Ο Παπάζογλου είχε ένα δικό του, μοναδικό στυλ που συνδύαζε την ηλεκτρική κιθάρα με τον μπαγλαμά και τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο ερμηνείας. Σήμα κατατεθέν του το κόκκινο φουλάρι στο λαιμό. Επικοινωνούσε τα τραγούδια του με τον κόσμο μέσα από συναυλίες, που έδινε κάθε καλοκαίρι, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Αλλά πέρα από τη μουσική, αγαπούσε και τη θάλασσα (ήταν δεινός ιστιοπλόος) και είχε επίσης και άδεια χειριστή ελαφρών αεροσκαφών, οπότε χαριτολογώντας θα λέγαμε ότι είχε κατακτήσει και τη στεριά, και τη θάλασσα και τον αέρα.
ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ
Βιβλία, δημιουργοί, γραφές, ταξίδια, θέματα πολιτισμού και εκπαίδευσης... και ότι άλλο μας κάνει ανθρώπους.
Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026
Νίκος Παπάζογλου, φύσηξε Βαρδάρης...
Ο Παπάζογλου είχε ένα δικό του, μοναδικό στυλ που συνδύαζε την ηλεκτρική κιθάρα με τον μπαγλαμά και τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο ερμηνείας. Σήμα κατατεθέν του το κόκκινο φουλάρι στο λαιμό. Επικοινωνούσε τα τραγούδια του με τον κόσμο μέσα από συναυλίες, που έδινε κάθε καλοκαίρι, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Αλλά πέρα από τη μουσική, αγαπούσε και τη θάλασσα (ήταν δεινός ιστιοπλόος) και είχε επίσης και άδεια χειριστή ελαφρών αεροσκαφών, οπότε χαριτολογώντας θα λέγαμε ότι είχε κατακτήσει και τη στεριά, και τη θάλασσα και τον αέρα.
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026
Το πανηγύρι που δεν άλλαξε...
Είκοσι οχτώ χρόνια είχαν περάσει. Κι εγώ βρισκόμουν και πάλι εκεί, το είχα τάξει στον εαυτό μου, έπρεπε να βρεθώ, έστω για μία φορά ακόμα, στη χάρη της, στην Παναγία τη Γινατού, το μικρό εκκλησάκι, το άλλοτε χαμένο στις πλαγιές της Χόμαλης.
Ναι, χαμένο, διότι όχι πολλά χρόνια πριν, για να βρεθείς στη χάρη της έπρεπε να διαβείς για μία ώρα περίπου, έναν στενό μουλαρόδρομο στις πλαγιές της Χόμαλης, να ατενίσεις την απίστευτη θέα προς τον γκρεμό που έχασκε κάτω σου, να νιώσεις τη μυρωδιά από τις κουμαριές, να περάσεις από τις ερειπωμένες πλέον κατοικίες των προγόνων μας σε μια καλά κρυμμένη ποδιά του βουνού, να περάσεις από το μαντροκάισμα(1) του Σταυράκη, να ξεδιψάσεις στο Ητσάλι και την επόμενη στιγμή να αντικρύσεις από ψηλά, το μικρό εξωκλήσι της Παναγίας.
Και μετά άνοιξε ο δρόμος από το χωριό, στο συνέχεια κι από το άλλο χωριό, έκανε την πρόσβαση πιο εύκολη, περισσότεροι οι προσκυνητές, μεγάλωσε το πανηγύρι, αλλά ποτέ δεν ξέφυγε από το μέτρο.
Στα προ τουριστικά χρόνια, η Παναγία η Γινατού μας περίμενε ταπεινά, για μία μόνο μέρα του χρόνου, την ημέρα του εορτασμού της στις 7 του Σεπτέμβρη. Λίγοι, αλλά αποφασισμένοι οι προσκυνητές, οι οποίοι έφταναν εκεί αργά το απόγευμα με όχημα τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια τους, άκουγαν ιστορίες για τα παλιά χρόνια μέχρι να φτάσει ο παπάς στο σκοτείνιασμα σχεδόν, αμέσως θα άρχιζε τον εσπερινό, στη συνέχεια θα μοιραζόταν το λιτό φαγητό σε όλους, πάντα κατσίκι κοκκινιστό, η λύρα θα αντιλαλούσε στην πλαγιά ως τη θάλασσα, οι τραγουδιστάδες θα έπλεκαν τον πόνο τους μαντινάδες και οι χορευτές θα μετρούσαν ρυθμικά, ακολουθώντας τα ίδια αρχέγονα βήματα των προγόνων τους. Στη συνέχεια ο κόσμος κουρασμένος θα βολευόταν κάπου για να κοιμηθεί, οι γυναίκες μέσα στο εκκλησάκι, οι άντρες στην Κούφη και οι νεαρότεροι μέσα στα σκίνα, κυνηγώντας να πουδιάσουν(2) τους πιο εξαντλημένους από το ποτό και τον κάματο της μέρας, μέχρι να ξημερώσει, να κτυπήσει η καμπάνα, να γίνει στα γρήγορα η λειτουργία και τότε όλοι να πάρουν μαζί το δρόμο της επιστροφής.
