Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2021

Γεώργιος Βιζυηνός, ένας κλασσικός της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

 Την ευκαιρία για την σημερινή μου εγγραφή,  μου την έδωσε η ανάγνωση των διηγημάτων του Γεώργιου Βιζυηνού στα πλαίσια της Λέσχης Ανάγνωσης Δράμας. Το έργο του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά μπόρεσε να συγκινήσει, διότι περιγράφει με αμεσότητα την σκληρή πραγματικότητα της ζωής του. Τα διηγήματά του είναι αυτοβιογραφικά στο μεγαλύτερο μέρος τους και μας προσφέρουν την αναγνωστική χαρά που αποκομίζουμε από την κλασσική λογοτεχνία. Όπως διαβάζω στο οπισθόφυλλα της έκδοσης που έχω: "...διαβάζουμε τα μεγάλα κλασσικά έργα, για να κατανοήσουμε ...τον εαυτό μας και τον κόσμο, μέσα από την αναμέτρηση με τα μεγάλα ερωτήματα που μας θέτουν, όπως είναι, εν προκειμένω, η σχέση αρσενικού και θηλυκού, λογικής και τρέλας, πραγματικότητας και πλάνης, ταυτότητας και ετερότητας, και προ πάντων, το περί του θανάτου ερώτημα..."

 Μου είναι πολύ δύσκολο, να κατατάξω τα διηγήματά του, σύμφωνα με την αναγνωστική απόλαυση που μου πρόσφεραν. Θα το επιχειρήσω όμως, και στην πρώτη θέση θα τοποθετήσω το Μοσκώβ-Σελήμ. Πρωταγωνιστής είναι το τρίτο παιδί μίας πλούσιας οικογένειας Τούρκων της Δυτικής Θράκης, ο οποίος μεγαλώνει από την μητέρα ως κορίτσι ενώ το πρότυπο-πατέρας του τον περιφρονεί. Σε μικρή ηλικία κατατάσσεται στον Τουρκικό στρατό, παίρνοντας τη θέση του λιποτάκτη (φυγόστρατου) αδελφού του. Πολεμά με γενναιότητα συμμετέχοντας σε όλους  σχεδόν τους Ρωσο-τουρκικούς  πολέμους του 19ου αιώνα, κατακτά τα γαλόνια του με την αξία του στο πεδίο της μάχης, αλλά χάνει τα πάντα (σπίτι και οικογένεια) από την ανικανότητα του Οθωμανικού κράτους να υπερασπιστεί τους πολεμιστές του. Στο διήγημα εμφανίζεται γέρος πια, ως μία παρεξηγημένη φιγούρα, φορώντας την μισο-διαλυμένη στολή Κοζάκου και στο κεφάλι κόκκινο φέσι, να περιμένει εναγωνίως τον ερχομό των λυτρωτικών Ρωσικών στρατευμάτων για να τους υποδεχτεί με κάθε τιμή. Ήταν οι μόνοι, που αν και αιχμάλωτος στα χέρια τους, του πρόσφεραν κάθε περιποίηση και θαλπωρή, που η πατρίδα και η οικογένειά του ακόμα, του αρνήθηκαν. Αυτό όμως, πρέπει να ήταν ένα θεραπευτικό ψέμα, για να αντέξει την καταστροφή όλων εκείνων που τον έκαναν άνθρωπο και αγαπούσε, από την πίστη του στον μεγάλο του αφέντη, τον Σουλτάνο, ο οποίος, όχι μόνο δεν ενδιαφέρθηκε για την κατάντια του αλλά εν πολλοίς ήταν και υπεύθυνος γι΄ αυτήν. Υπάρχουν και άλλα ζητήματα, όπως ο συνεχής αγώνας του μέχρι να τον αποδεχθεί ο πατέρας του, η αγάπη του για την μητέρα του και η αποδοχή της φτωχής γυναίκας που του διάλεξε για σύζυγο, το γκρέμισμα κάθε ιδανικού, το μεγάλωμα του ως κορίτσι κ.α. 

Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)
Ο Γεώργιος Βιζυηνός, ήταν μια τραγική και αδικημένη μορφή της εποχής του. Γεννήθηκε από μία πάμπτωχη οικογένεια στη Βιζύη της Δυτικής Θράκης και μικρός στάλθηκε να μάθει την τέχνη του ράπτη στην Πόλη. Η εξυπνάδα του ήταν η αιτία, που μπόρεσε να βρει ισχυρούς προστάτες και να τον στείλουν να σπουδάσει, στην Κύπρο, στην Αθήνα, στη Σχολή της Χάλκης και την Γερμανία. Μπόρεσε να επισκεφτεί και το Παρίσι και το Λονδίνο. Μετά τον θάνατο του μεγάλου προστάτη του, του Γ. Ζαρίφη, επιστρέφει στην Αθήνα με σημαντικές ανώτατες σπουδές αλλά και βραβεύσεις ποιημάτων του. Προσπαθεί να καταλάβει κάποια θέση ισάξια των σπουδών του, αυτό καθίσταται αδύνατον καθώς θεωρείται ξένο σώμα στο πνευματικό κατεστημένο της πόλης. Φεύγει για την Θράκη, ασχολείται ατυχώς με την εκμετάλλευση κάποιου μεταλλείου, ενώ αρρωσταίνει από κάποια εκφυλιστική ασθένεια των οστών. Πηγαίνει στην Αυστρία για θεραπεία και μετά επιστρέφει στην Αθήνα.  Πιθανόν η αρρώστια αυτή να τον οδήγησε στην τρέλα σε συνδυασμό με την απόρριψη που βίωνε. Πεθαίνει στο Δρομοκαΐτειο, στα 47 του χρόνια μόλις. Προσφιλές θέμα των Αθηναίων ήταν για πολύ καιρό, ο ανάρμοστος έρωτας του για την Μπετίνα Φραβασίλη, 12-14 χρόνων, μαθήτρια του στο ωδείο που δίδασκε, ενώ αυτός ήταν 43 χρόνων. 

Μπετίνα Φραβασίλη, μουσικός, (1876-1596)
 Είναι άξιο μελέτης, δεν ξέρω αν πρέπει να αποδοθεί στις επικρατούσες αντιλήψεις της εποχής, που υποστήριζαν ότι τα κορίτσια πρέπει να παντρεύονται πολύ μικρά αλλά υπάρχει μία εμμονή και στη ζωή του και στο έργο του για κορίτσια, της πρώιμης εφηβικής ηλικίας. Έτσι εκτός από την Μπετίνα, όταν βρέθηκε στην Κύπρο ως νεαρός ιεροδιάκονος, έγραφε ερωτικές επιστολές και ποιήματα στην 14χρονη Ελένη Φυσεντζίδη. Αυτός ήταν και ο λόγος που ανακλήθηκε άρον άρον πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Εκείνη δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά, περιμένοντας ματαίως την επιστροφή του. Στα διηγήματά του αναφέρονται η 14χρονη, Αγγλίδα Μάσιγγα, η οποία πρόκειται με εντολή του πατέρα της να παντρευτεί κάποιον αρκετά μεγαλύτερο της και χήρο. Η Γερμανίδα Κλάραν, που από τα συμφραζόμενα, θα πρέπει να βρισκόταν σε αυτήν την ηλικία και η οποία τρελαίνεται μετά  από ερωτική απογοήτευση. Αλλά και η γιαγιά του παιδί ήταν ακόμα, μας διηγείται, όταν παντρεύτηκε τον αγαπημένο του παππού.  Πουθενά δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για κάποιον άλλο έρωτα ή σχέση του Βιζυηνού.
Κλείνοντας θα αφήσω τον σύνδεσμο, για όποιον ενδιαφέρεται, της ταινίας "Το μόνον της ζωής του ταξείδιον" (2001), σε σκηνοθεσία του Λάκη Παπαστάθη.   Ο Ηλίας Λογοθέτης σε δύο ρόλους (του έγκλειστου στο Δρομοκαΐτειο Βιζυηνού και του παππού του), είναι απολαυστικός.



Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2020

Το νησάκι του Σικελιανού!

