Ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου
τραγούδια, από τα φοιτητικά μου χρόνια. Η Άρνηση του Γιώργου Σεφέρη, σε μελοποίηση Μίκη Θεοδωράκη. Για κάποιον λόγο αισθανόμουν ότι μιλούσε για όλους εκείνους τους χαμένους έρωτες των πρώτων μου χρόνων, συγχρόνως όμως, θες η μουσική του Θεοδωράκη να έπαιζε το ρόλο της, το ένιωθα και βαθιά πολιτικό, για όλα εκείνα που ονειρευόμουν για τη χώρα μου, που η Αλλαγή θα έφερνε..., αλλά κάπου έμεναν στη μέση.
Το ποίημα αυτό, ο Σεφέρης το έγραψε το 1931. Και πράγματι ήταν ένα ερωτικό ποίημα. Λιτό και σύντομο, μιλά για έναν χαμένο έρωτα, για τη προσδοκία που την έσβησε ο αέρας, για μία αποτυχημένη προσπάθεια ευτυχίας. Τη δίψα που δεν σβήνει (γλυφό νερό),τη φευγαλέα ευτυχία και, τελικά, συνειδητοποιεί ότι έπλεξε λάθος τη ζωή του. Αποφασίζει να στρίψει το τιμόνι.
Η Άρνηση απέκτησε εμβληματική σημασία ως ύμνος της αντίστασης κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974). Η σύνδεση του ποιήματος με τη δικτατορία προέκυψε κυρίως χάρη στη μελοποίησή του από τον Μίκη Θεοδωράκη, ένα από τα συμβολικότερα πρόσωπα του αντιδικτατορικού κινήματος τότε. Το "λάθος" δεν ήταν πλέον ένας χαμένος έρωτας, αλλά η δικτατορία και η κατάσταση ασφυξίας που επικρατούσε. Η "αλλαγή ζωής" ήταν το αίτημα για δημοκρατία, ελευθερία και ανατροπή του καθεστώτος. Αλλά όχι μόνο:
Το 1969, ο Γιώργος Σεφέρης, ήδη νομπελίστας με παγκόσμιο κύρος, έκανε μια περίφημη δήλωση μέσω του BBC κατά της Χούντας, καταγγέλλοντας την "αναγκαστική νάρκη" (υποχρεωτικό ύπνο) στην οποία είχε περιέλθει η χώρα. Αυτή η δήλωση έδωσε πολιτικό βάρος σε όλο του το έργο και έστρεψε την προσοχή στα ποιήματά του.
Η Χούντα απαγόρευσε τη μουσική του Θεοδωράκη και τα ποιήματα του Σεφέρη. Ωστόσο, το ποίημα έγινε ο άτυπος ύμνος του αντιδικτατορικού αγώνα. Η κορύφωση ήρθε στην κηδεία του ποιητή τον Σεπτέμβριο του 1971. Χιλιάδες κόσμου ακολούθησαν την πομπή στους δρόμους της Αθήνας και, σε μια από τις πρώτες μαζικές ανοιχτές εκδηλώσεις αντίστασης, άρχισαν να τραγουδούν εν χορώ την «Άρνηση».
Η Άρνηση