![]() |
| Επιχρωματισμένη φωτογραφία της Γινατούς όπως ήταν παλιά, με τη βοήθεια της Τ.Ν. Κάτω το εκκλησάκι με το παράσπιτο δίπλα, πάνω η Κούφη. |
Μα και σήμερα, σε σχέση με τα άλλα πανηγύρια της ίδιας ημέρας στο νησί, με τους χιλιάδες προσκυνητές, τα πλούσια τραπέζια και τα φανταχτερά φορέματα, η Γινατού κρατά τον πήχη της επίδειξης χαμηλά, ενώ η φιλοξενία της είναι υποδειγματική. Κι όσο κι αν όλα έχουν αλλάξει ως προς την εικόνα, την ίδια στιγμή όλα παραμένουν ίδια και αναλλοίωτα στο χρόνο, ο οποίος αδυνατεί να δαμάσει τις μνήμες, μα κυρίως το ίδιο αυτό το δρώμενο, το οποίο παραμένει βαθιά ριζωμένο στη ψυχή του κάθε Οθείτη.
Η σειρά ίδια: Εσπερινός, τραπέζι με το φαγητό της Παναγίας, η λύρα που σκορπά γλυκόλαλα ολόγυρα στη σκοτεινιά του βουνού, μαντινάδες, συρματικά τραγούδια(3), χορός. Μα τώρα ο κόσμος δεν θα ψάξει την Κούφη, τις πλάκες του εξωμονάστηρου ή τα σκίνα για να κοιμηθεί, αλλά θα πάρει τα αυτοκίνητά του για να επιστρέψει στο βολικό κρεβάτι του.
Η ματιά μου περιφέρεται σε όλον τον χώρο. Βλέπω τον χρόνο να έχει βαρύνει τους ώμους των ανθρώπων που άλλοτε ζούσαμε μαζί, νέοι και αισιόδοξοι. Κι εκεί συνειδητοποιώ ότι κι εγώ, όσο κι αν το απεύχομαι, δεν απέχω από την ίδια εικόνα. Μετρώ φίλους και συγγενείς. Γνωστούς και τα άγνωστα πρόσωπα της σημερινής νεολαίας. Μετρώ κι αυτούς που λείπουν, αγαπημένα πρόσωπα που δεν βρίσκονται πια μαζί μας. Και είναι δυστυχώς πολλά.
![]() |
| Το πανηγύρι της Παναγίας της Γινατούς (2026) |
"Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μοιάζουν", τραγουδούσε κάποτε ο γνωστός τραγουδοποιός με το κόκκινο φουλάρι. Ένα ακόμα παιχνίδι της μνήμης, που θέλει τίποτε να μην αλλάζει, ενώ ο χρόνος όλα τα σαρώνει. Όλα μεταβάλλονται, μα παράξενο, για μένα παραμένουν ίδια. Δεν μου σκαρώνει κάποια φάρσα η μνήμη μου, η γλυκιά αίσθηση των αναμνήσεων δένει με όλα αυτά που βλέπω και ζω εκείνες τις στιγμές. Νιώθω ότι σε αυτήν την περίσταση ο χρόνος δεν παίζει καμία σημασία, γιατί το πάνω χέρι το έχει πάρει η καρδιά, η οποία ευφραίνεται αληθινά.
Ίσως τελικά ο νόστος να μην είναι η επιστροφή στον τόπο. Ίσως να είναι η επιστροφή στον άνθρωπο που υπήρξες κάποτε.
![]() |
| Λεπτομέρεια από το τέμπλο |
(1) μαντροκάισμα: ιδίωμα Καρπάθου, μαντρί, στάνη, ποιμνιοστάσιο
(2) πούδιασμα(ουσ.) από το ρήμα πουδιάζω, που στο καρπάθικο ιδίωμα σήμαινε το δέσιμο των ποδιών ενός ζώου, για να μην μπορεί να πηδά τους φράχτες. Στα Νέα Ελληνικά, είναι γνωστό ως παστούρωμα. Η λέξη σήμαινε μεταφορικά και το δέσιμο των ποδιών ενός ανθρώπου.
(3) Συρματικά τραγούδια: παραδοσιακά τραγούδια της Καρπάθου, τα οποία πατούν πάνω σε έναν συγκεκριμένο μουσικό σκοπό.
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026
Καλό χειμώνα, λέμε ή δεν λέμε;
Κάθε καλοκαίρι, ειδικά μετά τον Δεκαπεντάυγουστο, σκωπτικά ακούγεται η ευχή: "Άντε τώρα, καλό χειμώνα!" Κι όλοι εμείς οι εραστές της θερινής ραστώνης, της ευτυχίας να βρίσκεσαι με τις ώρες εκτός των ντουβαριών του σπιτιού σου, θυμώνουμε. Διότι τολμούν να μας υπενθυμίσουν, ότι η αναστροφή των εποχών έχει ήδη συντελεστεί.