   Σήμερα θα σας παρουσιάσω κάτι από τη ζωή του μεγάλου μας ποιητή, Άγγελου Σικελιανού, που εμένα με εντυπωσίασε. Το ανακάλυψα τυχαία ψάχνοντας κάτι εντελώς διαφορετικό στο google maps, όταν το μάτι μου έπεσε σε αυτό που βλέπετε στο χάρτη, δίπλα.  Το νησάκι του Σικελιανού, μια αμμώδης λουρίδα γης με ένα εκκλησάκι πάνω του και με μια πολύ όμορφη ιστορία. Μου έκανε επίσης εντύπωση ότι η ιστορία αυτή, δεν αναφέρεται σε καμία από τις διαδικτυακές βιογραφίες, είτε του Σικελιανού είτε της πρώτης του γυναίκας, της Εύας Πάλμερ. Αν όμως ψάξεις στο google για το νησάκι του Σικελιανού, θα βρεις πάμπολλες σχετικές αναρτήσεις.  
Ο Σικελιανός γνωρίζει την Αμερικανίδα, Εύα Πάλμερ, διαμέσου της αδελφής του Πηνελόπης, όταν εκείνη  εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, με τον άντρα της, τον Άγγλο Ρέιμοντ Ντάνκαν. Η Εύα μετά από μια ισχυρή φιλία που ανέπτυξε μαζί τους στο Παρίσι, τους ακολούθησε στο ταξίδι τους. ( Για την ιστορία, αδελφή του Ρέιμοντ ήταν η Ισιδώρα Ντάνκαν, που για πολλούς θεωρείται η "μητέρα" του σύγχρονου χορού.)      
  Η Εύα, γόνος πλούσιας και φιλελεύθερης οικογένειας από τις ΗΠΑ, που είχε ασχοληθεί με την ιστορία της Τέχνης , την χορογραφία και την ηθοποιία, αμέσως γοητεύεται από τον Σικελιανό. Οι δύο τους, παρά τη δυσκολία συνεννόησης, είχαν βρει τον τρόπο να συνομιλούν , κυρίως πάνω στο όραμα του Σικελιανού για την αναβίωση των ιδεών της Αρχαίας Ελλάδα, θέμα με το οποίο ήταν παθιασμένη και η Εύα.  Αν κι εκείνη αμέσως τον ερωτεύεται, ο Σικελιανός την εγκαταλείπει δηλώνοντας ότι: "Τώρα μόλις γνωρίζω τη ζωή, τώρα την αναπνέω" και φεύγει για την Αίγυπτο, όπου ήταν καλεσμένος του πλούσιου, 
εμπόρου αδελφού του. Εκεί, όπως λέει ο ίδιος, κάτω από μία τέντα, έγραψε σε διάστημα μίας εβδομάδας μόνο, το έργο του Αλαφροΐσκιωτος
  Επιστρέφοντας από την Αίγυπτο, γυρίζει στην Λευκάδα, όπου τον περίμενε η Εύα στο πατρικό του, σε άθλια κατάσταση από την λύπη της, αφού είχε δηλώσει στους γονείς του, ότι θα έμενε εκεί ως ψυχοκόρη τους, για όσο καιρό θα έκανε να επιστρέψει ο Άγγελος, για λίγους μήνες ή και χρόνια. Ο Άγγελος, δεν σκέφτηκε ούτε τη διαφορά ηλικίας, "ούτε την ζωή που ήθελε να ζήσει", την παίρνει και εγκαθίστανται στο νησάκι του Άη Νικόλα, που εκτός από το ομώνυμο εκκλησάκι είχε και μια πρόχειρη παράγκα στην οποία έμεναν. Οι δυο τους, μια ανιψιά του, που τους υπηρετούσε, ένας σκύλος και δύο άλογα, έμεναν μόνοι στο νησάκι αυτό. Οι δύο ερωτευμένοι απολαμβάνοντας τον ήλιο, την θάλασσα και την  
ανεμελιά τους. Διηγούνται ότι η Εύα συνήθως ήταν γυμνή, ενώ ο Σικελιανός έγραφε συνεχώς, όπως σε όλη του τη ζωή, απολαμβάνοντας την συντροφιά της  και την ελευθερία που του έδινε ο τρόπος ζωή τους εκεί. Σύνηθες ήταν να παίρνουν τα άλογά τους και να καλπάζουν ως την απέναντι ακτή. Οι Λευκαδίτες παρά την ιδιόμορφη ζωή που ζούσαν, ιδίως για την εποχή εκείνη, τους
φωτογραφία του γάμου τους στην Αμερική
αγαπούσαν και το εκδήλωναν αυτό με διάφορους τρόπους όταν κατέβαιναν στην Λευκάδα για ψώνια. Η Εύα πάντα ήταν ντυμένη με αρχαιοελληνική χλαμύδα  που την κρατούσε μία μεταλλική πόρπη στην μέση, σαντάλια στα πόδια, ενώ τα πλούσια, κόκκινα μαλλιά της τα συγκρατούσε με  κορδέλες που είχαν σχηματισμένους πάνω τους μαιάνδρους. Την φώναζαν Ζόρκα, που στο Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα, σημαίνει αυτή που δεν φοράει αρκετά ρούχα, η ημίγυμνη.  Ζήτησαν να αγοράσουν το νησί, αλλά αποδείχθηκε αδύνατον να ξεπεράσουν τα γραφειοκρατικά εμπόδια μια τέτοιας παραχώρησης δημόσιας γης. Το 2007, παντρεύονται στην Αμερική, επιστρέφουν στην Ελλάδα, διαμένουν στην Αθήνα, επισκέπτονται όμως το νησάκι τους στις καλοκαιρινές του διακοπές, μέχρι που φτιάχνουν μία παραθαλάσσια εξοχική κατοικία στις Συκιές της Κορινθίας. 
  Σε όλους είναι γνωστές οι Δελφικές γιορτές που έκαναν, δίχως την ανταπόκριση που ανέμεναν παρά τα μεγάλα χρηματικά ποσά που διέθεσε η Εύα από την περιουσία της και την οικονομική της καταστροφή που επήλθε από το γεγονός αυτό.  Χώρισαν συναινετικά  το 1934, όταν ο Σικελιανός της αποκάλυψε ότι ήταν ερωτευμένος με την Άννα Καραμάνη και αυτή έφυγε για την Αμερική. Η Εύα Πάλμερ, ποτέ δεν αρνήθηκε την αγάπη της για την Ελλάδα, διατήρησε επικοινωνία με τον Σικελιανό, προσπάθησε και στην Αμερική να αναβιώσει αρχαίες ελληνικές τραγωδίες μεταξύ των άλλων πραγμάτων με τα οποία ασχολήθηκε. Ο Σικελιανός πάλι εντάχθηκε γρήγορα με την πλευρά της αριστερής διανόησης, γεγονός που του στέρησε το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το οποίο είχε προταθεί πέντε φορές, την μία φορά μάλιστα, από κοινού με τον Καζαντζάκη. Λίγο πολύ γνωστά όλα αυτά. Θα ήταν αδύνατον να κλείσω το μικρό αυτό αφιέρωμα, δίχως ένα ηχητικό με την φωνή του του μεγάλου ποιητή:








Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

Μαγεία Xmas δέντρο των ευχών

 

 Η συμμετοχή μου, για την οποία χαίρομαι ιδιαιτέρως,  στο Χριστουγεννιάτικο δρώμενο της  Marina Tsardakli , σε  ένα  διαδικτυακό στόλισμα του δέντρου της, στη διεύθυνση: Xmas δέντρο των ευχών!

Το γράμμα μου είναι το Μ. Και η λέξη που διαλέγω: Μαγεία.

 Τις τελευταίες ημέρες, εκεί που ξαπλώνω, νιώθω αφόρητη
δυσφορία. Η αναπνοή μου σώνεται και ο ιδρώτας κατακλύζει το σώμα μου. Βλέπεις η χρόνια ανασφάλεια που με κυνηγάει από μικρό, όλο και συχνότερα κάνει την εμφάνιση της τώρα, στην εποχή του εγκλεισμού, της απραξίας και του φόβου. Μα δεν αφήνομαι, δεν της κάνω το χατίρι να με πάρει από κάτω της. Έχω βρει τον τρόπο να την αδρανοποιώ, έστω για λίγο μόνο, μέχρι να έλθει το ξημέρωμα.

Τι κάνω;

  Κλείνω σφιχτά τα μάτια μου, όπως έκανα παιδί, και μέσα τα βλέφαρά μου στην αρχή ασπρίζουν με ένα λευκό λαμπρό, εκτυφλωτικό. Στη συνέχεια εμφανίζονται τα χρώματα της χαράς μαζί με τον ζεστό ήλιο του καλοκαιριού, το γαλάζιο της θάλασσας, το πράσινο των βουνών, το χρυσό της άμμου, το κόκκινο του πόθου. Κι ακολουθούν οι ήχοι της Πατρίδας μου μαζί με την γλυκιά αλμύρα των κυμάτων να με κτυπούν στο πρόσωπο – το πλατάγιασμα του πελάγους καθώς σκάει στην ακτή, το θρόισμα των φύλλων της δροσερής κληματαριάς, οι εγωιστικές φωνές των παιδιών που ξεσηκώνουν από την θερινή ραστώνη τον καθένα. Κι εκεί, βρίσκεσαι εσύ... όμορφη, γλυκιά, ερωτική, όλο ζωή έτοιμη να με πάρεις ξανά από το χέρι σε ένα αψύ ταξίδι, απ’ αυτά που έτυχα μαζί σου να ζήσω παρόλη  την ασθενική μου κράση.

Κι τότε αναπνέω και πάλι και το χαμόγελο διαγράφεται στο πρόσωπο μου διότι ο ύπνος με έχει πάρει στην αγκαλιά σου, για να γιάνει μέσα στην βαριά σκοτεινιά του ουρανού την κάθε πληγή μου.

Μαγεία;

Μα αυτό κι αν είναι μαγεία, να μπορώ να ξαναζώ σαν χτες, να φέρνω εμπρός στα κλειστά μάτια μου τις ομορφότερες και γλυκύτερες στιγμές της μικρής έτσι κι αλλιώς ζωής μας, να μου κρατάς το χέρι και πάλι!

