω πλαγιές θα αντιλαλούσαν οι φωνές μας και τα γέλια μας, ο ήχος της λύρας και οι μαντινάδες. Οι κουτάλες ήδη κτυπούσαν στα καζάνια που ετοίμαζαν το φαγητό και το κτύπημα της καμπάνας επιτέλους, θα σήμαινε την ώρα για τον εσπερινό. Ήταν ο οικοδεσπότης μας, ο οποίος όμως διακριτικά χανόταν πίσω απ΄ όλους τους άλλους, τον έφτανε που μας έβλεπε εκεί στη χάρη της χαμένης στη μοναξιά, συντρόφισσας του, της Παναγίας της Γυνατού. Με το σκοτείνιασμα έφτασε κι ο παπάς, ο οποίος περίμενε να πέσει η κάψα της ημέρας για να ξεκινήσει από το χωριό, μιας και πάντα τη διαδρομή την έκανε με τα πόδια. Τότε άναβαν τα λουξ(5), ο χώρος φωτιζόταν σαν να ΄ταν ημέρα, εκτός από το εκκλησάκι μέσα, όπου το μόνο φως που επιτρεπόταν ήταν αυτό από τα κεριά και το καντήλι. 
Ο εσπερινός άρχισε, κάπως ησυχάσαμε, μα όλοι μας βιαζόμασταν να τελειώσει, μιας κι αυτό που μας ένοιαζε περισσότερο ήταν να σερβιριστεί το φαγητό, που μαγειρευόταν στην άκρη της αυλής και το οποίο από ώρα μας έσπαγε τη μύτη. Κατσικάκι κοκκινιστό με πιλάφι. Και μόνο γι αυτό το πιάτο άξιζε ο κόπος να βρεθείς εκεί. Συγχρόνως ακούστηκαν και οι πρώτες δοξαριές και στον τόπο απλώθηκε η γλυκιά μελωδία της λύρας. Νόμιζες ότι το όργανο αυτό ήταν φτιαγμένο ειδικά για κάτι τέτοιες βραδιές. Τα πατήματα στο όργανο ακολουθούσαν τους αιώνες και έφταναν ως εμάς, που παρακολουθούσαμε μην έχοντας την άδεια να σταθούμε δίπλα στους γλεντιστάδες του χωριού. Οι μαντινάδες τους μιλούσαν για όλα όσα απασχολούσαν τους ανθρώπους τότε. Τα μικρά για μας που κρατούσαμε τις αποστάσεις από τις παραδόσεις μα τα πολύ μεγάλα για εκείνους τους απλούς ανθρώπους, που είχαν χορτάσει από όνειρα και βιοπάλη.
  Αργά, μετά τα  μεσάνυχτα, σιγά σιγά όλοι πήγαμε για ύπνο. Στην Κούφη οι μεγαλύτεροι, οι γυναίκες είχαν καταλάβει το εσωτερικό του ναΐσκου και εμείς, οι νεολαίοι προσπαθούσαμε να βολευτούμε στις αυτοσχέδιες καλύβες μας. Με το ένα μάτι ανοιχτό λαγοκοιμόμασταν, τυλιγμένοι μέσα στις κουβέρτες, προσπαθώντας να γλυτώσουμε από την αφόρητη υγρασία της περιοχής και το “πούδιασμα”. Ο ύπνος μας πήρε ελάχιστες ώρες πριν το χάραμα, όταν πια όλοι είχαν ησυχάσει από την ολονύχτια προσπάθεια των πιο τολμηρών, να βρουν κάποιον, που μην αντέχοντας την κούραση της ημέρας τον είχε πάρει ο ύπνος κι έτσι να μπορέσουν να του δέσουν τα πόδια και να τον σύρουν, τρομάζοντας τον στον ύπνο, μέσα σε γέλια από τη μία και βρισίδια από την άλλη.
  Ξυπνήσαμε μην έχοντας προλάβει καλά καλά να ξεκουραστούμε, με τον ήχο της καμπάνας που κτυπούσε ο παπάς για την πρωινή λειτουργία. Σηκωθήκαμε με δυσκολία, μαζέψαμε τα πράγματα μας, πήγαμε να δούμε αν το ζωντανό μας ήταν στη θέση που τα αφήσαμε την προηγούμενη, το φορτώσαμε και το φέραμε πιο κοντά, προς το εκκλησάκι. Μέχρι να τα κάνουμε αυτά, η λειτουργία τελείωνε, ίσα που προλάβαμε το Ευαγγέλιο. Με το “Δι' ευχών των Αγίων” και το μοίρασμα του άρτου, εγκαταλείψαμε το χώρο με τη σιγουριά ότι και του χρόνου θα ήμασταν και πάλι εκεί.
Και πράγματι, ήμουν πιστός στο ετήσιο προσκύνημα στη Γυνατού μέχρι που έφυγα για φοιτητής.
Εκείνη τη χρονιά, με ένα καλοκαίρι που το θυμάμαι ακόμα, γεμάτο αγωνία περιμένοντας τα αποτελέσματα εισαγωγής στις σχολές, τα οποία έβγαιναν αργά, μέσα στον Οκτώβριο, έμεινα πίσω, δεν ακολούθησα τη συντροφιά μου. Επίτηδες έμεινα πίσω για να έχω τη ησυχία μου και να μπορέσω να φωτογραφήσω το τοπίο με το πρωινό φως. Κρατούσα στα χέρια μου, τη φωτογραφική μηχανή του πατέρα μου την οποία είχα οικειοπηθεί από πολύ νωρίς, μια γερμανική Agfa της δεκαετίας του 50 και άφησα το ζώο να με οδηγήσει πίσω στο χωριό, σίγουρος ότι θα έβρισκε τα χθεσινά του χνάρια. Μα δεν έγινε έτσι. Πολύ γρήγορα ξεστράτισε και μέχρι να το καταλάβω, βρέθηκα να περιπλανιέμαι στη δυτική πλευρά του βουνού. Η θάλασσα φαινόταν βαθιά κάτω, εγώ όμως κανονικά, δεν θα έπρεπε να τη βλέπω. Ξεπέζεψα, προσπάθησα να διακρίνω το δρόμο, που με είχε φέρει μέχρις εκεί αλλά ο τόπος ήταν γεμάτος στενούς κατσικόδρομους, που όλοι μου φαίνονταν γνώριμοι. Ακολούθησα κάποιον με έβγαλε σε αδιέξοδο. Έπιασα έναν δεύτερο τίποτα. Έναν τρίτο, και πάλι αδιέξοδο. Σταμάτησα. Παρατήρησα το μέρος όσο καλύτερα μπορούσα. Γρήγορα κατάλαβα ότι ουσιαστικά είχα χαθεί, σίγουρα βρισκόμουν κοντά στο μονοπάτι, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω κάποιο σημάδι που θα με οδηγούσε προς αυτό. Όλη η πλαγιά με τα διάσπαρτα, κυρτωμένα από τον αέρα πεύκα, δίχως κανένα ίχνος ανθρώπινης παρέμβασης μου ήταν τελείως άγνωστη. Στάθηκα, μελετώντας ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση μου, με αγωνία και φόβο μαζί, μέχρι που μια φωνή, γυναικεία φωνή, ακούστηκε για να με κατευθύνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Σε ελάχιστα λεπτά είχα ξαναβρεί το μονοπάτι, το ακολούθησα μέχρι το χωριό, μην τολμώντας να αφήσω την προσοχή μου από το δρόμο που ακολουθούσε ο γάιδαρός μας.
Δεν ήμασταν πολλοί στην περιοχή, εκείνη την ημέρα. Καμιά από τις λίγες γυναίκες του χωριού, που ήταν εκεί, δεν ήξερε τίποτα. Οι μεγαλύτεροι, με απόλυτη σιγουριά, θεώρησαν ότι η Παναγία έκανε ένα ακόμα από τα θαύματα της. Όσο για μένα, δεν έχω απάντηση. Θα μου άρεσε όμως, να ήταν η Παναγία. Η οποία μας ακολούθησε, ευχαριστημένη που για ένα βράδυ ήμασταν στο σπίτι της, που την θυμηθήκαμε, της κάναμε παρέα, ζωντανέψαμε την περιοχή των προγόνων μας. Μας ακολούθησε λυπημένη που την αφήναμε και πάλι μόνη, στο έρημο βουνό στο οποίο ακόμα και οι κυνηγοί με δυσκολία έφταναν, ως την επόμενη χρονιά. Ή μήπως ήταν εκείνη η πριγκιποπούλα της περιοχής, που με τα μαλλιά ξέπλεκα στους ώμους της, αλλαφροΐσκιωτη από κάποιον χαμένο έρωτα, έτρεχε στις γύρω πλαγιές, μέχρις που με συνάντησε και αποφάσισε να με γλυτώσει από την ταλαιπωρία. 
.........................................................................................................................
Γρήγορα όλα άλλαξαν. Τα μονοπάτια χάθηκαν και έγιναν αυτοκινητόδρομοι. Τι έγκλημα κι αυτό; Στη χάρη της Παναγίας, μαζεύεται πια τόσος κόσμος, που οι επίτροποι της εκκλησίας μεγάλωσαν την αυλή, γκρέμισαν την Κούφη, έφτιαξαν πλατείες για να παρκάρουν τα αυτοκίνητα, έφεραν γεννήτριες για να φωτιστεί ο χώρος, έφεραν και ενισχυτές που σκληραίνουν τον ήχο των οργάνων.
Και η Δημοτική αρχή του νησιού, ανιστόρητη ως συνήθως, λίγα μέτρα πιο πέρα από το προσκύνημα του χωριού μας, τοποθετεί τον σκουπιδότοπο του νησιού. Τον οποίο επιπλέον αφήνει στην μοίρα του, αδιαφορώντας για τα κάθε είδους απορρίμματα, που βρομίζουν όλη την περιοχή.
Πρόοδο το λένε αυτό σήμερα, άλλοι πιο συγκαταβατικοί τα θεωρούν όλα αυτά αναγκαίο κακό, κάποιοι άλλοι πιο ρομαντικοί, όπως του ελλόγου μου, πάντα θα αναρωτιούνται αν ήταν αναγκαία όλα αυτά;
      Κι εγώ; Νοσταλγώ εκείνα τα χρόνια, τυχερή τη γενιά μου, που τα έζησε, χρόνια διαφορετικά... μα εκείνο που κυρίως νοσταλγώ είναι τα νιάτα μας και την ανεμελιά μας. Ωραία χρόνια!