Ειδικά εδώ στη Βόρεια Ελλάδα, που τα κρύα έφτασαν σχετικά νωρίς φέτος, και ο κόσμος όλο και αναβάλλει το άναμμα της θέρμανσης - το ξέρουμε, το κόστος θα είναι δυσβάσταχο, όλοι θα το νιώσουμε στη τσέπη μας.
Και το μόνο που με γλυκαίνει ακόμα, είναι οι αναμνήσεις όσων έζησα στην καλοκαιρινή περίοδο που μας πέρασε. Ένα σύντομο ταξιδάκι (θα γράψω γι΄αυτό), την χαρά να έχουμε μαζί μας τα παιδιά και τα εγγόνια μας, έστω για λίγο, την χαρά να βλέπουμε την μικρή, να κάνει την πρακτική της κοντά μας, την εκπλήρωση ενός τάματος, να βρεθώ σε ένα αγαπημένο μου πανηγύρι μετά από είκοσι οχτώ χρόνια.
Ένα πανηγύρι στην Πατρώα μου γη, ένα πανηγύρι των νεανικών μου χρόνων (υπό άλλες συνθήκες τότε), ένα πανηγύρι συνδεδεμένο με τα πρώτα βήματα της οικογένειας μου. Της Παναγίας της Γυνατούς, για τους μη γνωρίζοντες το Γενέθλιο της Παναγίας, στις 7 Σεπτεμβρίου (βλέπεις γιορτάζεται την Παραμονή το βράδυ).
Κι εκεί είχα τη χαρά να συναπαντήσω τους χωριανούς μου, να τους δω μονιασμένους γύρω από το μοναχικό εκκλησάκι της Χόμαλης, να προσκυνούν την εικόνα της Παναγίας, να κουβαλούν τους Άρτους για να ευλογηθούν και στη συνέχεια να μοιραστούν στους παραβρισκόμενους, να φάμε από το πλούσιο και νοστιμότατο φαγητό της Παναγίας, και στη συνέχεια οι γλεντιστάδες και χορευτές, να πάρουν την πρώτη θέση. Κι όλα μου ήταν πλέον τόσο γνώριμα και τόσο οικεία, σαν ο χρόνος να μην είχε μετακινηθεί καθόλου, αλλά να είχε κολλήσει εκεί που τον είχα αφήσει κάποτε.
Κι ένα άλλο πανηγύρι, της Παναγίας της Βρυσιανής, πιο μεγάλο αυτό, λαμπρό, τριήμερο, από τα πιο μεγάλα του νησιού.
Ναι, φόρτισα τις μπαταρίες μου, γέμισα εικόνες και συναισθήματα και τώρα που κάθομαι ξανά στο πληκτρολόγιο μετά από τόσους μήνες, νιώθω πόσο μου έλειψε η γραφή. Και γράφω, όχι μόνο εδώ, γενικά γράφω αυτές τις μέρες και το χαίρομαι αληθινά!
ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ αγαπητοί μου συνταξιδιώτες
της υπέροχης blogo-παρέας μας!!!! Χαίρομαι που ανταμώνουμε και πάλι!
Κυριακή 31 Μαΐου 2026
Προσωρινός Αποχαιρετισμός ...
Κυριακή 24 Μαΐου 2026
Ιατρείο ψυχής
Το παρακάτω κείμενό μου, είναι από το λογοτεχνικό δρώμενο της Μαρίας Νικολάου, που διατηρεί το ιστολόγιο ΚΕΙΜΕΝΟ. Η πρόκληση ήταν να γράψουμε ένα μικρό κείμενο, διακοσίων λέξεων, με τις λέξεις άνοιγμα, δώρο, φως. Την ευχαριστώ για την ευκαιρία να πειραματιστούμε με τις λέξεις και κατ΄επέκταση με τη γραφή, αλλά και για τον κόπο της οργάνωσης όλης αυτής της προσπάθειας.
Συγχαρητήρια στον Γιάννη (Giannis Pit) για την πρωτιά του με το υπέροχο Adagio
Aναδημοσιεύω και το δικό μου πόνημα στο ιστολόγιο μου, για να μείνει κι εδώ:
![]() |
| Η εικόνα είναι δημιουργία της Τεχνητής Νοημοσύνης (ή αλλιώς: του συνομιλητήρα) |
Από τους ασθενείς του ζητούσε να του παραδώσουν πέντε φακέλους, όπου μέσα στον καθένα θα είχαν τοποθετήσει μία σημαντική γι΄αυτούς φωτογραφία. Το άνοιγμά τους θα γινόταν με τρόπο θεατρικό και οι φωτογραφίες θα επιστρέφονταν σαν να λάμβαναν κάποιο πολύτιμο δώρο. Θα έβλεπαν την πρώτη για λίγα δευτερόλεπτα στο φως που τρεμόπαιζε και στη συνέχεια θα έπρεπε να του διηγηθούν αυθόρμητα, δίχως αναστολές, τέτοια ήταν η συμφωνία, όλα όσα έκρυβε μέσα της η εικόνα που μόλις αντίκρισαν, όσα δεν είχαν τολμήσει ποτέ μέχρι τότε, ούτε στον εαυτό τους να πουν. Η διαδικασία εξαντλούνταν στην τελευταία φωτογραφία.