Επιπλέον ένα εορταστικό βίντεοFrank Sinatra & Bing Crosby - White Christmas 



Εύχομαι υγεία σε όλον τον κόσμο και δύναμη μέχρι να ξαναγυρίσουμε στις ζωές μας, μέσα στο 2021!


Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2020

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ του Περικλή Κοροβέση

 Ο Περικλής Κοροβέσης ως συγγραφέας, είναι πιο γνωστός για το βιβλίο του "Ανθρωποφύλακες", στο οποίο περιέγραφε την οδυνηρή εμπειρία του από τα κρατητήρια κατά την περίοδο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών στην χώρα μας. Ανήκε στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, εκλέχθηκε βουλευτής με το ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2007, το 2009 όμως αποχώρησε από το κόμμα. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στην πολιτική του δράση, αλλά θα μιλήσω για ένα βιβλίο του, το οποίο από τότε που το διάβασα για πρώτη φορά το 1995, ανήκει πλέον σε αυτά που αγαπώ ιδιαίτερα. Αποτελείται από οχτώ διηγήματα, που αν προσθέσουμε και την εισαγωγή-επίλογο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι εννέα. Σε όλα, αν και ο πρωταγωνιστής τους είναι ένας άντρας, στην πορεία φανερώνονται όλες οι γυναίκες που εμπλέκονται στη ζωή του μα στο τέλος επικεντρώνεται σε εκείνη τη μοναδική που σημάδεψε τη ζωή του, σε αυτή που μπόρεσε να του κλέψει πραγματικά την καρδιά. Στην ανάγνωση μας παρακολουθούμε συζύγους που δεν έχουν τίποτα πια να μοιραστούν αλλά και μεγάλους έρωτες βασανιστικούς, παθιασμένους, φευγάτους, ονειρικούς, παραλυτικούς, απρόβλεπτους, ανικανοποίητους.  

  Στην πρώτη ιστορία μιλάει ο αφηγητής των ιστοριών για το πως του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει αυτές τις ιστορίες αλλά και για την παντοτινή αλλά και βασανιστική του αγάπη, την Ρίκα:  ...Μια φορά είχαμε χωρίσει, γιατί αυτή επέμενε, πως η σάλτσα γίνεται καλύτερα με κρεμμυδάκια κομμένα σε μικρά τετράγωνα. Εγώ επέμενα πως η καλή σάλτσα, θέλει πάντα κρεμμύδι περασμένο στον τρίφτη. Το ωραίο ήταν ότι κανείς από τους δυο μας δεν ήξερε να μαγειρεύει. Μια άλλη φορά είχαμε χαλάσει τις διακοπές μας, γιατί δεν ενέκρινε τον τρόπο που κοίταζα την πανσέληνο. Έβρισκε πως το βλέμμα του ήταν απλανές και αδιάφορο. Εγώ υποστήριζα πως αυτό είναι το σωστό βλέμμα να κοιτάζεις το φεγγάρι. Αυτή επέμενε πως μόνο οι ηλίθιοι κοιτάζουν έτσι. Εγώ υποστήριζα πως θα έπρεπε να έλεγε αυτές τις απόψεις της στη Σούλα Βερικοκά της Maxi Tv. Και αυτή μου έλεγε πως Σούλα, ήμουν εγώ. Όταν βρισκόμαστε ξανά, ποτέ δεν κουβεντιάζαμε γιατί τσακωνόμαστε. Ο λόγος ήταν απλός. Μόλις άνοιγε η πόρτα και επέστρεφε αυτός που είχε φύγει, πηγαίναμε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Καμιά φορά κάναμε και δυο μέρες να σηκωθούμε....

Οι υπόλοιπες ιστορίες κινούνται πάνω στο μοτίβο: Ένας άντρας, που θα μπορούσε να είναι κάποια από τα σημαινόμενα πρόσωπα της μεταπολιτευτικής περιόδου και μια μοιραία γυναίκα που τον σημάδεψε ανεξίτηλα. Έτσι έχουμε τον Πολιτευτή της Β΄ Αθηνών, που στα χρόνια της εξορίας στο Παρίσι ως επαναστάτης της αριστεράς εγκαταλείπει τα πάντα για την ξανθιά Νορβηγίδα καλλονή, την Μπίμπι, που οι αναμνήσεις του παθιασμένου έρωτά τους δεν το εγκατέλειψαν ποτέ.