(1) σιδερένιο παλούκι, με ένα κρίκο το οποίο κάρφωναν στη γη για να δέσουν το σχοινί που κρατούσε το ζώο
(2) οι απόκρημνες πλαγιές του βουνού
(3) βρυκόλακας
(4) μικρό ραδιόφωνο της εποχής
(5) ισχυρό φωτιστικό που έκαιγε πετρέλαιο σε πίεση

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

Το καταραμένο πεύκο....

 




Και μετά από δεκαετίες ολόκληρες δασικών πυρκαγιών στη χώρα μας, με ανθρώπινα θύματα για πολλοστή φορά (Ικαρία 1993, Πελοπόννησος 2007, Μάτι 2018 ), ξαφνικά ανακαλύψαμε τον φταίχτη. Το πεύκο. Το καταραμένο πεύκο, όπως το χαρακτήρισε κάποιος πυροσβέστης από την τηλεοπτική οθόνη. Κι άρχισαν αμέσως και άλλοι να πιπιλίζουν την καραμέλα, ότι εγκληματούμε όταν αναδασώνουμε μια περιοχή με πεύκα, ενώ υπάρχουν άλλα δέντρα τα οποία έχουν αντιπυρικές ιδιότητες. Επικαλούνται τον αείμνηστο καθηγητή οικολογίας, το Νίκο Μάργαρη, ότι θα πρέπει να αφήνουμε τη φύση να αντιδρά μόνη της και όχι να αναδασώνουμε μια περιοχή εμείς οι άνθρωποι. Έχει κάποιος την εντύπωση ότι στις πολλές χιλιάδες στρεμμάτων δασών που καίγονται κάθε χρόνο, γίνεται αναδάσωση; Η φύση φροντίζει, αλλού εύκολα, αλλού δύσκολα να επαναφέρει την κατάσταση. Αναδασώσεις γίνονται, κυρίως, εκεί απ΄ όπου η φωτιά πέρασε πολλές φορές και η φυσική αναγέννηση του περιβάλλοντος καθίσταται δύσκολη.

Το πεύκο είναι ενδημικό είδος, απόλυτα προσαρμοσμένο στο κλίμα της μεσογείου και φυτρώνει έτσι κι αλλιώς δίχως τη βοήθεια μας. Είναι καταδικασμένο να καεί κάποια μέρα, όποιος έχει στοιχειωδώς περπατήσει μέσα σε πευκοδάσος και έχει παρατηρήσει το έδαφος γεμάτο πευκοβελόνες και τα χαμηλά ξεραμένα κλαδιά του, σε συνδυασμό με τη ρητίνη που τρέχει απ΄τον κορμό των δέντρων, καταλαβαίνει τι λέω. Κάποιοι προτείνουν να φυτεύουμε σκίνα, κισσούς, πλατάνια, βελανιδιές... από πανεπιστημιακούς τα άκουσα (!), προτάσεις που δείχνουν πόσο άσχετοι είναι με το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας μας. Μπορεί να γεμίσει η Αττική πλατάνια; Γιατί άραγε δεν υπάρχουν; ( τα πλατάνι ως γνωστό είναι υδροχαρές φυτό ). Μπορείτε πάλι να φανταστείτε ένα δάσος από σκίνα ή κισσούς;
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να ανακηρύξουμε το πεύκο ως εχθρό μας αλλά να αντιληφθούμε ότι εμείς οι άνθρωποι πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί με το πευκοδάσος, αυτή τη ευλογία της πατρίδας μας. Όχι μέσα στο δάσος αλλά μαζί με το δάσος. Το δάσος θέλει το δικό του χώρο και οι οικισμοί τον δικό τους. Δεν γίνεται να κτίζουμε μέσα στο δάσος ( καταπατώντας το, με την ανοχή της πολιτείας μας ) και στη συνέχεια να το ανακηρύσσουμε ως εχθρό μας, ενώ μέχρι χθες αισθανόμαστε υπερήφανοι που απολαμβάναμε την ομορφιά και τη δροσιά του.
  Δυστυχώς, ο σύγχρονος αστικός πληθυσμός, έχει χάσει την επαφή του, με τη λειτουργία της φύσης.  Ιδιαίτερα εκεί όπου ο άνθρωπος, πρέπει να συμβιώσει με το δάσος. Το δάσος θέλει διαχείριση. Καθάρισμα, κόψιμο των γερασμένων δέντρων κλπ. Και εδώ αρχίζουν οι πολιτικές ευθύνες:

Δασική υπηρεσία: Την έχει αφήσει το κράτος μας στη τύχη της. Όταν το 20% του εδάφους της πατρίδας μας είναι δασικό, πηγή πλούτου εκτός από ομορφιάς, η δασικές υπηρεσίες της πατρίδας μας είναι ουσιαστικά διαλυμένες.
 Δασοπυρόσβεση: Καλύτερα να μιλάμε για πρόληψη. Πόσα χρόνια έχουν να γίνουν αντιπυρικές ζώνες ή να καθαριστούν οι υπάρχουσες;
 Αυθαίρετοι οικισμοί: Οι οποίοι πρώτα κτίζονται κατά τη βούληση των αυθαιρετούχων και εκ των υστέρων νομιμοποιούνται, χωρίς τις στοιχειώδεις προβλέψεις ενός οικισμού. Μια πλατεία για παράδειγμα. *
 Σχέδιο Ξενοκράτης, ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατά κύριο λόγο. Εδώ αρχίζει ο φόβος, για όποιον αντιλαμβάνεται λίγο τα πράγματα. Δήμοι και περιφέρειες υποστελεχωμένες, δίχως ειδικούς, με ανύπαρκτους μηχανισμούς, που περιμένουν μια οποιαδήποτε εντολή απ΄το Δήμαρχο, ο οποίος μπορεί να λείπει την κρίσιμη στιγμή, με υπεύθυνους πολιτικής προστασίας ανθρώπους άσχετους τις περισσότερες φορές, δίχως σχέδια δοκιμασμένα για κάθε δυσμενή κατάσταση, δίχως τις αναγκαίες υποδομές. Σχέδιο Ξενοκράτης, εν πολλοίς προβληματικό, με μοίρασμα σε πολλές διαφορετικές υπηρεσίες αρμοδιοτήτων, ψάχνοντας τον υπεύθυνο στην κρίσιμη στιγμή, δίχως διάθεση διόρθωσης των σοβαρών αδυναμιών του.
Πώς πήραν οικοδομική άδεια, τα άνω οικήματα;
Διότι νερό και ρεύμα κάποιος τους έδωσε!
Στο Μάτι μας λένε δεν δόθηκε εντολή εκκένωσης. Έστω αν δινόταν, με ποιον τρόπο οι δύο εμπλεκόμενοι Δήμοι, θα μπορούσαν να ειδοποιήσουν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους; Εδώ μια καμπάνα εκκλησίας, σίγουρα υπάρχει, δεν κτύπησε με εκείνον τον δαιμονισμένο τρόπο, που ειδοποιεί ότι έχουμε φωτιά. Αλλά μάλλον αυτά είναι άγνωστα στους σημερινούς αστούς.
 Κλιματική αλλαγή: Είναι εδώ και όποιος την αγνοεί απλώς εθελοτυφλεί. Και δεν μιλώ για τον απλό πολίτη αυτής της χώρας. Μιλώ για τις πολιτικές ηγεσίες, που έχουν την ευθύνη να υπολογίσουν πια, αυτή τη σοβαρότατη παράμετρο στους όποιους σχεδιασμούς τους.
Κυβέρνηση και πολιτικοί: Ανευθυνο-υπεύθυνοι, έρχονται εκ των υστέρων να μοιράζουν επιδόματα, χαμένοι στην αδυναμία τους την ώρα της κρίσης, υποσχόμενοι ότι θα τα αλλάξουν όλα. 25 χρόνια, τουλάχιστον, καιγόμαστε και αυτοί στο ίδιο μοτίβο.... νομιμοποίηση αυθαιρέτων, αδυναμία ( μάλλον ηθελημένη) επιβολής του νόμου στις εξόφθαλμες οικιστικές παρανομίες.

Τέλος, για τρίτη φορά, μετράμε ανθρώπινα θύματα, από πυρκαγιές την τελευταία 25/ετία. Κάθε φορά και περισσότερα. Επιτέλους, πιστεύω, έφτασε η ώρα, η πολιτεία μας, αυτή που μας έχει απογοητεύσει για πολλοστή φορά, να αναλάβει τις ευθύνες της και να φροντίσει να διορθωθούν τα κακώς κείμενα.
  Και ένα τελευταίο, οι κατασκηνώσεις και το Λύρειο ίδρυμα, με παιδιά και γέροντες, φρόντισαν και εκκένωσαν τις εγκαταστάσεις τους έγκαιρα. Πιστεύω, διότι συναισθάνονταν την ευθύνη τους έναντι των φιλοξενούμενων τους. Την ίδια ευθύνη, δυστυχώς, δεν επέδειξαν όλοι οι εμπλεκόμενοι στη διαχείριση της κρίσης εκείνης της Δευτέρας (23-7-18). Και υπάρχουν ευθύνες εδώ και πρέπει να αποδοθούν. Αλλαγή της κρατικής νοοτροπίας και απόδοση ευθυνών. Στο όνομα των θυμάτων, στο όνομα των συγγενών τους, στο όνομα όλων των πολιτών αυτής της χώρας.
 * Την ανευθυνότητα των πολιτών πρέπει να τη "θεραπεύει" το κράτος, όχι τα την επιβραβεύει....

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Ταξίδι δρόμου ( Ιταλία, Σλοβενία και Σερβία ) Εντυπώσεις- Florence, Rome, Ljubljana, Beograd ( Μέρος Β' )