Και είναι γεγονός ότι έφευγαν ανακουφισμένοι από εκεί, είχαν επιτέλους διαβεί το ξέφωτο της γαλήνης που τόσο λαχταρούσαν, χρειάζονταν μόνον κάποιον, που ήξερε να ακούει την ψυχή και τη καρδιά τους.
Πέμπτη 14 Μαΐου 2026
Οι λογοτεχνικές μου διαδρομές στην Κάρπαθο.
Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από τη συλλογή διηγημάτων μου, που εκδόθηκε το 2017, με τίτλο ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Τα αποσπάσματα αφορούν μνήμες και περιγραφές της Καρπάθου, κυρίως από το χωριό μου το Όθος, από τις δεκαετίες του 70' και του 80'. Η πρώτη είναι μια φθινοπωρινή ανάμνηση από το χωριό μου, το Όθος:
![]() |
| ΟΘΟΣ 1982 |
Μπροστά της απλωνόταν το χωριό τους, πιο πίσω η κορυφή του προφήτη Ηλία και πίσω το ατελείωτο γαλάζιο της θάλασσας. Μικρά τα σπιτάκια του, συνήθως δίχωρα με δώμα. Κάποια λίγα, με τα χρήματα που έστελναν οι ξενιτεμένοι συγχωριανοί τους, διάσπαρτα από εδώ κι εκεί, κτίζονταν με περισσότερες ευκολίες, χωριστές κρεβατοκάμαρες, εσωτερική τουαλέτα αλλά με μικρότερες ή ακόμα και ανύπαρκτες αυλές. Το προχωρημένο φθινόπωρο περισσότερο με άνοιξη έμοιαζε. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος, ελάχιστα σύννεφα φαίνονταν προς το βάθος της θάλασσας και μια ανάερη απογευματινή ζέστα γλύκαινε τη ψυχή τους. Οι ελιές είχαν γεμίσει καρπό, οι αμυγδαλιές είχαν ρίξει τα φύλλα τους και μια παράξενη ησυχία, όχι όμως ασυνήθιστη για το χωριό αυτή την ώρα. Οι απαγορευμένες ώρες που επέβαλαν οι δάσκαλοι, κρατούσαν τα παιδιά στα σπίτια τους ή κρύβονταν, προσπαθώντας να παίξουν στα βουβά, πίσω απ' τα στενά σοκάκια με σκυφτά κεφάλια μην τα πάρει είδηση κάποιο μάτι, που την άλλη μέρα θα τα κατέδιδε στο δάσκαλο.
Σε λίγο η μάνα της, της έφερε το δίσκο με τον τούρκικο καφέ - έτσι τον έλεγαν ακόμα τότε στο χωριό της, πριν την εισβολή στην Κύπρο - κι ένα δροσερό ποτήρι νερό. Κάθισε δίπλα της! Η συζήτηση σχεδόν τυπική! Πώς πάει το Πανεπιστήμιο, πώς είναι η ζωή στη Θεσσαλονίκη, τι κάνουν οι παρέες της.
Από το Κυριακάτικες εκδρομές μας στο Φοινίκι:
Μόλις έφτανε το λεωφορείο στο μικρό ψαροχώρι, άνοιγαν οι πόρτες του και σε ελάχιστα λεπτά, οι νεολαίοι του χωριού έκαναν την πρώτη τους βουτιά από το λιμανάκι, δίπλα στις βάρκες και ξανοίγονταν στη μέση του κλειστού, απάνεμου κόλπου ενώ οι μητέρες με τα βλαστάρια τους, πλατσούριζαν στα ρηχά, με την ψιλή λασπώδη άμμο που θόλωνε τα νερά, σε αντίθεση με τις λαμπρές, καταγάλανες και διαυγέστατες παραλίες του υπόλοιπου νησιού.
Ο ήλιος μας έκαιγε, ούτε κρυβόμαστε κάτω από πολύχρωμες ομπρέλες παραλίας, ούτε γυαλιά ηλίου και καπελάκια να μας προστατεύουν και το αντηλιακό, είδος πολυτελείας, κάποιες κοπέλες μόνο το διέθεταν κι εκείνες για να κάνουν ωραίο μαύρισμα, τίποτα δεν γνώριζαν για τον όποιο δείκτη προστασίας του.
Κάποια στιγμή, όταν ο ήλιος πια κατέβαινε χαμηλά, προς τη δύση, κάποιοι ανέβαιναν προς το εκκλησάκι του Άη Νικόλα, απ΄ όπου αντίκριζες τη γειτονική Κάσο τυλιγμένη στον θολό αχνό των κυμάτων, κάποιοι άλλοι έπιναν τον ελληνικό τους, μοιρασμένοι στα δύο καφενεδάκια της πλατείας και εμείς τα παιδιά βρισκόμασταν στον μικρό μόλο, έξω από την "ξετρυπητή", όπου παλιές ιστορίες μιλούσαν για τις μακρινές, χαμένες πια, ένδοξες μέρες που γνώρισε ο τόπος, τότε που φιλοξενούσε την ιταλική ακτοφυλακή.
