Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Οι λογοτεχνικές μου διαδρομές στην Κάρπαθο.

  Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από τη συλλογή διηγημάτων μου, που εκδόθηκε το 2017, με τίτλο ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Τα αποσπάσματα αφορούν μνήμες και περιγραφές της Καρπάθου, κυρίως από το χωριό μου το Όθος, από τις δεκαετίες του 70' και του 80'. Η πρώτη είναι μια φθινοπωρινή ανάμνηση από το χωριό μου, το Όθος:      

ΟΘΟΣ 1982

Μπροστά της απλωνόταν το χωριό τους, πιο πίσω η κορυφή του προφήτη Ηλία και πίσω το ατελείωτο γαλάζιο της θάλασσας. Μικρά τα σπιτάκια του, συνήθως δίχωρα με δώμα. Κάποια λίγα, με τα χρήματα που έστελναν οι ξενιτεμένοι συγχωριανοί τους, διάσπαρτα από εδώ κι εκεί, κτίζονταν με περισσότερες ευκολίες, χωριστές κρεβατοκάμαρες, εσωτερική τουαλέτα αλλά με μικρότερες ή ακόμα και ανύπαρκτες αυλές. Το προχωρημένο φθινόπωρο περισσότερο με άνοιξη έμοιαζε. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος, ελάχιστα σύννεφα φαίνονταν προς το βάθος της θάλασσας και μια ανάερη απογευματινή ζέστα γλύκαινε τη ψυχή τους. Οι ελιές είχαν γεμίσει καρπό, οι αμυγδαλιές είχαν ρίξει τα φύλλα τους και μια παράξενη ησυχία, όχι όμως ασυνήθιστη για το χωριό αυτή την ώρα. Οι απαγορευμένες ώρες που επέβαλαν οι δάσκαλοι, κρατούσαν τα παιδιά στα σπίτια τους ή κρύβονταν, προσπαθώντας να παίξουν στα βουβά, πίσω απ' τα στενά σοκάκια με σκυφτά κεφάλια μην τα πάρει είδηση κάποιο μάτι, που την άλλη μέρα θα τα κατέδιδε στο δάσκαλο.

Σε λίγο η μάνα της, της έφερε το δίσκο με τον τούρκικο καφέ - έτσι τον έλεγαν ακόμα τότε στο χωριό της, πριν την εισβολή στην Κύπρο - κι ένα δροσερό ποτήρι νερό. Κάθισε δίπλα της! Η συζήτηση σχεδόν τυπική! Πώς πάει το Πανεπιστήμιο, πώς είναι η ζωή στη Θεσσαλονίκη, τι κάνουν οι παρέες της. 

Από το Κυριακάτικες εκδρομές μας στο Φοινίκι:

Μόλις έφτανε το λεωφορείο στο μικρό ψαροχώρι, άνοιγαν οι πόρτες του και σε ελάχιστα λεπτά, οι νεολαίοι του χωριού έκαναν την πρώτη τους βουτιά από το λιμανάκι, δίπλα στις βάρκες και ξανοίγονταν στη μέση του κλειστού, απάνεμου κόλπου ενώ οι μητέρες με τα βλαστάρια τους, πλατσούριζαν στα ρηχά, με την ψιλή λασπώδη άμμο που θόλωνε τα νερά, σε αντίθεση με τις λαμπρές, καταγάλανες και διαυγέστατες παραλίες του υπόλοιπου νησιού.

Ο ήλιος μας έκαιγε, ούτε κρυβόμαστε κάτω από πολύχρωμες ομπρέλες παραλίας, ούτε γυαλιά ηλίου και καπελάκια να μας προστατεύουν και το αντηλιακό, είδος πολυτελείας, κάποιες κοπέλες μόνο το διέθεταν κι εκείνες για να κάνουν ωραίο μαύρισμα, τίποτα δεν γνώριζαν για τον όποιο δείκτη προστασίας του.

Κάποια στιγμή, όταν ο ήλιος πια κατέβαινε χαμηλά, προς τη δύση, κάποιοι ανέβαιναν προς το εκκλησάκι του Άη Νικόλα, απ΄ όπου αντίκριζες τη γειτονική Κάσο τυλιγμένη στον θολό αχνό των κυμάτων, κάποιοι άλλοι έπιναν τον ελληνικό τους, μοιρασμένοι στα δύο καφενεδάκια της πλατείας και εμείς τα παιδιά βρισκόμασταν στον μικρό μόλο, έξω από την "ξετρυπητή", όπου παλιές ιστορίες μιλούσαν για τις μακρινές, χαμένες πια, ένδοξες μέρες που γνώρισε ο τόπος, τότε που φιλοξενούσε την ιταλική ακτοφυλακή.

Κι από έναν παραδοσιακό γάμο:

Κι έφτασε η μέρα της χαράς. Από νωρίς το πρωί το χωριό ολόκληρο βρισκόταν σε συναγερμό. Η κουζίνα στην αίθουσα εκδηλώσεων είχε γεμίσει με κόσμο. Τα επιδέξια χέρια των μαγείρων, τεμάχιζαν το φρεσκοσφαγμένο μοσχάρι σε μερίδες, τα τεράστια, φρεσκοπλυμένα καζάνια στη σειρά στέγνωναν στον ήλιο, συνέχεια αυτοκίνητα ξεφόρτωναν, μια το κρασί, μια τα κηπευτικά για τη σαλάτα, μια το ψωμί, το ρύζι, τις σάλτσες και τις πατάτες. Μετά την πρωινή λειτουργία, ένα συνεργείο γυναικών, μπήκε στην εκκλησία να τη συγυρίσει, όλα έπρεπε να αστράφτουν την ώρα της τελετής. Στην αυλή των σπιτιών των συμπεθέρων, είχαν στηθεί οι παντιέρες, έθιμο παλιό από την Τουρκοκρατία ή το Βυζάντιο ακόμα, ποιος ξέρει. Η νύφη, στο δικό της σπίτι, αυτό που θα δεχόταν το νέο ζευγάρι, την πρώτη νύχτα του γάμου τους, είχε φροντίσει να βγάλει σε δημόσια θέα όλη της την προίκα. Υφαντά όλων των ειδών, που τα έφτιαξε η ίδια, αμερικάνικα γυαλιστερά σεντόνια, πολύχρωμες κουβέρτες ως και τα εσώρουχα της. Σε περίοπτη θέση το καλό το κινέζικο σερβίτσιο του καφέ, δίπλα του σερβίτσιο του φαγητού από το Λονδίνο, δίπλα ο δίσκος με τα κουφέτα και το ρύζι. Στη σειρά μέσα σε πανέρια, τα μαντίλια που θα κρέμαγαν στο στήθος των καλεσμένων, οι ποδιές και τα κεράσματα. Κρασί, ούζο, σισαμόμελες, ξεροτήγανα, ψιλοκούλουρα, φυστίκια και καραμέλες ροδίτικες. Κι αυτή, καθισμένη στο νυφοκρέβατο δεχόταν τις περιποιήσεις και τα σιγοψιθυριστά πειράγματα, απ' τις φίλες και ξαδέλφες της.