  Το πέρασμα μας από την Ιταλία στη Σλοβενία, έγινε με τρόπο που ούτε το καταλάβαμε. Ευτυχώς και το gps και μας ειδοποίησε ότι αλλάζουμε σύνορα. Αυτό είναι που λέμε πραγματικά ανοιχτά σύνορα. Ούτε φυλάκια, ούτε μπάρες, μόνο η αλλαγή της Γλώσσας στις πινακίδες.
Λιουμπλιάνα, παρά την όχθη
Εδώ τα διόδια πληρώνονται με μια βινιέτα κόστους 16 ευρώ ( ισχύος μιας εβδομάδας ), την οποία υποχρεωτικά κολλάς στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου σου. Ακριβά μεν αλλά κι εδώ το οδόστρωμα σε τέλεια κατάσταση. Τα χωριά βρίσκονται πολύ κοντά στον αυτοκινητόδρομο, θυμίζουν έντονα Αυστρία, γραφικά, όμορφα πνιγμένα μέσα στο πράσινο. Από εδώ και κάτω, ως την Ελλάδα, βενζίνα βάζεις μόνος σου, στο αυτοκίνητο και πληρώνεις στο ταμείο. Η Σλοβενία έχει το Ευρώ και αυτό σε διευκολύνει αρκετά.
  Νωρίς το απόγευμα φτάσαμε στη Λιουμπλιάνα, ξεκουραστήκαμε λίγο και κατεβήκαμε για να επισκεφθούμε το ιστορικό κέντρο της πόλης. Την πόλη διασχίζει ο ποταμός Λιουμπλάνικα και παράλληλα με αυτόν εκτείνεται η παλιά πόλη.
Παρόχθιος πεζόδρομος, στο βάθος το Φραγκισκιανό Μοναστήρι
Πάνω της, υψώνεται το παλιό κάστρο της πόλης. Το ιστορικό κέντρο αποτελείται από τέσσερις παράλληλους δρόμους προς το ποτάμι και αρκετούς κάθετους και φυσικά τα πολλά γεφυράκια που ενώνουν τις δύο όχθες. Πιο γνωστές η γέφυρα του Δράκου και η τριπλή γέφυρα. Το ιστορικό κέντρο αποτελεί έναν τεράστιο πεζόδρομο, που κάνει το περίπατο σου ακόμα πιο όμορφο. Όλα τα μαγαζάκια γεμάτα κόσμο, πολλά εστιατόρια, μπαράκια, καφετέριες στις όχθες του ποταμού και τους άλλους δρόμους, γεμάτους κόσμο, κυρίως νέο κόσμο, πέρα από τους τουρίστες, κυρίως Ιταλούς που είδαμε. Αρκετές μικρές μπάντες έπαιζαν μουσική σε διάφορες γωνιές της πόλης ενώ τα περισσότερα μαγαζιά δεν είχαν μουσική ή αυτά που είχαν σε απόλυτα διακριτικά όρια. Περπατήσαμε αρκετά στην πόλη, θαυμάσαμε την αρχιτεκτονική των κτιρίων, την καθαριότητα της πόλης ( κι εδώ, όπως και στο κέντρο της Φλωρεντίας, κάδοι σκουπιδιών δεν υπάρχουν, παρά μόνο βυθιζόμενοι κάδοι ανακύκλωσης ), την απόλυτη αίσθηση μιας πόλης που σέβεται τον πολίτη της και αυτός σέβεται την πόλη του.
 ποταμός Λιουμπλάνικα
Μα και το νέο κομμάτι της πόλης, τακτοποιημένο, καθαρό, με ελάχιστη κίνηση, με σαφείς κανόνες και για τους πεζούς και για τα οχήματα, πολλά ποδήλατα, με λίγα λόγια μου έδωσε την αίσθηση μιας ανθρώπινης πόλης. Για φαγητό κυριαρχούν τα κρεατικά, τα οποία όλα όσα δοκιμάσαμε ήταν πολύ νόστιμα και οι τιμές πια είναι πιο κανονικές, σε σχέση με την Ιταλία. Αν μπορούσα να ξέρω εκ των προτέρων, πόσο θα μας άρεσε, η Λιουμπλιάνα, πιθανότατα θα κανόνιζα, να μέναμε εκεί για δυο βράδια.
 Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε για τον επόμενο προορισμό μας, το Βελιγράδι. Διασχίσαμε τη Σλοβενία, μπήκαμε στη Κροατία, τυπικός και γρήγορος ο έλεγχος στα σύνορα. Για διόδια, λίγο μετά τη είσοδο, πληρώνεις 1,5 ευρώ και μετά από λίγο εφαρμόζεται το ίδιο σύστημα με την Ιταλία, παίρνεις μια απόδειξη εισόδου την οποία εξαργυρώνεις όταν εξέρχεσαι από την εθνική τους, με κόστος περίπου 30 ευρώ ή 220 kuna. Όλες οι επόμενες χώρες που διασχίσαμε έχουν τα δικά τους νομίσματα. Το οδόστρωμα καλό, όχι όμως τόσο όσο των προηγούμενων χωρών. Για να πω την αλήθεια, διασχίζοντας την Κροατία, το τοπίο δεν μου έκανε την ίδια εντύπωση όπως τη Σλοβενία, μια και το ορεινό, καταπράσινο τοπίο της Σλοβενίας, παραχώρησε τη θέση του σε μια απέραντη πεδινή έκταση, δίχως τις εναλλαγές που χρειάζεται το μάτι σου για να ξεκουράζεται. Τα λίγα χωριά, που μπορούσαμε να διακρίνουμε, δεν είχαν τίποτα από την ομορφιά αυτών της Σλοβενίας. Πραγματικά απόρησα, πως μπόρεσε η Σλοβενία, να παραμένει για τόσο μεγάλο διάστημα, μέσα στην πρώην Γιουγκοσλαβία, μιας που οι διαφορές της με τις άλλες περιοχές ήταν τεράστιες. Σίγουρα κάποια από εκείνα τα περίεργα τερτίπια της ιστορίας ευθύνονται, που δεν δίνουν ποτέ λογαριασμό στους λαούς του κόσμου.
 