Κι από έναν παραδοσιακό γάμο:
Κι έφτασε η μέρα της χαράς. Από νωρίς το πρωί το χωριό ολόκληρο βρισκόταν σε συναγερμό. Η κουζίνα στην αίθουσα εκδηλώσεων είχε γεμίσει με κόσμο. Τα επιδέξια χέρια των μαγείρων, τεμάχιζαν το φρεσκοσφαγμένο μοσχάρι σε μερίδες, τα τεράστια, φρεσκοπλυμένα καζάνια στη σειρά στέγνωναν στον ήλιο, συνέχεια αυτοκίνητα ξεφόρτωναν, μια το κρασί, μια τα κηπευτικά για τη σαλάτα, μια το ψωμί, το ρύζι, τις σάλτσες και τις πατάτες. Μετά την πρωινή λειτουργία, ένα συνεργείο γυναικών, μπήκε στην εκκλησία να τη συγυρίσει, όλα έπρεπε να αστράφτουν την ώρα της τελετής. Στην αυλή των σπιτιών των συμπεθέρων, είχαν στηθεί οι παντιέρες, έθιμο παλιό από την Τουρκοκρατία ή το Βυζάντιο ακόμα, ποιος ξέρει. Η νύφη, στο δικό της σπίτι, αυτό που θα δεχόταν το νέο ζευγάρι, την πρώτη νύχτα του γάμου τους, είχε φροντίσει να βγάλει σε δημόσια θέα όλη της την προίκα. Υφαντά όλων των ειδών, που τα έφτιαξε η ίδια, αμερικάνικα γυαλιστερά σεντόνια, πολύχρωμες κουβέρτες ως και τα εσώρουχα της. Σε περίοπτη θέση το καλό το κινέζικο σερβίτσιο του καφέ, δίπλα του σερβίτσιο του φαγητού από το Λονδίνο, δίπλα ο δίσκος με τα κουφέτα και το ρύζι. Στη σειρά μέσα σε πανέρια, τα μαντίλια που θα κρέμαγαν στο στήθος των καλεσμένων, οι ποδιές και τα κεράσματα. Κρασί, ούζο, σισαμόμελες, ξεροτήγανα, ψιλοκούλουρα, φυστίκια και καραμέλες ροδίτικες. Κι αυτή, καθισμένη στο νυφοκρέβατο δεχόταν τις περιποιήσεις και τα σιγοψιθυριστά πειράγματα, απ' τις φίλες και ξαδέλφες της.
Και στο σπίτι του γαμπρού, όλα έτοιμα. Ο Γιώργης φρεσκοξυρισμένος, αντάλλασσε φιλοφρονήσεις με τους φίλους του, υποδεχόταν με χαρά τους συγγενείς του, που έφταναν με τα δικά τους δώρα. Χειροποίητα γλυκά, που στοιβάζονταν σε έναν δίσκο, σχηματίζοντας έναν λαχταριστό κώνο, έτοιμο να φαγωθεί κομμάτι κομμάτι. Δύο λικέρ, πάνω σε ένα κουτί λουκούμια. Ένα ή δύο πεντάρια κονιάκ. Κι όλα αμπαλαρισμένα με πολύχρωμα σελοφάν και στριφογυριστές κορδέλες.
Το μεσημέρι έφτασαν στα σπίτια τους και τα όργανα. Οι παινευτικές μαντινάδες για τους δύο νέους, για τους γονείς τους, για τους παππούδες τους, ακόμα και γι΄ αυτούς που παρακολουθούσαν το ευτυχές συμβάν από τον ουρανό, γέμιζαν τις τσέπες τους με εκατοστάρικα και δολάρια. Οι καλεσμένοι δέχονταν τα πρώτα κεράσματα, εύχονταν και αντεύχονταν σε καθένα αυτό που ποθούσε, και τα κεφάλια ευθυμούσαν κάτω από τον εορταστικό Αυγουστιάτικο ήλιο.
Την καθορισμένη ώρα, σχηματίστηκαν οι δύο οικογενειακές πομπές προς την εκκλησία. Ένα δάκρυ είχε προλάβει να κυλήσει από τα μάτια της μητέρας της νύφης, ήξερε ότι τα γράμματα από τη ξενιτιά θα ήταν αυτά πια, που θα τη συνέδεαν με την Ελενίτσα της. Η μητέρα του γαμπρού πάλι, η κόρη του Γιώργη που καθόταν παραπίσω, αγωνιούσε για τους καλεσμένους της... αν σε όλους κρεμάστηκε το σωστό μαντήλι, αν οι στενοί συγγενείς δέχτηκαν τις αρμόζουσες περιποιήσεις, αν οι ποδιές δόθηκαν σωστά, αν όλα γίνονταν όπως τα είχε σχεδιάσει.