Και στο σπίτι του γαμπρού, όλα έτοιμα. Ο Γιώργης φρεσκοξυρισμένος, αντάλλασσε φιλοφρονήσεις με τους φίλους του, υποδεχόταν με χαρά τους συγγενείς του, που έφταναν με τα δικά τους δώρα. Χειροποίητα γλυκά, που στοιβάζονταν σε έναν δίσκο, σχηματίζοντας έναν λαχταριστό κώνο, έτοιμο να φαγωθεί κομμάτι κομμάτι. Δύο λικέρ, πάνω σε ένα κουτί λουκούμια. Ένα ή δύο πεντάρια κονιάκ. Κι όλα αμπαλαρισμένα με πολύχρωμα σελοφάν και στριφογυριστές κορδέλες.

Το μεσημέρι έφτασαν στα σπίτια τους και τα όργανα. Οι παινευτικές μαντινάδες για τους δύο νέους, για τους γονείς τους, για τους παππούδες τους, ακόμα και γι΄ αυτούς που παρακολουθούσαν το ευτυχές συμβάν από τον ουρανό, γέμιζαν τις τσέπες τους με εκατοστάρικα και δολάρια. Οι καλεσμένοι δέχονταν τα πρώτα κεράσματα, εύχονταν και αντεύχονταν σε καθένα αυτό που ποθούσε, και τα κεφάλια ευθυμούσαν κάτω από τον εορταστικό Αυγουστιάτικο ήλιο.

Την καθορισμένη ώρα, σχηματίστηκαν οι δύο οικογενειακές πομπές προς την εκκλησία. Ένα δάκρυ είχε προλάβει να κυλήσει από τα μάτια της μητέρας της νύφης, ήξερε ότι τα γράμματα από τη ξενιτιά θα ήταν αυτά πια, που θα τη συνέδεαν με την Ελενίτσα της. Η μητέρα του γαμπρού πάλι, η κόρη του Γιώργη που καθόταν παραπίσω, αγωνιούσε για τους καλεσμένους της... αν σε όλους κρεμάστηκε το σωστό μαντήλι, αν οι στενοί συγγενείς δέχτηκαν τις αρμόζουσες περιποιήσεις, αν οι ποδιές δόθηκαν σωστά, αν όλα γίνονταν όπως τα είχε σχεδιάσει.

Μπροστά πήγαιναν οι πιτσιρικάδες της γειτονιάς, που περήφανοι κρατούσαν ψηλά τις παντιέρες, πίσω τα όργανα και οι τραγουδιστάδες, οι μελλόνυμφοι υποβασταζόμενοι από τους κουμπάρους και τους περήφανους πατεράδες τους, οι συγγενείς τους, οι φίλοι τους, όλο το χωριό.

Ο γαμπρός και η νύφη στήθηκαν στην εκκλησία, το μυστήριο τελέστηκε, στο χορό του Ησαΐα τα κτυπήματα στη πλάτη του γαμπρού από τους φίλους του έδιναν το σήμα ότι ο γαμπρός μπορούσε να αντέξει τα βάσανα του έγγαμου βίου, το ρύζι και τα κουφέτα γέμισαν τα μαλλιά τους, πέρασαν οι συγγενείς να τους ευχηθούν, να κρεμάσει καθένας το δικό του δώρο, χρυσές λίρες, κάποιοι και χαρτονομίσματα, μα η κολαΐνα(1) της νύφης τα επισκίαζε όλα. Πέρασαν και οι υπόλοιποι καλεσμένοι και το πανέρι γέμισε κι αυτό χαρτονομίσματα.

(1) κολαΐνα: αρμαθιά με χρυσά φλουριά, που κρέμεται από το λαιμό της νύφης.

Γάμος στο Όθος, Κωστή Μαντινάου και Ρούλας Νικολαΐδου,
"λάλημα του γαμπρού"*, δεκαετία του 80.
  * Ο γαμπρός με όλη τη συνοδεία του, πηγαίνει προς το σπίτι της νύφης. Στη συνέχεια και οι δύο πομπές θα πάνε προς την εκκλησία για να τελεστεί το μυστήριο του γάμου.

Και κάτι καλοκαιρινό, μυστηριώδες, ερωτικό:

Στο βάθος φαινόταν ο φάρος του λιμανιού, που αναβόσβηνε και η σιλουέτα του θεόρατου βράχου... ίσα που ακουγόταν η μουσική από το πάρτι που συνεχιζόταν. Την τράβηξε κοντά του, τα χείλη τους έσμιξαν σε ένα φιλί όλο πάθος.

- Θέλω να βουτήξω... δεν έχω κάνει ποτέ μου νυχτερινό μπάνιο, έλα πάμε! είπε εκείνη. Και πριν προλάβει να της απαντήσει, ήδη ήταν γυμνή και κατευθυνόταν προς το νερό. Σταμάτησε για λίγο, όταν τα πόδια της ένιωσαν την δροσιά του νερού, έκανε δύο ακόμα βήματα και χάθηκε στο σκοτάδι.