Έρως, ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του Λύσιππου
Ο καλλιτέχνης των σήριαλ, που εγκαταλείπει την οικογένεια του και κτίζει σπίτι σε κάποιο νησάκι. Εκεί του προσφέρεται μία νεαρή σκλάβα από τα μέρη της Ανατολής, εκείνος την ερωτεύεται κι όταν το σπίτι γκρεμίζεται σε μια θύελλα, την φέρνει στην Αθήνα. Τον εγκαταλείπει ευχαριστώντας τον, που την απελευθέρωσε.

Ένας επιτυχημένος εκδότης βιβλίων που διαλύει όλη του τη ζωή, καθώς πέφτει θύμα της Ματίνας, μια σύγχρονης θεάς του έρωτα: ... Θέλω να σε ευχαριστήσω ειλικρινά, γιατί μου απέδωσες τη θεϊκή μου φύση. Είχα αμφιβολίες, αλλά εσύ με έπεισες. Πρώτη φορά μου συμβαίνει στη ζωή μου, να βρεθώ με έναν άνδρα που τα είχε όλα, δόξα, κύρος, λεφτά, επιπλέον να έχει τα διπλά μου χρόνια, και από το μεγαλείο της δόξας του, να βρεθεί στην έσχατη ταπείνωση και να έχει μόνο ένα κελί στην φυλακή. Όπως ξέρεις εκεί θα πας. Δεν υπάρχει τίποτε πιο βαθύτερο για μια γυναίκα , από το να νιώσει τον πλήρη και απόλυτό της θρίαμβο σ΄ έναν άνδρα. ...

Ο διάσημος μαθηματικός που ζει ανεπανάληπτες στιγμές με μια γοητευτική τρομοκράτισσα των Ερυθρών Ταξιαρχών, η οποία όπως έρχεται στη ζωή του έτσι και χάνεται.

Ο δημοσιογράφος με τις πολλές επιτυχίες που σαγηνεύεται από την Βαγγελιώ, η οποία όμως δεν μπορεί να τον παντρευτεί διότι είναι ερωμένη του γέρου, πολιτικού παράγοντα στον οποίο χρωστά την καριέρα της, ως ιδιαιτέρα γραμματέας διαφόρων υπουργών.

Ο κινηματογραφιστής στη Νέα Υόρκη που πουλούσε το σπέρμα του, ως γνήσιος απόγονος του Μέγα Αλέξανδρου και η Ινδιάνα Χουανίτα, που η ομορφιά της τον ακινητοποίησε στο κρεβάτι, καθιστώντας ανίκανο να διεκπεραιώσει την αποστολή του: ...

Βελάσκεθ,Αφροδίτη μπροστά στον καθρέφτη
Σηκωθήκαμε από το κρεβάτι, καθίσαμε στο σαλόνι και μου ζήτησε να της πω την αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν να είμαι γνήσιος απόγονος του Μέγα Αλέξανδρου και να μην μπορεί να μου σηκωθεί! Η φωνή της ήταν γλυκιά και πειστική, και την εμπιστεύομαι και της μιλάω για τα πάντα. Της πρότεινα γάμο. Κάθε επιθυμία της ζωής μου θα εκπληρωνόταν αν γινόταν γυναίκα μου και βασίλισσα μου. ... -Επειδή μου μίλησες πολύ ειλικρινά, θα σου μιλήσω και γω εντελώς ειλικρινά. Δεν είμαι χορεύτρια. Είμαι του F.B.I. Ιδού η ταυτότητα μου, είμαι του τμήματος ηθών. Υπήρχε μια καταγγελία για έναν παράνομο οίκο ανοχής και ανέλαβα την υπόθεση. Έχω κάνει ένα υπηρεσιακό λάθος. Κατέθεσες, χωρίς να ξέρεις ποια ήμουν και δεν μπορούσες να υποπτευθείς πως όλ΄ αυτά που μου έλεγες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν  εναντίον σου...

Ο άστατος θεατρώνης με τις 2345 γυναίκες στο ενεργητικό του, που στο τέλος  γνωρίζει την μία και μοναδική, η οποία τυγχάνει Σκοπιανή προπαγανδίστρια και οι αρχές την απελαύνουν από τη χώρα, αφήνοντας τον απαρηγόρητο.

Ο "μεγάλος" πλην πάμπτωχος ποιητής, που επιτέλους συναντά τον μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο μιας νεαρής φοιτήτριας της Φιλοσοφικής. Κι ενώ όλα έχουν κανονιστεί για την βραδιά που περίμενε ολάκερη τη ζωή του, εκείνη αποφασίζει ότι δεν θέλει να διαλύσει το όνειρο της για μια σταθερή, οικογενειακή ζωή. 