Σερβία... αλλά Τέμπη. Κατά μήκος του ποταμού Νίσαβα
Η είσοδος μας στη Σερβία, έγινε κι εδώ πολύ γρήγορα, με έναν τυπικό έλεγχο δίχως καμιά ταλαιπωρία. Στη Σερβία πληρώνεις τα διόδια με απόδειξη την οποία εξαργυρώνεις όταν εξέρχεσαι από τη χώρα. Πολύ φτηνά τα διόδια της, συνολικά για να διασχίσουμε τη χώρα μας κόστισε 9 ευρώ, αλλά με ένα άθλιο οδόστρωμα, κυρίως στο βόρειο τμήμα της, κι ένα δρόμο στα νότια, μετά τη Νις, κατά μήκους του ποταμού Νίσαβα, παλαιού τύπου. Μείναμε ένα βράδυ στο Βελιγράδι, προλάβαμε όμως να πάρουμε μια καλή γεύση από την πόλη.
Πλατεία Δημοκρατίας - Βελιγράδι
Μια Βαλκανική μεγαλούπολη, με απίστευτη κίνηση στους δρόμους και με ιδιότροπα φανάρια... ( Η δεξιά στροφή ανάβει πράσινο συγχρόνως με το πράσινο του πεζού, προτεραιότητα φυσικά έχει ο πεζός, άντε όμως να το συνηθίσεις ). Περπατήσαμε κι εδώ αρκετά, όπως σε κάθε πόλη που επισκεφθήκαμε. Κυρίως στους δύο πεζόδρομους, που έχει. Στην παλιά γειτονιά της οδού Skadarska, με το χοντρό βότσαλο και τα πολλά εστιατόρια, που το βράδυ μουσικοί ντυμένοι με παραδοσιακές στολές, παίζουν φολκλορική μουσική. Όμορφη γειτονιά, όχι όμως τόσο του γούστου μου, ήταν εμφανές  ότι όλα λειτουργούσαν για τον ξένο τουρίστα. Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε για για την πολύβουη πλατεία Δημοκρατίας και τον άλλο πεζόδρομο της πόλης της οδού Kneza Mihaila.
Άποψη του Δούναβη απ΄το κάστρο της πόλης.
Εδώ φαίνεται η σύγχρονη όψη της πόλης, χιλιάδες κόσμου που κάνει τη βόλτα του ή κάθεται στις πάμπολλες καφετέριες που βρίσκονται παντού. Δυνατή μουσική παντού, φασαρία, σίγουρα θύμιζε Ελλάδα ή όλη κατάσταση. Υπήρχαν αρκετά ωραία παλιά κτίρια μαζί με νέα, σύγχρονα, που όλα μαζί κτίζουν σιγά σιγά τη σύγχρονη όψη της Σερβίας. Από εκεί βρεθήκαμε στο παλιό φρούριο της πόλης. Στη είσοδο του βλέπεις καταρχήν ένα πάρκο Δεινοσαύρων, το οποίο σίγουρα θα εντυπωσιάζει τα παιδιά και λίγο παρακάτω, δεξιά κι αριστερά, παρατεταγμένα διαφόρων ειδών οπλικά συστήματα, από πολυβόλα και τανκς του Β' Παγκόσμιου πολέμου ως μια συστοιχία πυραύλων. Εσωτερικά το φρούριο, είναι περιποιημένο, καθαρό και ήσυχο, μα αυτό που αξίζει πραγματικά είναι θέα του Δούναβη από ψηλά. Ο ποταμός που διασχίζει την πόλη, εδώ στις τελευταίες αχτίνες του ήλιου ( είχε αρχίσει πια να πέφτει ο ήλιος ), είχε μια όψη που ενέπνεε μια ήρεμη δύναμη. Στην επιστροφή μας, προς το ξενοδοχείο, καθίσαμε σε μια καφετέρια κοντά στην πλατεία Δημοκρατίας, "χαζέψαμε" την όλη κίνηση, σε συνδυασμό με τις μουσικές που μπερδεύονταν από τα διπλανά καταστήματα, επιστρέφαμε πια στα Βαλκάνια.....
Στα στενά της Φλωρεντίας
Τελευταία μέρα του ταξιδιού μας, ξεκινήσαμε πρωί, έπρεπε να διασχίσουμε την Σερβία, να μπούμε τη Βουλγαρία ( πύλη εισόδου στην Ε.Ε. )και αργά το απόγευμα υπολογίζαμε ότι θα φτάναμε στο σπίτι μας. Η είσοδος μας στη Βουλγαρία, δεν ήταν και τόσο εύκολη. Κάναμε μιάμιση ώρα να περάσουμε τα σύνορα και πάλι ευχαριστημένοι θα έπρεπε να είμαστε,μαθαίνοντας ότι την επομένη υπήρχε αναμονή ως και έξι ώρες. Είναι εποχή που κατεβαίνουν οι Τούρκοι από τη Γερμανία για να επισκεφτούν την πατρίδα τους από τη μια και και από την άλλη, όπως φαίνεται οι έλεγχοι στα σύνορα έχουν γίνει πιο αυστηροί. Η Βουλγάρα αστυνομικός, όταν έφτασε επιτέλους η ώρα μας, μέχρι και face control, μας έκανε. Μπαίνοντας στη χώρα αγοράσαμε τη βινιέτα αξίας 8 ευρώ την οποία κολλήσαμε αμέσως στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου μας και ξεκινήσαμε, προσέχοντας και τις πινακίδες και τα όρια, μιας και γνώριζα, ότι οι Βούλγαροι ψάχνουν ευκαιρία για να σε γράψουν. Πηγαίνω αργά, κάποια στιγμή ανοίγει ο δρόμος, μονή διακεκομμένη γραμμή κάτω, κάνω μια προσπέραση ένα αυτοκίνητο και με σταματάνε λίγο παρακάτω.
Ρώμη
Δύο αστυνόμοι, τους δίνω άδεις κλπ, μου ανοίγουν ένα βιβλίο και μου δείχνουν την πινακίδα της παράνομης προσπέρασης. Προσπαθώ να τους εξηγήσω, αγγλικά κανένας τους δεν μιλά, μου κόβει ηλεκτρονικά το πρόστιμο, 38 λέβα ( περίπου 20 ευρώ ), το οποίο πρέπει να πληρωθεί σε κάποια Βουλγάρικη τράπεζα, έχει και το ΙΒΑΝ της τράπεζας πάνω το πρόστιμο. Το πλήρωσα στο δρόμο με e- banking, κακώς, διότι η είσοδος μας στην Ελλάδα έγινε δίχως κανέναν έλεγχο απ΄τη μεριά τους. Μου χάλασε όμως, όλη τη διάθεση, διότι αισθάνθηκα, ότι έψαχναν για εύκολο χρήμα και με έγραψαν δίχως λόγο. Επιπλέον το οδικό τους δίκτυο είναι απαρχαιωμένο, κάναμε ελάχιστα χιλιόμετρα σε κανονικό δρόμο τύπου ΠΑΘΕ, ( σε κάποιο σημείο μας έβγαλαν έξω από την εθνική και μας έβαλαν μέσα από κάποια χωριά και χωριουδάκια ), για λιγότερο από 250 χλμ, κάναμε πάνω από έξι ώρες.... Τέλος πάντων, τώρα ξέρω γιατί οι περισσότεροι μετανάστες μας, έρχονται πια από Ιταλία, με το πλοίο ( ταξιδεύουν εντός ζώνης Σένγκεν όπου οι έλεγχοι στα σύνορα είτε δεν υπάρχουν είτε είναι ελάχιστοι ).
 
Λιουμπλιάνα
Αν εξαιρέσουμε λοιπόν, την τελευταία ημέρα με όλη αυτή την ταλαιπωρία για να περάσουμε τη Βουλγαρία, όλα τα υπόλοιπα, σε αυτό το ταξίδι πήγαν καλά. Και κυρίως το απολαύσαμε! Καινούριες εμπειρίες για όλους μας, ωραίες εικόνες που αποτυπώθηκαν στο μυαλό μας, άλλες νοοτροπίες των ανθρώπων που μας προβλημάτισαν. Τι χρειαστήκαμε, ( και τι χρειάζεται κι ένας ταξιδιώτης που θα αποπειραθεί να κάνει ένα παρόμοιο ταξίδι ) πέρα από την καλή μας διάθεση; Τέσσερα πράγματα:
α) Στοιχειωδώς αγγλικά, αρέσει δεν αρέσει αυτή είναι η διεθνής γλώσσα που μιλούν οι πάντες πια.
β) Ένα αξιόπιστο gps.
γ) Μια πιστωτική κάρτα (credid card), για να μην αναγκάζεσαι να χαλάς ευρώ στο τοπικό νόμισμα , τόσων χωρών, που διασχίσαμε. Κούνα, δηνάρια, λέβα, τα οποία πάντα σου μένουν και πρέπει να ψάχνεις και ανταλλακτήρια. Εντύπωση, μου έκανε στη Σερβία, που ακόμα και το περίπτερο, για ένα μπουκάλι νερό αξίας 68 δηναρίων ( 60 λεπτά ), δέχθηκε την κάρτα. Στις χώρες εκτός ευρώ όμως, η κάθε συναλλαγή χρεώνεται με ένα ευρώ επιπλέον. Οπότε κάνεις το λογαριασμό σου και κανονίζεις τι θα πράξεις.
και δ) Google map και μια σύνδεση ίντερνετ ( Τώρα πια ισχύουν οι ίδιες χρεώσεις κινητής τηλεφωνίας, όπου κι αν ταξιδέψεις εντός Ευρώπης.) Είναι πια ο χάρτης, που κάποτε κρατάγαμε στα χέρια μας. Ηλεκτρονικός με απίστευτες δυνατότητες για να μην ταλαιπωρείσαι δίχως λόγο.
Φλωρεντία, θέα προς τη piazza Duomo






Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Ταξίδι δρόμου ( Ιταλία, Σλοβενία και Σερβία ) Εντυπώσεις- Florence, Rome, Ljubljana, Beograd ( Μέρος Α' )