Ο Βαγγέλης κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Στο πυκνό σκοτάδι, ήταν αδύνατον να τη διακρίνει. Η θάλασσα ήταν πιο σκοτεινή από ποτέ, τίποτα δεν φαινόταν. Ακουγόταν μόνο, που και που, τα κτυπήματα των χεριών της στο νερό. Με μια αίσθηση αμφιβολίας, έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε. Όταν έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό ένιωσε τη μοναξιά της στιγμής. Δεν έβλεπε τίποτα. Απόλυτο σκοτάδι. Μόνο το φως του φάρου όριζε τη θέση του. Γύρισε το κεφάλι του, το σώμα του, μα και πάλι ήταν μόνος. Έκανε μερικές απλωτές κατά μήκος της παραλίας, έτσι πίστευε, σταμάτησε, προσπάθησε να αφουγκραστεί τις κινήσεις της. Μόνος, στο απόλυτο τίποτα. Να αιωρείται στο νερό, να τον καταπίνει το σκοτάδι, να μην ακούει τίποτα.

Το χέρι της τον έπιασε από το ώμο. Κόλλησε το σώμα της πάνω του. Τα στόμα τους ενώθηκε σε ένα λυτρωτικό φιλί, εκεί στο απόλυτο τίποτα, ισορροπώντας ανάμεσα στο πάθος και το βυθό. Ελευθερώθηκε και κρατώντας το χέρι της, την οδήγησε προς την ακτή. Μόλις ένιωσε την άμμο στα πόδια του, σταμάτησε και την τράβηξε κοντά του. Ο ένας δόθηκε στον άλλο με έναν πρωτόγνωρο, μαγικό τρόπο. Το μυαλό άδειασε, μόνο τα σώματα υπήρχαν. Τα σώματα και οι καρδιές τους να χορεύουν στο ρυθμό της νιότης τους. Δυο κραυγές ικανοποίησης, τα σώματα χαλάρωσαν, αφέθηκαν.

Και κλείνω με μία εικόνα, από τα πανηγύρια του νησιού:

Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου. Ο ήλιος ξασπρίζει τους τοίχους. Το πέργερο** της Παναγίας γεμάτο κόσμο! Η λειτουργία μόλις σκόλασε. Οι απανταχού απόδημοι ανταλλάσσουν σφιχτές χειραψίες. Οι κυρίες τους χαιρετιούνται με επιδειχτικούς ασπασμούς. Οι νεολαίοι ετοιμάζονται για τη σπονδή προς το Διόνυσο. Κι εσύ εκεί, ανάμεσα τους! Το μελτέμι χαλάει τα μαλλιά σου. Με το ένα σου χέρι κρατάς το λευκό φόρεμα κοντά στο πόδι σου. Με το άλλο μεταφέρεις την ένταση της νιότης σου! Το γέλιο σου ακούγεται όλο υποσχέσεις!

Σελήνη ολόγιομη και λαμπρή! ... είσαι μόλις στα δεκάξι σου!


 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Λευτέρης Θαλασσινός, μία ιστορία δειλίας και μία ανειλικρίνειας (το νέο μου μυθιστόρημα)

  Το νέο μου μυθιστόρημα με τίτλο: "Λευτέρης Θαλασσινός, μία ιστορία δειλίας και μία ανειλικρίνειας" αναφέρεται στις έννοιες του ξένου, της μοναξιάς, της δειλίας και της ανειλικρίνειας. Πέρα όμως από τις παραπάνω έννοιες, στα βιβλία μου επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο, το οποίο διαπραγματεύεται πρωτίστως τις σχέσεις των ανθρώπων, τα ερωτηματικά και τα μυστήρια που τις ορίζουν, μα κυρίως αυτό που με “ιντριγκάρει” είναι το απρόβλεπτο, που πάντα ελλοχεύει στις ζωές των ανθρώπων. Με ενδιαφέρουν εκείνες οι στιγμές στον χρόνο, οι ελάχιστες στιγμές, που είναι όμως ικανές να ανατρέψουν κάθε σειρά με την οποία είχες πιστέψει, ότι όριζες το μέλλον σου.

   Το μυθιστόρημα αυτό διαπραγματεύεται όμως κι ένα κομμάτι  από το ιστορικό παρελθόν της Καρπάθου, από αυτά που δεν γράφονται με χρυσά γράμματα, από εκείνα που ένας από τους ήρωες μου τα χαρακτηρίζει ως τερτίπια της ιστορίας.  

  Αν μου ζητούσατε μια σύντομη περίληψη του νέου μου μυθιστορήματος θα σας έλεγα: Ο συγγραφέας Λευτέρης Θαλασσινός συζεί σε ένα στενάχωρο διαμέρισμα, στο κέντρο των Αθηνών, με την αρκετά νεότερη του Κυμώ. Εκείνη έχει βρει ένα ασφαλές αραξοβόλι, έτσι νομίζει, ενώ ο Θαλασσινός μέσα του κρύβει ένα ασήκωτο βάρος, το οποίο διστάζει να φανερώσει, σε όλη του την έκταση, ακόμη και στον ίδιο τον εαυτό του.

  Όλα ανατρέπονται το καλοκαίρι του 2010, όταν τολμούν ένα ταξίδι στην Κρήτη τόπο καταγωγής της Κυμούς και στη συνέχεια στην Κάρπαθο, τον γενέθλιο τόπο του Θαλασσινού. Όπως γίνεται συνήθως το σύμπαν συνωμοτεί, το κουβάρι ξετυλίγεται και στη δίνη των αποκαλύψεων τα καλά κρυμμένα μυστικά βγαίνουν στην επιφάνεια. Ο Θαλασσινός συλλαμβάνεται ως ύποπτος για έναν φόνο, η Κυμώ αντιπαλεύει με τον εαυτό της μην θέλοντας να χαρακτηριστεί και πάλι ως ανόητη, το θύμα του φόνου τελικά είναι ζωντανό, υπάρχει όμως θύμα, ως που η ιστορία φτάνει στα σκοτεινά χρόνια της Ιταλοκρατίας, όπου αναδύεται μια ιστορία αγάπης, ατιμίας αλλά και ατελείωτου πόνου. Κι ενώ επέρχεται η κάθαρση, αναρωτιόμαστε πόσο λυτρωτική τελικά είναι αυτή, αν είμαστε καταδικασμένοι να ακολουθούμε τα χνάρια που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας;

  Το πρώτο ερώτημα που οφείλω να απαντήσω ως συγγραφέας, είναι γιατί γράφω ιστορίες; Κι εδώ η απάντηση πολλές φορές δεν είναι τόσο ευδιάκριτη. Διότι κατά τη διαδικασία της γραφής, ειδικά ενός μυθιστορήματος, διεισδύουν δεκάδες άλλες παράμετροι, που συναλλάσσονται με την ψυχή και την καρδιά μου, όλες βασανιστικές, με ευχαριστούν όμως διότι περιέχουν τα ελάχιστα εκείνα ψήγματα της δημιουργίας, που στο τέλος της ημέρας με αφήνουν απόλυτα ικανοποιημένο. 