  Κάποιος κακεντρεχής, εύκολα θα έλεγε ότι είναι ένα βιβλίο όπου οι άντρες κοκορεύονται για τις κατακτήσεις τους ή διηγούνται επικές αποτυχίες τους στο βωμό του έρωτα. Μα όχι, στην πραγματικότητα  ο συγγραφέας με απόλυτο σεβασμό, εξυμνεί τις γυναίκες που μπορούν κι εμπλέκονται στο παιχνίδι του ερωτικού πάθους. Είναι ένας ύμνος στον έρωτα, που επικεντρώνεται στην τύχη ή την ατυχία ενός άντρα, να μπορέσει να τον ζήσει με την μοναδική γυναίκα,  που η μνήμη της θα τον κατατρέχει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2020

Fikos

Fikos 

  Στην σημερινή μου εγγραφή θα σας παρουσιάσω έναν νέο Έλληνα καλλιτέχνη, ο οποίος ζει στην Πατρίδα μας και στα μόλις 32 χρόνια του, κατακτά τον κόσμο. 

Πρόκειται για τον Fikos, όπως υπογράφει τα έργα του. Έναν νέο και αντισυμβατικό καλλιτέχνη που ζωγραφίζει σε εξωτερικούς χώρους, σε εγκαταλειμμένους τοίχους ή προσόψεις κτιρίων αλλά και σε εσωτερικά κτιρίων. Δεν κάνει γκράφιτι, ούτε street art αλλά τα έργα του ανήκουν στο νέο καλλιτεχνικό είδος, το neo-muralism, δηλαδή τη ζωγραφική μεγάλων διαστάσεων. 

Αυτό που τον διακρίνει είναι το ύφος του, που έχει παντρέψει την σύγχρονη ζωγραφική με την Βυζαντινή αγιογραφία, την οποία έχει σπουδάσει (έχει μαθητεύσει δίπλα στο νεωτεριστή αγιογράφο Γιώργο Κόρδη). Ένα τολμηρό εγχείρημα το οποίο έχει μέχρι στιγμής, προσφέρει υπέροχα έργα, που στολίζουν πολλές πόλεις του κόσμου.

Κατά την άποψη μου, κάνει το βήμα που χρειάζεται η ελληνική τέχνη, για να ξεφύγει από τα στερεότυπα και το βάρος των προγονικών κληρονομιών. Γνωρίζει καλά τις φόρμες της αυστηρής αγιογραφίας. Τολμά να κάνει το επόμενο βήμα, να τις διαλύει δηλαδή και να τις ανασυνθέτει στηριζόμενος σε αυτά που η σύγχρονα τέχνη επιτάσσει. Ο ίδιος ως φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών, βρίσκει ένα εχθρικό περιβάλλον για το όραμα του, τόσο εχθρικό από τους καθηγητές και συμφοιτητές του, που μετά από επτά χρόνια διαγράφεται οικειοθελώς από αυτήν.

Ο ίδιος χαρακτηρίζει την ζωγραφική του ως " Σύγχρονη Βυζαντινή Ζωγραφική" ( όχι αγιογραφία ).

Καλύτερα όμως να σας παρουσιάσω κάποια από τα έργα του τα οποία σίγουρα, θα σας μιλήσουν καλύτερα για τον καλλιτέχνη, απ' ότι εγώ. 



Ιέρειες της Αφροδίτης - Λευκωσία                 
Πήγασος και Βελλεροφόντης -Σιμπιου Ρουμανία
SOVANN MACHA-Μπανγκογκ Ταϊλάνδη
Κενταυρομαχία - Πάτρα

Εσπερίδες - Ραμπάτ Μαρόκο 


Επίσημο Σάιτ του Καλλιτέχνη






Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2020

Louise Glück , Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020 και Ελλάδα!

 

    


  Στην 77/χρονη Αμερικανίδα ποιήτρια, Louise Gluck, απονεμήθηκε φέτος το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δεν θα αναφέρω περισσότερα στοιχεία γι΄ αυτήν - έχουν γραφτεί τόσο πολλά τις τελευταίες ημέρες για τη ζωή το και το έργο της εξάλλου. Στο μικρό μου αφιέρωμα θα παρουσιάσω μόνο πέντε ποιήματα της, που έχουν σχέση με την αρχαία ελληνική μυθολογία ( και δεν είναι τα μόνα ), την οποία έχει αγαπήσει από τα μαθητικά της χρόνια. 
Για μία ακόμα φορά επαληθεύεται η παγκόσμια πολιτισμική δύναμη της ελληνικής μυθολογίας. Των διαχρονικών νοημάτων, των ανθρώπινων αξιών και των ισχυρών συμβολισμών που περιέχει. Η δική μας αρχαία μυθολογία, που κατέβασε τους Θεούς στο επίπεδο του ανθρώπου, με όλα τα καλά του αλλά και όλα τα ελαττώματά του. 