  Ήταν ένα από αυτά τα ταξίδια, τα οποία τα έχεις για πολύ καιρό μέσα στο μυαλό σου, τα έχεις σχεδιάσει και ξανασχεδιάσει πολλές φορές με τη βοήθεια των δυνατοτήτων, που σου δίνει το διαδίκτυο και κάποτε έρχεται ο χρόνος, η συγκυρία που το πραγματοποιείς.
  Ικανοποιείς δικά σου όνειρα, (πάντα είχα την επιθυμία, αν ταξίδευα στην Ιταλία, να επισκεπτόμουν τη Φλωρεντία, την πόλη επιτομή της Αναγέννησης ). Ικανοποιείς την επιθυμία σου να δοκιμάσεις τις δυνατότητες και τις αντοχές σου. ( Ένα ταξίδι πολλών χιλιομέτρων με το δικό σου όχημα, να οργανώσεις μόνος σου όλες τις λεπτομέρειες, διαδρομή, διαμονή, να βρεις τα σημεία ενδιαφέροντος του κάθε τόπου, τις πόλεις που εξυπηρετούν το πλάνο του ταξιδιού σου για στάσεις, τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας, π.χ. τι διόδια έχουν...).
  Είναι αλήθεια λοιπόν, ότι υπήρχε μια καλή οργάνωση, κυρίως στο πληροφοριακό κομμάτι. Και το διαδίκτυο σου δίνει τις δυνατότητες να μάθεις απίθανες λεπτομέρειες - όπως για παράδειγμα να δεις εκ των προτέρων, πως λειτουργούν τα αυτόματα μηχανήματα στα διόδια της Ιταλίας... Φυσικά, υπάρχουν και πολλές άλλες παράμετροι σε ένα τέτοιο ταξίδι τις οποίες αντιμετωπίζεις έκτακτα. με την απαιτούμενη ευελιξία, όπως για παράδειγμα την αλλαγή του δρομολογίου του πλοίου, το οποίο έχεις κλείσει πριν από δυο μήνες και το οποίο την προηγούμενη της αναχώρησης, σου ανακοινώνει ότι θα έχει μια τέτοια καθυστέρηση, που ουσιαστικά θα χάσεις την πρώτη σου ημέρα. Και τότε, στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, μόλις φτάνεις, τρέχεις να αλλάξεις πλοίο και προορισμό αποβίβασης. Αντί για Αγκόνα, που υπολόγιζες να φτάσεις και σε 3,5 ώρες να είσαι στη Φλωρεντία, να κατεβαίνεις τελικά Πρίντεζι, γνωρίζοντας ότι θα χρειαζόσουν τουλάχιστον 8 ώρες οδήγημα, διασχίζοντας σχεδόν όλη την Ιταλία από το νότο ως τον προορισμό σου.
  Εμπειρία θετική τελικά, μιας και οι εικόνες, που εναλλάσσονταν ήταν πάμπολλες. Καλλιέργειες, δασώδεις εκτάσεις, βιομηχανικές περιοχές, πολλές δεκάδες ανεμογεννήτριες, μα το πιο όμορφο ήταν εκείνα τα γραφικά χωριά, σκαρφαλωμένα στις κορφές των λόφων, τα οποία διατηρούν την παλιά τους αρχιτεκτονική αναλλοίωτη, με την εκκλησία τους πάντα στο πιο ψηλό τους σημείο.  Κι όλα αυτά τα χιλιόμετρα, τα διασχίζεις σε έναν τέλειο από πλευράς οδοστρώματος, αυτοκινητόδρομο,  που τα όρια ταχύτητας κατά κανόνα τηρούνται και οι αμέτρητες νταλίκες κρατούν πάντα τη δεξιά λωρίδα. Έτσι το οδήγημα σου είναι ξεκούραστο και το κυριότερο αισθάνεσαι ασφαλής. Το gps, αποδεικνύεται αξιόπιστο και στον προκαθορισμένο χρόνο σε φέρνει μπροστά στο διαμέρισμα που έχεις κλείσει. Κρίνοντας την ιταλική autostrata, θα έλεγες ότι έχει τέλειο οδόστρωμα, πολύ καλή σήμανση, αλλά αρκετά τσουχτερά διόδια ( 80 ευρώ για 1100 χλμ συνολικά στην Ιταλία ), σταθμούς εξυπηρέτησης οχημάτων σε κάθε 30 χλμ περίπου, τα περισσότερα είναι σταθμοί ανεφοδιασμού και όχι ξεκούρασης και... δεν υπάρχουν σημεία έκτακτης ανάγκης όπως έχει η δική μας ΠΑΘΕ, αλλά κάποια μικρά ανοίγματα στο δρόμο, στα οποία ίσα ίσα που χωράει μια νταλίκα.
Santa Maria del Fiore ( duomo )
  Η Φλωρεντία, μια από τις πιο ιστορικές πόλεις του κόσμου, που ζει  από τον τουρισμό, με τεράστια προβολή σε όλον τον κόσμο και έχει να επιδείξει δεκάδες σημεία ενδιαφέροντος. Με ένα ιστορικό κέντρο, κλειστό για αυτοκίνητα ( εκτός από ηλεκτροκίνητα ταξί και αστυνομικά οχήματα ) στο οποίο δεσπόζει το Duomo. ( Duomo, λέγονται όλοι οι καθεδρικοί ναοί των πόλεων της Ιταλίας). O Καθεδρικός Ναός της Santa Maria del Fiore, σε εντυπωσιάζει όχι μόνο με το μέγεθος του, αλλά κυρίως με την αρχιτεκτονική του σύλληψη, τόσο στη γενικότερη εμφάνιση του, όσο και στον εξωτερικό διάκοσμο του που σε αφήνει πραγματικά άφωνο. Είναι από εκείνες τις στιγμές που όταν πρωτοαντικρίζεις το μνημείο αυτό, μένεις άφωνος, θαυμάζοντας το απλώς.  Το όλο οικοδόμημα, συμπληρώνει το Βαπτιστήριο του Αγίου Ιωάννη και το καμπαναριό του Giotto, όλα στο ίδιο αρχιτεκτονικό στυλ.
Ο Περσέας
Επιβεβλημένο θεωρείται να περπατήσεις το ναό ολόγυρα, να θαυμάσεις τις απίστευτες διακοσμητικές του λεπτομέρειες, να τον δεις στις διαφορετικές ώρες της ημέρας με διαφορετικό φωτισμό κάθε φορά, ( η φωτογραφία είναι λίγο πριν τη δύση ). Μέσα ο Ναός, δεν σε εντυπωσιάζει τόσο, ουσιαστικά είναι γυμνός, πέρα από τον τεράστιο θόλο του. Αν έχεις τις δυνάμεις, μπορείς να επιλέξεις, με εισιτήριο, να ανέβεις τα 444 σκαλοπάτια του τρούλου και να θαυμάσεις την πόλη από εκεί ψηλά. Δεύτερο σημείο της πόλης, που με εντυπωσίασε ήταν η πλατεία della Signoria, στην οποία δεσπόζει η κρήνη με τον Ποσειδώνα, η οποία όμως ήταν κρυμμένη, διότι γίνεται η συντήρηση της.  Αποζημιώνεσαι όμως και με το παραπάνω, στη Loggia dei Lanzi. Μπορείς να καθίσεις στα σκαλοπάτια της και να ξεκουραστείς αλλά κυρίως μπορείς να θαυμάσεις μια σειρά αντιγράφων σπουδαίων γλυπτών, που έχουν τοποθετηθεί εκεί. Ξεχωρίζει αυτό του Περσέα, που σκοτώνει τη Μέδουσα έργο του Benvenuto Cellini (1500 - 1571). Δίπλα βρίσκεται το Palazzo Vecchio, διοικητικό κέντρο της πόλης στα χρόνια της άνθησης της, ένα αληθινό παλάτι. Μπροστά του βρίσκεται ένα πιστό αντίγραφο του περίφημου "Δαυίδ" του Μιχαήλ Άγγελου. Στην πραγματικότητα έχεις την ευκαιρία να δεις μαζεμένα, πολλά από τα σημαντικότερα έργα γλυπτικής της Ιταλικής Αναγέννησης, αν δεν θέλεις να τρέχεις από μουσείο σε μουσείο για να τα θαυμάσεις. Η πόλη είναι γεμάτη μουσεία και Πινακοθήκες, που αν αθροίσεις το κόστος εισόδου σε αυτά, αποτελεί ένα αξιοσέβαστο ποσό. Επιλέγεις λοιπόν τι θα δεις και εκμεταλλεύεσαι και ότι σου προσφέρει η πόλη δωρεάν - και είναι αρκετά αυτά.
Χρυσοχοϊο στην Ponte Vecchio
Τρίτο σημείο της πόλης, η πολυδιαφημισμένη γέφυρα Ponte Vecchio, μια από τις πολλές γέφυρες, που ενώνει τις δύο πλευρές της πόλης, την οποία διασχίσει ο ποταμός Άρνο. Η περίφημη γέφυρα, μόνο για πεζούς, είναι κτισμένη δεξιά και αριστερά, με οικήματα που άλλοτε αποτελούσαν μέρος της αγοράς της πόλης. Σήμερα τα μαγαζάκια αυτά, φιλοξενούν φίρμες ακριβών χρυσοχοΐων. Καθημερινά επισκέπτονται τη γέφυρα χιλιάδες τουρίστες, για να φωτογραφηθούν με θέα το ποτάμι και τα χρυσοχοΐα. Κατά την άποψη μου είναι από εκείνες τις περιπτώσεις, που η διαφήμιση υπερβάλλει έναντι της πραγματικότητας. Πολύ γνωστή και η πλατεία della Repubblica, με την τεράστια αψίδα από την μια πλευρά της και το περίφημο καρουζέλ της στη μέση, την οποία δεν μπορέσαμε να απολαύσουμε, μιας και γίνονταν σε αυτήν έργα ανάπλασης και ήταν κλειστό όλο το κέντρο της. Δεν θα μπορούσα να παραλείψω και την κλειστή αγορά του San Lorenzo, η οποία κινείται σε τρία "επίπεδα". Τους πάγκους που την περιβάλουν με τα δερμάτινα, από ζώνες ως μπουφάν. Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση εδώ.
Mercanto di San Lorenzo
Πρώτον ότι όλοι σχεδόν οι πωλητές ήταν οικονομικοί μετανάστες, κυρίως από χώρες της Αφρικής και δεύτερον ότι το "ανατολίτικο παζάρι" εδώ είναι κανόνας. Διαπραγματεύεσαι την τιμή του δερμάτινου που θέλεις να πάρεις, δοκιμάζοντας τα όρια και τα δικά σου και του πωλητή. Μην παραξενευτείς, αν φεύγοντας σε φωνάξει πίσω ο πωλητής λέγοντας σου ότι συμφωνεί με την τελική τιμή που του πρότεινες. Ο πρώτος όροφος της αγοράς λειτουργεί ως τις 1,30 μμ και αποτελεί την αγορά, όλων των αγροτικών προϊόντων ( φυσικών και μεταποιημένων) της γης της Τοσκάνης. Μια πανδαισία χρωμάτων, γεύσεων και αρωμάτων. Ο δεύτερος όροφος, αποτελεί το εστιατόριο του συγκροτήματος, όπου κι αυτό
αναδεικνύει την ιδιαίτερη ιταλική, ( ειδικά της Τοσκάνης ) κουζίνα. Γύρω γύρω υπάρχουν μικρές κουζίνες, κάθε μία παρασκευάζει διαφορετικό είδος από το άλλη. Εσύ αγοράζεις ότι θέλεις απ΄ όπου θέλεις και κάθεσαι στη μέση, όπου βρίσκονται τα τραπέζια. Αποτελεί μια φτηνή και ποιοτική επιλογή για φαγητό, για την έτσι κι αλλιώς ακριβή, για εμάς, Ιταλία.