  Είναι η γραφή λοιπόν μια σαδομαζοχιστική σχέση; Ίσως! Θέλει αυστηρό πρόγραμμα, πειθαρχία στη διαδικασία της γραφής, πόνο όταν πιέζεις τα συναισθήματά σου, αγωνία για το αποτέλεσμα. Σίγουρα όμως στο τέλος αυτής της επίπονης διαδρομής μου αφήνει μια γλυκιά αίσθηση πλήρωσης, τη στιγμή που γράφω τη λέξη "τέλος". Παραδόξως αυτή η τελική στιγμή με την γλυκύτητά της δεν είναι αυτή που κρατώ μέσα μου. Αυτά που μένουν είναι τα πολλά μικρά στιγμιότυπα την ώρα που κτυπούσα τα πλήκτρα μπροστά στον υπολογιστή μου, κάνοντας ατελείωτες διορθώσεις, τροποποιώντας όσα είχα γράψει, όταν νέες ιδέες αναφύονταν από το πουθενά κι εγώ ήθελα να τις χωρέσω όλες στην ιστορία μου. 

  Ύστερα είναι και οι ήρωες μου. Οι οποίοι από τη στιγμή που που τους δημιουργώ, με συντροφεύουν, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της γραφής, αλλά όλη την μέρα, εμφανίζονται σε ανύποπτο χρόνο θυμίζοντάς μου κάτι, ακόμα και στον ύπνο μου, απαιτούν να έχουν το δικό τους ρόλο σε όλη τη διαδικασία κι εκεί κάπου πρέπει να τραβήξω τα χαλινάρια, κάπου να τα χαλαρώσω, ώστε η ιστορία να προχωρήσει. Είναι αλήθεια, ότι όταν γράφω, ποτέ δεν ξέρω το τέλος. Αρνούμαι να το ορίσω εκ των προτέρων, προτιμώ οι λέξεις, η πλοκή, οι ίδιοι οι ήρωες μου να με οδηγήσουν σε αυτό.

  Είναι γεγονός ότι οι περισσότερες ιστορίες που πλάθω, είναι εμπνευσμένες από το νησί μου. Βλέπετε ο νόστος, η λέξη που τόσο επιδέξια χρησιμοποίησε ο Όμηρος για το θρυλικό ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη, είναι μια λέξη που κατατρέχει εμάς τους Καρπάθιους της διασποράς. Και η λέξη νοσταλγία, για την πατρώα γη όπως αρέσκομαι να λέω, περιέχει μέσα της τη λέξη άλγος, τον πόνο δηλαδή. Κι όπου υπάρχει πόνος, σίγουρα κάπου εκεί συγκατοικεί και η έμπνευση. 

  Ζούμε και δραστηριοποιούμαστε μακριά από το αγαπημένο μας νησί, ακολουθούμενοι από την κατάρα του μετανάστη ως το τέλος της ζωής μας. Ονειρευόμαστε τον τόπο που μεγαλώσαμε, αναπνέουμε με την γλυκιά ανάμνηση των στενών και των εξοχών που περιδιαβήκαμε, μιας αγκαλιάς που κλειστήκαμε μέσα, δροσιζόμαστε ακόμα με τη θύμησή των παραλιών που απολαύσαμε, υπομειδιούμε με τους ήχους των πανηγυριών που κρατάμε σαν φυλακτό στο μυαλό μας. Κι ακόμα είμαστε δεμένοι με τα έθιμα των χωριών μας, ευτυχώς ξεπεράσαμε εν πολλοίς εκείνα τα ήθη που καταπίεζαν τους προγόνους, μα το κυριότερο, δεν πάψαμε ποτέ να αγαπάμε τον τόπο μας, όσο μακριά κι αν βρισκόμαστε από αυτόν. Είναι η ευχή και η κατάρα της αρχαίας μνημοσύνης, που δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε, συγχρόνως όμως δίνει δύναμη στην ψυχή και παρηγοριά στο νου.     

 Στη συνέχεια ίσως αναρωτηθείτε γιατί επιμένω να εκδίδω βιβλία στο δυσμενές εκδοτικό περιβάλλον της χώρας μας. Κι εδώ η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ίσως από υπέρμετρο εγωισμό, θεωρώντας ότι έχω γράψει μια ιστορία η οποία αξίζει να διαβαστεί από περισσότερο κόσμο; Ίσως διότι διαισθάνομαι ότι έχω αληθινούς φίλους, που πιστεύουν σε μένα και χαίρονται τις ιστορίες μου;

  (Από την παρουσίαση του μυθιστορήματος στον Πειραιά στις 28-3-2026)

  Μπορείτε να ζητήσετε το μυθιστόρημά μου στο βιβλιοπωλείο με το οποίο συνεργάζεστε ή από τον εκδοτικό οίκο στο τηλέφωνο 6906024756

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Η Μνήμη ως γραφή: Γιατί θυμόμαστε τις ιστορίες που δεν ζήσαμε;


δημιουργία Τ.Ν.
  Κάθομαι σ΄ένα πεζούλι μιας παλιάς κατοικίας, στον δρόμο προς το Γελαδαριό, μαζί με όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ο ήλιος έχει πέσει για τα καλά δροσίζοντας την περιοχή από την καλοκαιρινή κάψα κι εμείς περιμένουμε να περάσουν ένας ένας οι γελαδάρηδες με τα ζώα που τους είχαν εμπιστευτεί, για να τα επιστρέψουν στη στάνη τους. Μας άρεσε να κριτικάρουμε τα ζώα, αν ήταν καλοταϊσμένα ή αν ήταν ισχνά, αν είχαν ζωηρό τρίχωμα ή ψωριασμένο, αν ο γελαδάρης ή ιδιοκτήτης τους ήταν μερακλής με τα ζώα του ή όχι. Κι αν τους ξέφευγε καμιά σβουνιά, τρέχαμε να την μαζέψουμε, στο σπίτι τις ήθελαν για προσάναμμα, αφού τις ξέραιναν στους τοίχους....
"

  Το παραπάνω στιγμιότυπο δεν το έχω ζήσει. Το μυαλό μου όμως ιδιοποιήθηκε στιγμές κάποιων άλλων και κατά κάποιον τρόπο το έκανε και δικό μου βίωμα. 