Μπροστά πήγαιναν οι πιτσιρικάδες της γειτονιάς, που περήφανοι κρατούσαν ψηλά τις παντιέρες, πίσω τα όργανα και οι τραγουδιστάδες, οι μελλόνυμφοι υποβασταζόμενοι από τους κουμπάρους και τους περήφανους πατεράδες τους, οι συγγενείς τους, οι φίλοι τους, όλο το χωριό.
Ο γαμπρός και η νύφη στήθηκαν στην εκκλησία, το μυστήριο τελέστηκε, στο χορό του Ησαΐα τα κτυπήματα στη πλάτη του γαμπρού από τους φίλους του έδιναν το σήμα ότι ο γαμπρός μπορούσε να αντέξει τα βάσανα του έγγαμου βίου, το ρύζι και τα κουφέτα γέμισαν τα μαλλιά τους, πέρασαν οι συγγενείς να τους ευχηθούν, να κρεμάσει καθένας το δικό του δώρο, χρυσές λίρες, κάποιοι και χαρτονομίσματα, μα η κολαΐνα(1) της νύφης τα επισκίαζε όλα. Πέρασαν και οι υπόλοιποι καλεσμένοι και το πανέρι γέμισε κι αυτό χαρτονομίσματα.
(1) κολαΐνα: αρμαθιά με χρυσά φλουριά, που κρέμεται από το λαιμό της νύφης.
![]() |
| Γάμος στο Όθος, Κωστή Μαντινάου και Ρούλας Νικολαΐδου, "λάλημα του γαμπρού"*, δεκαετία του 80. |
Και κάτι καλοκαιρινό, μυστηριώδες, ερωτικό:
Στο βάθος φαινόταν ο φάρος του λιμανιού, που αναβόσβηνε και η σιλουέτα του θεόρατου βράχου... ίσα που ακουγόταν η μουσική από το πάρτι που συνεχιζόταν. Την τράβηξε κοντά του, τα χείλη τους έσμιξαν σε ένα φιλί όλο πάθος.
- Θέλω να βουτήξω... δεν έχω κάνει ποτέ μου νυχτερινό μπάνιο, έλα πάμε! είπε εκείνη. Και πριν προλάβει να της απαντήσει, ήδη ήταν γυμνή και κατευθυνόταν προς το νερό. Σταμάτησε για λίγο, όταν τα πόδια της ένιωσαν την δροσιά του νερού, έκανε δύο ακόμα βήματα και χάθηκε στο σκοτάδι.
Ο Βαγγέλης κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Στο πυκνό σκοτάδι, ήταν αδύνατον να τη διακρίνει. Η θάλασσα ήταν πιο σκοτεινή από ποτέ, τίποτα δεν φαινόταν. Ακουγόταν μόνο, που και που, τα κτυπήματα των χεριών της στο νερό. Με μια αίσθηση αμφιβολίας, έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε. Όταν έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό ένιωσε τη μοναξιά της στιγμής. Δεν έβλεπε τίποτα. Απόλυτο σκοτάδι. Μόνο το φως του φάρου όριζε τη θέση του. Γύρισε το κεφάλι του, το σώμα του, μα και πάλι ήταν μόνος. Έκανε μερικές απλωτές κατά μήκος της παραλίας, έτσι πίστευε, σταμάτησε, προσπάθησε να αφουγκραστεί τις κινήσεις της. Μόνος, στο απόλυτο τίποτα. Να αιωρείται στο νερό, να τον καταπίνει το σκοτάδι, να μην ακούει τίποτα.
Το χέρι της τον έπιασε από το ώμο. Κόλλησε το σώμα της πάνω του. Τα στόμα τους ενώθηκε σε ένα λυτρωτικό φιλί, εκεί στο απόλυτο τίποτα, ισορροπώντας ανάμεσα στο πάθος και το βυθό. Ελευθερώθηκε και κρατώντας το χέρι της, την οδήγησε προς την ακτή. Μόλις ένιωσε την άμμο στα πόδια του, σταμάτησε και την τράβηξε κοντά του. Ο ένας δόθηκε στον άλλο με έναν πρωτόγνωρο, μαγικό τρόπο. Το μυαλό άδειασε, μόνο τα σώματα υπήρχαν. Τα σώματα και οι καρδιές τους να χορεύουν στο ρυθμό της νιότης τους. Δυο κραυγές ικανοποίησης, τα σώματα χαλάρωσαν, αφέθηκαν.
Και κλείνω με μία εικόνα, από τα πανηγύρια του νησιού:
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου. Ο ήλιος ξασπρίζει τους τοίχους. Το πέργερο** της Παναγίας γεμάτο κόσμο! Η λειτουργία μόλις σκόλασε. Οι απανταχού απόδημοι ανταλλάσσουν σφιχτές χειραψίες. Οι κυρίες τους χαιρετιούνται με επιδειχτικούς ασπασμούς. Οι νεολαίοι ετοιμάζονται για τη σπονδή προς το Διόνυσο. Κι εσύ εκεί, ανάμεσα τους! Το μελτέμι χαλάει τα μαλλιά σου. Με το ένα σου χέρι κρατάς το λευκό φόρεμα κοντά στο πόδι σου. Με το άλλο μεταφέρεις την ένταση της νιότης σου! Το γέλιο σου ακούγεται όλο υποσχέσεις!