Θα μπορούσα να αναφέρω και πολλά άλλα μέρη της Φλωρεντίας αλλά για εμένα αυτό, που απόλαυσα περισσότερο, είναι οι βόλτες που κάναμε μέσα στους δρόμους του ιστορικού κέντρου της Φλωρεντίας, είτε μιλάμε για τους τεράστιους κεντρικούς πεζόδρομους της, είτε μιλάμε για τα μικρά στενά δρομάκια της. Κάθε γωνία της είχε να σου προσφέρει και μία νέα εικόνα, μια ακόμα λεπτομέρεια, που έκανε τη διαφορά. Η αναγεννησιακή ατμόσφαιρα της πόλης, ο πλούτος της εποχής των Μεδίκων είναι διάχυτα παντού. Ιδιαίτερα απολαύσαμε την ευκαιρία για ξεκούραση στη δροσιά της Loggia dei Lanzi, έχοντας γύρω σου όλα εκείνα τα αριστουργήματα της αναγέννησης, εμπνευσμένα από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Χιλιάδες άνθρωποι, να εξερευνούν την πόλη μαζί σου, απ΄ όλον τον κόσμο και να θαυμάζουν όλα αυτά τα αριστουργήματα της πόλης.
Συμβουλές: Το αθλητικό παπούτσι επιβάλλεται διότι τα χιλιόμετρα που περπατάς καθημερινά είναι πολλά και οι δρόμοι στο κέντρο είναι όλοι πλακόστρωτοι. Η εποχή που είμαστε εκεί, ήταν η καταλληλότερη, τέλη Ιουνίου, όπου οι θερμοκρασίες διατηρούνται σε κανονικά επίπεδα.
Δεν θα παραλείψετε να πιείτε καφέ σε ένα από τα πολλά cafe της πόλης, τα οποία προσφέρουν κι πολλά άλλα εδέσματα για ένα πρόχειρο φαγητό. Αν καθίσετε οι τιμές είναι περίπου 8 ευρώ ανά άτομο, με κάτι μαζί για να φάτε. Να ξέρετε ότι άλλη τιμή έχουν αν καθίσετε κι άλλη τιμή αν τα πάρετε στο χέρι. Τα εστιατόρια τους τιμούν την κουζίνα της περιοχής τους. Η πίτσα, οι μακαρονάδες και η περίφημη bistecca fiorentina ( σιτεμένη, μοσχαρίσια μπριζόλα ιδιαίτερα μαλακή και νόστιμη), προσφέρονται παντού. Το άτομο κοστίζει από 17 ως 20 ευρώ. Φυσικά δεν θα παραλείψετε να φάτε παγωτό, Gelatari-ες υπάρχουν παντού, με πολλές γεύσεις. Συνιστώ τη gelataria Edoardo, στην Piazza Duomo. Μην παραλείψετε να καθίσετε στην Cathedral Irish Pup, αργά το απόγευμα, για ένα ποτό ή ένα φτηνό lunch menu ( 10 ευρώ ανά άτομο ) και να απολαύσετε την εναλλαγή των χρωμάτων στον καθεδρικό ναό της Duomo, καθώς δύει ο ήλιος.
Πλατεία Αγίου Πέτρου (Βατικανό)
Μέσα, στο πρόγραμμα μας ήταν και μια γρήγορη επίσκεψη στη Ρώμη, με τρένο. Πρώτον για να δούμε ορισμένα από τα ονομαστά μνημεία της αιώνιας πόλης και δεύτερον για την εμπειρία, την οποία δεν έχουμε ακόμα στην πατρίδα μας, να ταξιδεύουμε με πραγματικά, γρήγορα και σύγχρονα τρένα. Το πρώτο που σε εντυπωσιάζει στον τερματικό σταθμό της Φλωρεντίας, είναι η διαρκής κίνηση του και οι χιλιάδες άνθρωποι που χρησιμοποιούν το τρένο. Με δέκα τουλάχιστον αποβάθρες, από τους οποίες κάθε 15 λεπτά αναχωρεί και κάποιο τρένο δεν είναι περίεργο. Μπορείς να ταξιδέψεις παντού, θεωρείται φτηνού κόστους μετακίνηση, όχι βέβαια για εμάς, αν αναλογιστείς ότι η διαδρομή μιάμισης ώρας, Φλωρεντίας - Ρώμης κοστίζει 96 ευρώ (πήγαινε - έλα), με το γρήγορο. Αμέσως έξω από τον τερματικό σταθμό της Ρώμης, βρίσκεται ο σταθμός του μετρό, ο οποίος σε διευκολύνει να φτάσεις γρήγορα και εύκολα στον προορισμό σου. Πρώτη μας στάση η πλατεία του Αγίου Πέτρου, στο Βατικανό. Τεράστια, στην οποία κυριαρχεί το άσπρο μάρμαρο και τα τεράστια κτίσματα, που οριοθετούν την έδρα του πρωτοκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Εδώ μπορείς να επισκεφτείς το μουσείο, τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου και την Cappella Sistina, αλλά χρειάζεσαι μια μέρα μόνο για αυτά.
Fontana di Trevi
Εμείς αρκεστήκαμε σε μια πρώτη, μικρή γεύση του Βατικανού. Η επόμενη στάση μας, ήταν στην πασίγνωστη Fontana di Trevi. Κάτασπρο μάρμαρο, ιδιαίτερης ομορφιάς ο γλυπτός και αρχιτεκτονικός διάκοσμος, τα νερά που τρέχουν μας χάριζαν την αίσθηση της δροσιάς, που τόσο χρειαζόμασταν εκείνη την ημέρα που ο υδράργυρος ξεπέρασε τους 32 βαθμούς Κελσίου και εκατοντάδες κόσμου να προσπαθεί να βγάλει μια αναμνηστική φωτογραφία, μεταξύ τους κι εμείς. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε την πλατεία della Rotonda, όπου βρίσκεται το Πάνθεον. Τεράστιος κτίσμα, το οποίο αντανακλά όλο το μεγαλείο της άλλοτε κραταιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Επόμενος προορισμός μας, η πλατεία Barberini για αν πάρουμε το μετρό για το Κολοσσαίο. Αυτό, που μου έκανε εντύπωση σε όλη τη διαδρομή, ότι αν και κινηθήκαμε σε κεντρικές αρτηρίες της πόλης, η κίνηση ήταν ελάχιστη. Δεν μιλάμε για παράνομο παρκάρισμα, πουθενά δεν το είδα αλλά και τα αυτοκίνητα που κινούνταν ήταν ελάχιστα. Δεν ξέρω με ποιον τρόπο το έχουν καταφέρει αυτό οι Ιταλοί, αλλά σε σύγκριση με την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, νομίζω ότι οι δικοί μας τοπικοί άρχοντες έχουν πολλά να διδαχθούν από αυτό.
Κολοσσαίο
Εντύπωση επίσης, μου έκαναν και οι κατασκευές εκείνες, σε διάφορα σημεία της πόλης, όπου μπορούσες να γεμίσεις το μπουκάλι σου με κρύο νερό ή να φορτίσεις το κινητό σου. Ιδιαίτερα χρήσιμες όχι μόνο για τους τουρίστες της πόλης αλλά κυρίως για τους οικονομικούς μετανάστες ή πρόσφυγες, που τους διέκρινες σε όλη την πόλη. Η στάση μας στο Κολοσσιαίο μας γέμισε με δέος, με τη σκέψη ότι μέσα σε αυτό το τεράστιο θέατρο-στάδιο, οι Ρωμαίοι τέρπονταν με παραστάσεις "χολιγουντιανής παραγωγής", που ικανοποιούσαν την ανάγκη τους να επιβεβαιώνουν με κάθε τρόπο την τεράστια δύναμη της αυτοκρατορίας τους. Η έκφραση άρτος και θεάματα, σίγουρα εκείνα τα χρόνια, συσχετιζόταν απόλυτα με την πραγματικότητα της πόλης, που επέβαλε τη θέληση της με τις ισχυρότατες λεγεώνες της. 