  Και το ερώτημα που τίθεται είναι, ποιος είναι ο μηχανισμός που λειτουργεί μέσα μας και μας επιτρέπει την παραπάνω διαδικασία;

  Η μνήμη δεν λειτουργεί αυστηρά ως φωτογραφική μηχανή. Κι αυτό γίνεται φανερό, όταν ο συγγραφέας διορθώνει συνεχώς το κείμενό του. Στο μυαλό του αναμειγνύονται ιστορίες που έζησε, άλλες που άκουσε, βιβλία που διάβασε, η πραγματικότητα που ζει καθημερινά, ακούσματα, μυρουδιές, αγγίγματα, ακόμα και όνειρα που είδε κι όλα αυτά αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, δημιουργώντας στο τέλος ψηφίδα, ψηφίδα μια νέα ιστορία, η οποία εντέλει είναι βαθιά προσωπική. Θυμόμαστε λοιπόν ιστορίες που δεν ζήσαμε οι ίδιοι, διότι βαθιά μέσα μας έχουμε την ανάγκη να εντάξουμε τον εαυτό μας σε κάτι μεγαλύτερο. Όχι μόνο κάτι που περιορίζεται στο δικό μας, αυστηρά βίωμα, αλλά καλύπτει τη συλλογική μνήμη, αυτή, που άγνωστο πως, εδρεύει στον εγκέφαλό μας εξαιτίας της ανάγκης μας να ανήκουμε σε μια  μεγαλύτερη ομάδα. Αρχικά της οικογένειας μας, της κοινότητας με την οποία μας συνδέουν κοινές παραδόσεις και βιώματα, αλλά γιατί όχι και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Επίσης το να γράφουμε για την χαρά και τον πόνο του άλλου, να εκφράζουμε συναισθήματα διαμέσου των φανταστικών ηρώων μας, είναι μια μορφή ενσυναίσθησης, η οποία εν τέλει αποκαλύπτει τον ανθρώπινο χαρακτήρα της γραφής.

  Η μνήμη συμπαρασύρει και τη φαντασία. Όχι μόνο αναπλάθει τις εικόνες, τα ακούσματα, όλα τα ερεθίσματα που κάποτε δεχθήκαμε, αλλά δημιουργεί νέες εικόνες και "βιώματα" και στη συνέχεια φτιάχνει νέες ιστορίες, αρχικά άγνωστες σε εμάς, αλλά στη συνέχεια ανακαλύπτουμε ότι πάντα ήταν δικές μας. Έτσι ώστε να γίνεσαι αυτός που φτιάχνει νέους μύθους, που αναδεικνύουν αξίες, που είτε τις πιστεύεις είτε σε απασχολούν βαθιά. 

  Το συμπέρασμα είναι ότι γράφουμε για όσα κρύβουμε μέσα στο νου, την καρδιά και τη ψυχή μας. Και μπορεί οι δύο τελευταίες έννοιες να εγείρουν αντιρρήσεις για την ύπαρξή τους, αλλά σίγουρα για κάποιον που γράφει, αποτελούν την πηγή της έμπνευσης, για να βάλει τη μια λέξη δίπλα στην άλλη, για να φτιάξει μια ιστορία.

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Για ποια επαρχία;

 

Σιδηροδρομικός σταθμός Δράμας (1936) Αρχείο Άννας Πάτκα
  Η φωτογραφία είναι προπολεμική. Από τη Δράμα. Τότε που τα τρένα είχαν κυρίαρχη θέση στην ανάπτυξη της περιοχής. Την ίδια εποχή η πόλη είχε και αεροπορική διασύνδεση με Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Το οδικό δίκτυο όμως ήταν υποτυπώδες. Παρ' όλα αυτά η πόλη άκμαζε, κι αυτό το όφειλε στα άριστα σε ποιότητα καπνά της περιοχής και του εμπόριο τους. 

  Και φτάνουμε στο σήμερα. Ούτε τρένο υπάρχει, ούτε αεροπλάνο φυσικά (καλύπτεται είτε από τη Θεσσαλονίκη είτε από την Χρυσούπολη της Καβάλας). Θα μου πουν οι κυβερνώντες ότι η λειτουργία του τρένου είναι ασύμφορη μιας και οι μεταφορές γίνονται οδικώς. Κι εγώ (μάλλον όλοι όσοι ζουν στην περιοχή) θα απαντήσω ότι πουθενά στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εγκαταλείφθηκε ο σιδηρόδρομος όπως στη χώρα μας. Τα τρένα πάνε με ασφάλεια παντού και φυσικά έχουν εκσυγχρονιστεί από χρόνια. Και υπάρχουν και οικονομικοί και περιβαλλοντικοί λόγοι που επιβάλλουν μια τέτοια πολιτική. Ύστερα πάμε στο οδικό δίκτυο. Η πόλη της Δράμας έμεινε εκτός του σχεδιασμού της Εγνατίας. Κι εδώ και χρόνια η πολιτεία αρνείται να φτιάξει τους κάθετους δρόμους που θα την συνδέει με αυτήν. Και οι υπάρχοντες δρόμοι είναι άθλιοι, ειδικά αν οδηγείς νύχτα ή με βροχή.

  Πάμε στο θέμα της υγείας. Ένα νοσοκομείο υποστελεχωμένο (θα μου πεις και ποιο δεν είναι;), όπως κι όλες οι υπόλοιπες δημόσιες υπηρεσίες. Πλην της εφορίας πιθανόν. Που αν σου τύχει κάτι που επείγει, ένα καρδιολογικό χειρουργείο για παράδειγμα, η μόνη λύση είναι τα ιδιωτικά νοσοκομεία (αν έχεις χρήματα βέβαια).

  Κάποτε η πόλη είχε πληθώρα στρατοπέδων που συνέβαλαν στην τοπική οικονομία. Οι σημερινοί σχεδιασμοί άλλαξαν, έμειναν ελάχιστα. Και καλά ο δημόσιος τομέας θα συντηρήσει την περιοχή; Ας απαντήσω όχι. Η άλλοτε βασική πηγή πλούτου, η αγροτική οικονομία, αδυνατεί να προσφέρει αυτά που θα μπορούσε. Οι αγρότες λιγόστεψαν, τα κόστη εκτινάχθηκαν, η γραφειοκρατία είναι απίστευτη και τα έσοδα από την καλλιέργεια της γης συρρικνώθηκαν. 