Σελήνη ολόγιομη και λαμπρή! ... είσαι μόλις στα δεκάξι σου!
Δευτέρα 4 Μαΐου 2026
Λευτέρης Θαλασσινός, μία ιστορία δειλίας και μία ανειλικρίνειας (το νέο μου μυθιστόρημα)
Το νέο μου μυθιστόρημα με τίτλο: "Λευτέρης Θαλασσινός, μία ιστορία δειλίας και μία ανειλικρίνειας" αναφέρεται στις έννοιες του ξένου, της μοναξιάς, της δειλίας και της ανειλικρίνειας. Πέρα όμως από τις παραπάνω έννοιες, στα βιβλία μου επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο, το οποίο διαπραγματεύεται πρωτίστως τις σχέσεις των ανθρώπων, τα ερωτηματικά και τα μυστήρια που τις ορίζουν, μα κυρίως αυτό που με “ιντριγκάρει” είναι το απρόβλεπτο, που πάντα ελλοχεύει στις ζωές των ανθρώπων. Με ενδιαφέρουν εκείνες οι στιγμές στον χρόνο, οι ελάχιστες στιγμές, που είναι όμως ικανές να ανατρέψουν κάθε σειρά με την οποία είχες πιστέψει, ότι όριζες το μέλλον σου.
![]() |
Το μυθιστόρημα αυτό διαπραγματεύεται όμως κι ένα κομμάτι από το ιστορικό παρελθόν της Καρπάθου, από αυτά που δεν γράφονται με χρυσά γράμματα, από εκείνα που ένας από τους ήρωες μου τα χαρακτηρίζει ως τερτίπια της ιστορίας.
Αν μου ζητούσατε μια σύντομη περίληψη του νέου μου μυθιστορήματος θα σας έλεγα: Ο συγγραφέας Λευτέρης Θαλασσινός συζεί σε ένα στενάχωρο διαμέρισμα, στο κέντρο των Αθηνών, με την αρκετά νεότερη του Κυμώ. Εκείνη έχει βρει ένα ασφαλές αραξοβόλι, έτσι νομίζει, ενώ ο Θαλασσινός μέσα του κρύβει ένα ασήκωτο βάρος, το οποίο διστάζει να φανερώσει, σε όλη του την έκταση, ακόμη και στον ίδιο τον εαυτό του.
Όλα ανατρέπονται το καλοκαίρι του 2010, όταν τολμούν ένα ταξίδι στην Κρήτη τόπο καταγωγής της Κυμούς και στη συνέχεια στην Κάρπαθο, τον γενέθλιο τόπο του Θαλασσινού. Όπως γίνεται συνήθως το σύμπαν συνωμοτεί, το κουβάρι ξετυλίγεται και στη δίνη των αποκαλύψεων τα καλά κρυμμένα μυστικά βγαίνουν στην επιφάνεια. Ο Θαλασσινός συλλαμβάνεται ως ύποπτος για έναν φόνο, η Κυμώ αντιπαλεύει με τον εαυτό της μην θέλοντας να χαρακτηριστεί και πάλι ως ανόητη, το θύμα του φόνου τελικά είναι ζωντανό, υπάρχει όμως θύμα, ως που η ιστορία φτάνει στα σκοτεινά χρόνια της Ιταλοκρατίας, όπου αναδύεται μια ιστορία αγάπης, ατιμίας αλλά και ατελείωτου πόνου. Κι ενώ επέρχεται η κάθαρση, αναρωτιόμαστε πόσο λυτρωτική τελικά είναι αυτή, αν είμαστε καταδικασμένοι να ακολουθούμε τα χνάρια που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας;
Το πρώτο ερώτημα που οφείλω να απαντήσω ως συγγραφέας, είναι γιατί γράφω ιστορίες; Κι εδώ η απάντηση πολλές φορές δεν είναι τόσο ευδιάκριτη. Διότι κατά τη διαδικασία της γραφής, ειδικά ενός μυθιστορήματος, διεισδύουν δεκάδες άλλες παράμετροι, που συναλλάσσονται με την ψυχή και την καρδιά μου, όλες βασανιστικές, με ευχαριστούν όμως διότι περιέχουν τα ελάχιστα εκείνα ψήγματα της δημιουργίας, που στο τέλος της ημέρας με αφήνουν απόλυτα ικανοποιημένο.