Κλείνοντας την επίσκεψη μας στην Ιταλία, θα έλεγα ότι οι άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει
Piazza Duomo
απόλυτα, τη σημασία του τουρισμού στην οικονομία τους και δουλεύουν πάνω σε αυτό σε κάθε επίπεδο. Από την πολύ καλή τουριστική προβολή της χώρας τους, ( δεν χρειάζεται να κάνουν και πολλά πλέον, σκεφτείτε μόνο πόσες κινηματογραφικές ταινίες 
και πόσα βιντεάκια στο Youtube εκθειάζουν την Ιταλία !). Έχουν άριστες συγκοινωνίες προς κάθε προορισμό, ένα ηλεκτρονικό σύστημα πώλησης εισιτηρίων κάθε είδους, ακόμα και για τα μουσεία τους ( https://www.florence-tickets.com.  ), που μπορεί να είναι πιο ακριβό, αλλά σε γλυτώνει από τις ατελείωτες ουρές. Σέβονται την αρχιτεκτονική των τουριστικών πόλεων τους, ακόμα κι εκεί που γίνονται νέα κτίσματα. Προωθούν συστηματικά τα αγροτικά τους προϊόντα σε συνδυασμό με την κουζίνα τους. Έχουν λύσει τα προβλήματα με τα σκουπίδια, με το νερό, με το πάρκινγκ, σέβονται το "προϊόν" που πουλούν και τον πελάτη τους. Αυτά όλα μαζί με τα πολλά και ιδιαίτερα αξιοθέατα, μουσεία κλπ που διαθέτουν
σαλάτα Μακεδονία
έχουν κάνει την Ιταλία, έναν προορισμό ακριβό μεν για εμάς αλλά με τεράστια προστιθέμενη αξία για τη χώρα τους. Νομίζω ότι ως  χώρα θα μπορούσαμε να διδαχθούμε πολλά επί του θέματος. Ένα μικρό παράδειγμα: Στην περιοχή που μέναμε, γινόταν ανάπλαση για την επέκταση της γραμμής του τραμ. Παρατήρησα ότι τα νέα πεζοδρόμια ήταν μαύρη άσφαλτος. Αναρωτήθηκα γιατί, δεν έβαζαν για παράδειγμα μια ωραία πλάκα. Η απάντηση ήταν απλή. Οι τουρίστες σήμερα χρησιμοποιούν τροχήλατες βαλίτσες, άρα τα πεζοδρόμιο δεν έπρεπε να τους καταπονεί αλλά να τους διευκολύνει.
Κι ένα τελευταίο, διαφορετικό. Παρατήρησα, ότι παντού πουλούσαν τη σαλάτα Makedonia. Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο "κακό". Λέω, βρες τους Σκοπιανούς πώς τα κατάφεραν; Ψάχνοντας στη Βικιπαίδεια (   https://en.wikipedia.org/wiki/Macedonia_(food) ) είδα ότι η σαλάτα Μακεδονία αποτελείται από ανάκατα διάφορα κομματάκια φρούτων ή λαχανικών... όπως την ποικιλομορφία των λαών της Μακεδονίας του Μ. Αλεξάνδρου ή την ποικιλομορφία των Λαών της Οθωμανικής Μακεδονίας. Είναι, λέει μια σαλάτα συνηθισμένη στην Ελλάδα, Ρουμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Λατινική Αμερική. Μόνο, που εγώ μέχρι σήμερα δεν την έχω δει πουθενά, σε κανένα εστιατόριο στην πατρίδα μας. Γιατί άραγε;   

( Η συνέχεια στο επόμενο ... )

Ευχές σε όλους - Ανασκόπηση του 2018

Στην διαδικτυακή κοινωνία που κινούμαστε κι ειδικά εδώ που έχουμε δημιουργήσει μια νέα γειτονιά, μια νέα Blogo - παρέα, θα ήθελα να ευχηθώ...