  Κάποτε η βιομηχανία φασόν άκμαζε. Η υλοτομία το ίδιο. Σήμερα κάποια εργοστάσια ή άλλου είδους επιχειρήσεις (π.χ. μάρμαρα) μένουν παρά τις αντίξοες συνθήκες. Αυτά εξάλλου κρατούν όρθιο τον νομό. Χιλιάδες κόσμου δουλεύουν σε αυτές. Είναι ο μόνος τομέας που προσφέρει δουλειές. Θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλα.

  Η αδιαφορία για την επαρχία επιδεινώθηκε κατά την οικονομική κρίση.  Κι έτσι φτάσαμε στα παρακάτω τραγικά αποτελέσματα, βάση της τελευταίας απογραφής: Μείωση πληθυσμού στο νομό Δράμας 12%. Στον γειτονικό νομό Σερρών μείωση 14%. Κι αντί η πολιτεία να σημάνει συναγερμό, όλα συνηγορούν ότι υπάρχει μια άτυπη μετακίνηση του πληθυσμού προς την Αθήνα, άντε και στη Θεσσαλονίκη κι όλοι βλέπουν τα παιδιά τους να συνεχίζουν να φεύγουν στην Εσπερία για μια καλύτερη τύχη.

   Και οι κυβερνώντες του Αθηνοκεντρικού κράτους, συνεπικουρούμενοι από τους ντόπιους κομματάρχες, σφυρίζουν αδιάφορα. Έφτιαξαν μια Αθήνα αβίωτη πλέον για τους κατοίκους της και συγχρόνως αδιαφορούν πλήρως  για την ερημοποίηση της υπαίθρου, την υποβάθμιση της επαρχίας, τη συρρίκνωση του πληθυσμού της ίδιας της χώρας μας. Διότι αν πραγματικά ενδιαφέρονταν, θα υπήρχαν ορατά θετικά αποτελέσματα. 




Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

εξομολόγηση της Helene Gremillon... μητρότητα και έκτρωση

  Στην ανάρτησή μου αυτή δεν θα αναφερθώ τόσο στο μυθιστόρημα,
όσο στα θέματα της μητρότητας, των εκτρώσεων, αλλά και της υπογεννητικότητας. Μπορεί το μυθιστόρημα εξομολόγηση της Helene Gemillon  να διαπραγματεύεται μια τραγική ιστορία μητρότητας με μια φυσική μητέρα, μια άλλη μητέρα, αυτή που μεγαλώνει το παιδί, μια απίστευτα σκληρή εξέλιξη, έναν καταδικασμένο έρωτα, γενικά μια τραγωδία με φόντο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ο φόβος της γυναίκας, να μην μπορέσει να γεννήσει ένα παιδί, η απόφασή της να κρατήσει ένα "ξένο" παιδί με οποιοδήποτε τίμημα και η σκληρότητα που επέδειξε απέναντι στη φυσική του μητέρα.  

  Από το βιβλίο θα παρουσιάσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα για το θέμα του διλλήματος μιας γυναίκας (γραμμένο από γυναίκα) ανάμεσα στην μητρότητα ή την έκτρωση, αλλά στη συνέχεια θα συνεχίσω με κάποιες σκέψεις μου, μετά από μια μικρή έρευνα που έκανα και στοιχεία που ομολογουμένως με σόκαραν.

  Η τριανταπεντάχρονη Καμίγη, μια εκ των βασικών πρωταγωνιστριών, έχει μείνει έγκυος, γνωρίζει όμως ότι ο σύντροφός της δεν θέλει παιδί. "Παλιά θεωρούσα πως η έκτρωση ήταν κάτι καλό: μοντερνισμός, ελεύθερη βούληση της γυναίκας... τώρα παλεύω να βγω από μια παγίδα που, όπως όλες οι παγίδες, αρχικά μοσχοβολούσε ελευθερία. Πρόοδος για τη γυναίκα, μωρέ τι μου λέτε! Θέλω να κρατήσω το μωρό, είμαι ένοχη απέναντι στο Νικολά που δεν το θέλει. Κάνω έκτρωση, είμαι ένοχη απέναντι στο μωρό. Η έκτρωση, με τον ισχυρισμό ότι σώζει τη γυναίκα από τη σκλαβιά της μητρότητας, της επιβάλλει μια άλλη μορφή σκλαβιάς: την ενοχή της. Περισσότερο παρά ποτέ η μητρότητα γίνεται η μόνη μας καλή ή κακή πράξη."

  Ψάχνοντας στο διαδίκτυο ανακάλυψα τα εξής. Ο αριθμός γεννήσεων στη χώρα μας το 2024 ήταν 68.467 νεογνά. Για τις εκτρώσεις δεν υπάρχει υποχρέωση επίσημης καταγραφής, υπολογίζονται όμως γύρω στις 20.000 με 25.000 χιλιάδες το χρόνο. Στις ηλικίες 14-24 υπολογίζονται οι εκτρώσεις σε ποσοστό 17% του συνολικού τους αριθμού. Και θα μείνω σε αυτό το ηλικιακό πλαίσιο για λίγο. Ειδικά στις ηλικίες 14 - 19, όπου το ποσοστό πλησιάζει το 10%. Σίγουρα έχει σχέση με την άρνηση της πολιτείας (φοβούμενη την αντίδραση της εκκλησίας και άλλων συντηρητικών κύκλων) να εισάγει το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής στην εκπαίδευση. Ένας φόβος που σήμερα πλέον μου είναι ακατανόητος και επικίνδυνος.