Είναι η γραφή λοιπόν μια σαδομαζοχιστική σχέση; Ίσως! Θέλει αυστηρό πρόγραμμα, πειθαρχία στη διαδικασία της γραφής, πόνο όταν πιέζεις τα συναισθήματά σου, αγωνία για το αποτέλεσμα. Σίγουρα όμως στο τέλος αυτής της επίπονης διαδρομής μου αφήνει μια γλυκιά αίσθηση πλήρωσης, τη στιγμή που γράφω τη λέξη "τέλος". Παραδόξως αυτή η τελική στιγμή με την γλυκύτητά της δεν είναι αυτή που κρατώ μέσα μου. Αυτά που μένουν είναι τα πολλά μικρά στιγμιότυπα την ώρα που κτυπούσα τα πλήκτρα μπροστά στον υπολογιστή μου, κάνοντας ατελείωτες διορθώσεις, τροποποιώντας όσα είχα γράψει, όταν νέες ιδέες αναφύονταν από το πουθενά κι εγώ ήθελα να τις χωρέσω όλες στην ιστορία μου.
Ύστερα είναι και οι ήρωες μου. Οι οποίοι από τη στιγμή που που τους δημιουργώ, με συντροφεύουν, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της γραφής, αλλά όλη την μέρα, εμφανίζονται σε ανύποπτο χρόνο θυμίζοντάς μου κάτι, ακόμα και στον ύπνο μου, απαιτούν να έχουν το δικό τους ρόλο σε όλη τη διαδικασία κι εκεί κάπου πρέπει να τραβήξω τα χαλινάρια, κάπου να τα χαλαρώσω, ώστε η ιστορία να προχωρήσει. Είναι αλήθεια, ότι όταν γράφω, ποτέ δεν ξέρω το τέλος. Αρνούμαι να το ορίσω εκ των προτέρων, προτιμώ οι λέξεις, η πλοκή, οι ίδιοι οι ήρωες μου να με οδηγήσουν σε αυτό.
Είναι γεγονός ότι οι περισσότερες ιστορίες που πλάθω, είναι εμπνευσμένες από το νησί μου. Βλέπετε ο νόστος, η λέξη που τόσο επιδέξια χρησιμοποίησε ο Όμηρος για το θρυλικό ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη, είναι μια λέξη που κατατρέχει εμάς τους Καρπάθιους της διασποράς. Και η λέξη νοσταλγία, για την πατρώα γη όπως αρέσκομαι να λέω, περιέχει μέσα της τη λέξη άλγος, τον πόνο δηλαδή. Κι όπου υπάρχει πόνος, σίγουρα κάπου εκεί συγκατοικεί και η έμπνευση.
Ζούμε και δραστηριοποιούμαστε μακριά από το αγαπημένο μας νησί, ακολουθούμενοι από την κατάρα του μετανάστη ως το τέλος της ζωής μας. Ονειρευόμαστε τον τόπο που μεγαλώσαμε, αναπνέουμε με την γλυκιά ανάμνηση των στενών και των εξοχών που περιδιαβήκαμε, μιας αγκαλιάς που κλειστήκαμε μέσα, δροσιζόμαστε ακόμα με τη θύμησή των παραλιών που απολαύσαμε, υπομειδιούμε με τους ήχους των πανηγυριών που κρατάμε σαν φυλακτό στο μυαλό μας. Κι ακόμα είμαστε δεμένοι με τα έθιμα των χωριών μας, ευτυχώς ξεπεράσαμε εν πολλοίς εκείνα τα ήθη που καταπίεζαν τους προγόνους, μα το κυριότερο, δεν πάψαμε ποτέ να αγαπάμε τον τόπο μας, όσο μακριά κι αν βρισκόμαστε από αυτόν. Είναι η ευχή και η κατάρα της αρχαίας μνημοσύνης, που δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε, συγχρόνως όμως δίνει δύναμη στην ψυχή και παρηγοριά στο νου.
Στη συνέχεια ίσως αναρωτηθείτε γιατί επιμένω να εκδίδω βιβλία στο δυσμενές εκδοτικό περιβάλλον της χώρας μας. Κι εδώ η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ίσως από υπέρμετρο εγωισμό, θεωρώντας ότι έχω γράψει μια ιστορία η οποία αξίζει να διαβαστεί από περισσότερο κόσμο; Ίσως διότι διαισθάνομαι ότι έχω αληθινούς φίλους, που πιστεύουν σε μένα και χαίρονται τις ιστορίες μου;
(Από την παρουσίαση του μυθιστορήματος στον Πειραιά στις 28-3-2026)
Μπορείτε να ζητήσετε το μυθιστόρημά μου στο βιβλιοπωλείο με το οποίο συνεργάζεστε ή από τον εκδοτικό οίκο στο τηλέφωνο 6906024756
Νίκος Παπάζογλου, φύσηξε Βαρδάρης...
Ο Νίκος Παπάζογλου (1948–2011) υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς και αγαπημένους Έλληνες τραγουδοποιούς, μια εμβληματική μορφή που ...
-
Το 1955 εμφανίστηκε ο Οδυσσέας Ελύτης μαζί με την νεαρή Μαρίνα Καραγάτση (κόρη του γνωστού λογοτέχνη), στην Άνδρο. Κάποιοι απρόσεχτοι ...
-
« Γεννήθηκα στην Ροδεσία, μα έφυγα από εκεί μόλις στα δέκα μου χρόνια. Βρέθηκα εδώ, στον τόπο των γονιών μου, σκληρός τόπος, όλοι μας το ζ...