  Στη συνέχεια αναλογίστηκα όλη την πολιτική της πολιτείας σχετικά με την οικογένεια και με έπιασε θλίψη. Εκτός από την έλλειψη πραγματικής πολιτικής για την στήριξη της οικογένειας και την ανάγκη να ξεφύγουμε από το ένα ή κανένα παιδί των νέων οικογενειών, έχουμε χαμηλούς μισθούς, ενοίκια στα ουράνια, τιμάριθμος που ποτέ δεν πέφτει, φορολογικό και επιδοματικό πλαίσιο ανίκανο να ανακάμψει την υπογεννητικότητα που μαστίζει τη χώρα μας. Θεσμοί στήριξης της οικογένειας και πολιτικές γεννήσεων, που κάθε άλλο συμβάλλουν στην απόφαση μιας γυναίκας να "κρατήσει" το παιδί της. Και το κερασάκι στην τούρτα: ο αριθμός θανάτων στη χώρα μας το 2024 ήταν... 126.541.  Συγκρίνεται όλα τα παραπάνω νούμερα και μετά ας κλάψουμε όλοι μαζί.

  Έχουμε λοιπόν δύο  θέματα, που όσο κι αν φαίνονται να αντιτίθενται μεταξύ τους, τόσο είναι και αλληλένδετα. Την υπογεννητικότητα και το αδιαμφησβήτητο δικαίωμα στην έκτρωση. Και τα δύο είναι κοινωνικά και πολιτικά θέματα, αφορούν τη μητρότητα για την οποία η πολιτεία δεν κάνει αυτά που οφείλει... αλλά από την άλλη, μήπως ως άντρας, δεν θα μπορέσω ποτέ να αντιληφθώ το ζήτημα σε όλη του την έκταση; Και μην ξεχνάμε ότι οι κυρίαρχες πολιτικές, στη χώρα μας τουλάχιστον ακόμα, από άντρες καθορίζονται.

  Κλείνω με ένα άλλο απόσπασμα, πάλι από την Καμίγη: "Θα μου ήταν αδύνατο πια να του το κρύψω για πολύ καιρό, τα φαρδιά μου πουλόβερ δε θα είναι σε λίγο αρκετά φαρδιά. Αν σκεφτόταν να ξαναβρεί στο κρεβάτι του μια γυναίκα με επίπεδη κοιλιά, θα απογοητευόταν. Η εγκυμοσύνη, για τους άντρες, είναι πάνω απ΄ όλα το σώμα μιας γυναίκας που τους ξεφεύγει."

  

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Τόμας Στερνς Έλιοτ

Thomas Stearns Eliot
Thomas Stearns Eliot,
1888–1965

  Ο Νομπελίστας ποιητής Τόμας Στερνς Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot) υπήρξε μια ηγετική φυσιογνωμία του λογοτεχνικού μοντερνισμού στον 20ο αιώνα. Αυτό όμως που με ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτήν μου την εγγραφή είναι η σχέση του ποιητή με την ελληνική γραμματεία. Μπορεί να μην έγραψε κάποιο ποίημα για την Ελλάδα ως γεωγραφικό χώρο (άλλωστε δεν επισκέφτηκε ποτέ τη χώρα μας), αλλά η παρουσία πολλών ελληνικών στοιχείων είναι διάσπαρτη στο έργο του. Ο Έλιοτ μεταξύ των άλλων, είχε σπουδάσει και αρχαία ελληνικά στην Ακαδημία Σμιθ της Μασαχουσέτης και αργότερα στο Χάρβαρντ. Η γνώση αυτή του επέτρεψε να διαβάζει το πρωτότυπο κείμενο και να εντάσσει αυτούσια αποσπάσματα ή έννοιες στα ποιήματά του.

  Από αυτές τις διάσπαρτες παρουσίες στην ποίηση του, θα μείνω στο ποίημα: Η έρημη χώρα, στο οποίο εντάσσει τον μάντη Τειρεσία, ως κεντρικό παρατηρητή και συνεκτικό κρίκο ολόκληρου του ποιήματος. Επίσης ένα ακόμα στοιχείο που χρησιμοποιεί από την ελληνική γραμματολογία είναι η αρχή του ποιήματος με ένα απόσπασμα από το Σατυρικόν του Πετρώνιου, το οποίο περιλαμβάνει αρχαία ελληνικά: «Σίβυλλα τί θέλεις;  ἀποθανεῖν θέλω».

  Το ποίημα δημοσιεύθηκε το 1922 και χάρισε στον ποιητή διεθνή αναγνώριση. Θεωρείται ευρέως ως ένα από τα σημαντικότερα αγγλόφωνα ποιήματα του 20ού αιώνα. Ουσιαστικά είναι μια αλληγορική περιγραφή της παρακμάζουσας κοινωνίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αναφορές σε μια τεράστια σειρά λογοτεχνικών, μουσικών, ιστορικών και λαϊκών πηγών, εκφράζει τον τρόμο, τη ματαιότητα και την αποξένωση της ζωής, μέσα από εικόνες και σύμβολα και αποτυπώνει την αγωνία και την απελπισία του ποιητή για τον πολιτισμό που διαλύεται.
  Ο Έλιοτ σημειώνει ότι ο Τειρεσίας, αν και "τυφλός και παλινδρομώντας ανάμεσα στα δύο φύλα", είναι το πρόσωπο που "βλέπει" την ουσία της σύγχρονης πνευματικής ερήμου (Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τον μύθο, ο Τειρεσίας έζησε για ένα διάστημα της ζωής του και ως γυναίκα).

   Απόσπασμα από το "Η Έρημη γη", με τον μάντη Τειρεσία, σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη:


Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές,

Γέροντας με γυναίκειο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,

Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται

Κατά το γυρισμό, και φέρνει το ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,

Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ’ απομεινάρια του πρωινού της Ανάβει τη θερμάστρα, κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.

Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα

Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,

Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)

Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.

Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά

Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα –

Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.

Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,

Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρίας,

Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ’ τους μικρούς

Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη

Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού ’κατομμυριούχου.

Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,

Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,

Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια

Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.

Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·

Χέρια ερευνητικά δε συναντούν αντίσταση·

Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,

Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.

(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ’ τα πριν όλα

Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι είτε κρεβάτι·

Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ’ τα τείχη

Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)

Δίνει ένα στερνό προστατευτικό φιλί,

Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή…

Eκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά,

Πως o εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις·

Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:

«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει»

Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά

Και πάλι, μόνη, βηματίζει απάνω-κάτω,

Μ’ αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά

Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

ΕΡΤ και Πολιτισμός

  Η ΕΡΤ φέτος κλείνει 60 χρόνια παρουσίας στη ζωή μας. Για πολλά χρόνια ήταν ο μόνος ραδιοτηλεοπτικός φορέας της χώρας μας. Η συνεισφορά της ΕΡΤ στην μνήμη αυτών των χρόνων είναι σημαντική κι αυτό κάποιος το καταλαβαίνει εύκολα αν περιηγηθεί στο αρχείο της.
  Σήμερα αποτελεί τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα της χώρας μας, τον οποίον πληρώνουμε όλοι οι πολίτες, διαμέσου των λογαριασμών ρεύματος. 36 ευρώ το χρόνο για κάθε σύνδεση. Ένας φορέας ο οποίος οφείλει να εξυπηρετεί δύο βασικούς σκοπούς. Την αντικειμενική ενημέρωση του κόσμου (κατά το δυνατόν) και την προαγωγή του πολιτισμού μας. 

   Οι παρακάτω παρατηρήσεις μου αφορούν το τηλεοπτικό κομμάτι του φορέα και μόνο. Ως προς τον πρώτο σκοπό λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΡΤ ελέγχεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, θα έλεγα ότι είμαι εν μέρει ικανοποιημένος, μιας και αισθάνομαι ότι οι δημοσιογράφοι προσπαθούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Κάθε κυβέρνηση όμως θέλει να ορίζει τους κανόνες της ενημέρωσης, η τωρινή το έχει πετύχει σε πολύ μεγάλο βαθμό σε όλο σχεδόν το τηλεοπτικό φάσμα, οπότε δεν περιμένω κάτι καλύτερο. Και δεν με ενοχλεί τόσο η δουλειά των δημοσιογράφων, υπάλληλοι είναι που κάνουν τη δουλειά τους με εργοδότη την κυβέρνηση, αλλά το θράσος των κυβερνώντων υπουργών, οι οποίοι δεν διστάζουν να τους βάζουν χέρι αν ξεφύγουν λίγο από το δικό τους αφήγημα. Το παρακάτω βίντεο είναι χαρακτηριστικό:

  

  Ως προς το θέμα του πολιτισμού, η ΕΡΤ τα λίγα τελευταία χρόνια, δείχνει να χάνει ολοκληρωτικά το παιχνίδι. Καμία εκπομπή για το βιβλίο, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τα εικαστικά κλπ, καμιά στήριξη στους δημιουργούς κάθε είδους (πλην όσων έχουν σχέση με τις τηλεοπτικές παραγωγές και τον κινηματογράφο όπου κάποιες φορές είναι παραγωγός ή συμπαραγωγός). Έχει ένα ολόκληρο κανάλι για αθλητικές μεταδόσεις, αλλά δεν διαθέτει τον ελάχιστο χρόνο στους Έλληνες δημιουργούς, να μην μιλήσω για τους ξένους. Ακόμα και η μουσική και τα νέα της ρεύματα είναι άφαντα (και φυσικά δεν αναφέρομαι στη τραπ). Περιστασιακά μόνο, σε κάποιες εκπομπές, ίσως παρουσιαστεί κάποιος δημιουργός ή καλλιτέχνης, αν τύχει να απασχολήσει την επικαιρότητα. Οι παλαιότεροι θυμόμαστε την εκπομπή το ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑδημιούργημα των Γιώργου και Ηρώς Σγουράκη. Η εκπομπή είχε καταγράψει τις αυτοβιογραφίες εκατοντάδων σημαντικών Ελλήνων, όπως του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιάννη Ρίτσου και της Διδώς Σωτηρίου. Ή το ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ του Λάκη Παπαστάθη, το οποίο θεωρείται από τις ποιοτικότερες εκπομπές λόγου και τέχνης. Περιλάμβανε αφιερώματα σε σπουδαίους δημιουργούς όπως τον Αλέκο Φασιανό, τον Γιάννη Τσαρούχη και πνευματικούς ανθρώπους όπως τον Μένη Κουμανταρέα, τον Μανώλη Αναγνωστάκη. Αλλά και μουσικές εκπομπές λείπουν, όπως το Μουσικό Κουτί με τους Πορτοκάλογλου και Μόρφη.

  Η ΕΡΤ οφείλει να διαφέρει από την ιδιωτική τηλεόραση. Με το όποιο κόστος. Οφείλει να είναι το κανάλι που θα παρεμβαίνει και θα προβάλλει τον σύγχρονο πολιτισμό της χώρας μας, ακόμα και τη διεθνή πολιτιστική σκηνή, έστω κι αν δεν αρέσει στους κυβερνώντες. Καλές οι ελληνικές ταινίες που προβάλλει κάθε μέρα, αλλά αυτές ήταν κάποτε. Και σήμερα η χώρα παράγει πολιτισμό, έχει σπουδαίους δημιουργούς σε κάθε επίπεδο, στους οποίους αρνείται να ανοίξει την πόρτα της. Θα ήθελα η πόρτα της να είναι ανοικτή και για τα διεθνή πολιτιστικά ρεύματα.

  Αντίθετα αναγάγει σε πρωτεύον πολιτιστικό ζήτημα την Γιουροβίζιον, με το πολύ χαμηλό επίπεδο μουσικών δημιουργιών. Και δεν είναι ότι εγώ τα βλέπω με την απόσταση της ηλικίας, αλλά όποιος έχει την ελάχιστη καλλιτεχνική παιδεία, συμφωνεί με την άποψη αυτή. Ένα ανούσιο πανηγυράκι, στο οποίο ξοδεύονται εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, δίχως κανένα παραπέρα αντίκρισμα. Για να συμμετάσχει ένας τραγουδιστής μας στο μεγάλο πανηγύρι, όπου προβάλλεται μία ατζέντα της τάχατες ανεκτικότητας και της απολιτίκ κουλτούρας.

  Της τάχατες ανεκτικότητας, όπου οι διαγωνιζόμενοι νέοι και νέες, για να έχουν τύχη αυτοπροσδιορίζονται ως ουδέτερο φύλλο. Μιας απολιτίκ κουλτούρας, όπου απαγορεύεται η όποια πολιτική αναφορά, ακόμα κι αν αφορά τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

  Όλα τα παραπάνω θα ήταν απλώς λυπηρά αν δεν ήταν τραγικά.

 

Οι λογοτεχνικές μου διαδρομές στην Κάρπαθο.

  Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από τη συλλογή διηγημάτων μου, που εκδόθηκε το 2017, με τίτλο ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ . Τα αποσπάσματα αφορούν μνή...