Το φετινό Νόμπελ επιπλέον, ας αποτελέσει την ευκαιρία να υπενθυμίσει σε όλους αυτούς που καταρτίζουν τα αναλυτικά προγράμματα των σχολείων, ότι στο μάθημα της Ελληνικής Γλώσσας θα πρέπει να προσέξουν λίγο παραπάνω, την κλασσική λογοτεχνική μας κληρονομιά!


«Ο θρίαμβος του Αχιλλέα» 
                                            (μτφ. Γιώργος Χουλιάρας)

Ο Πάτροκλος υποβασταζόμενος από τον Μενέλαο!
Στην ιστορία του Πάτροκλου 
δεν υπάρχει επιζών, ούτε καν ο Αχιλλέας
που ήταν σχεδόν θεός.
Ο Πάτροκλος τού έμοιαζε· φορούσαν
την ίδια πανοπλία.
Πάντοτε στις φιλίες αυτές
ο ένας υπηρετεί τον άλλο, ο ένας είναι πιο λίγος:
η ιεραρχία
είναι πάντοτε εμφανής, αν και οι θρύλοι

δεν είναι αξιόπιστοι –
πηγή τους είναι ο επιζών,
αυτός τον οποίο εγκατέλειψαν.
Τι ήταν τα ελληνικά πλοία που καίγονταν
μπροστά σε αυτή την απώλεια;
Στη σκηνή του, ο Αχιλλέας
πενθούσε με όλη την ύπαρξή του
και οι θεοί είδαν
πως ήταν ένας άνθρωπος ήδη νεκρός, θύμα
της πλευράς εκείνης η οποία αγαπούσε,
της πλευράς που ήταν θνητή.

Νόστος

Στην αυλή ήταν μια μηλιά-
αυτό θα ήταν πριν
σαράντα χρόνια- πίσω της,
μόνο αγρολίβαδα. Σωροί
από κρόκο στο υγρό γρασίδι.
Στάθηκα στο παράθυρο:
τέλη Απρίλη. Λουλούδια ανοιξιάτικα
μες στην αυλή του γείτονα.
Πόσες φορές, αλήθεια, άνθισε το δέντρο
στα γενέθλιά μου,
τη μέρα εκείνη ακριβώς, ούτε
πιο πριν, ούτε μετά; Το αμετάβλητο
αντίβαρο στην αλλαγή, την μετεξέλιξη.
Η εικόνα αντίβαρο
στο ανυποχώρητο της γης. Τι
ξέρω εγώ γιʼ αυτό εδώ το μέρος,
τον ρόλο που το δέντρο είχε για δεκαετίες
τον πήρε ένα μπονσάι, φωνές
που ανεβαίνουν απʼ τα γήπεδα του τέννις-
Λιβάδια. Άρωμʼ από ψηλό χορτάρι, φρεσκοκουρεμένο.
Τι περιμένεις από λυρική ποιήτρια.
Κοιτάζουμε τον κόσμο μια φορά, στα παιδικά μας χρόνια.
Τα άλλα όλα είνʼ ανάμνηση.


Η Θλίψη της Κίρκης

Με σύστησα, εν τέλειστη γυναίκα σου, σα μια
Θεά, στο ίδιο της το σπίτι, στην
Ιθάκη, σα μια φωνή
χωρίς το σώμα: άφησʼ εκείνη
το υφαντό, γύρισε το κεφάλι.
Πρώτα δεξιά, ύστερʼ αριστερά.
Αν και δεν είχʼ ελπίδα φυσικά
να αποδώσει τη φωνή σε κάποια
υπαρκτή πηγή: Εγώ αμφιβάλλω
αν γυρίσει πια στον αργαλειό της
με όσα ξέρει τώρα. Όταν
την δεις ξανά, πες της πως
έτσι αποχαιρετάει μια Θεά:
Αν στο μυαλό της είμαι δια παντός
είμαι και στη ζωή σου δια παντός.



Ένας μύθος αφοσίωσης

Όταν ο Άδης αποφάσισε ότι αγαπούσε το κορίτσι

τής έφτιαξε μια απομίμηση της γης,

τα πάντα ίδια, και το λιβάδι ακόμη,

αλλά προσθέτοντας ένα κρεβάτι.

Τα πάντα ίδια, περιλαμβάνοντας το φως του ήλιου

γιατί θα ήταν δύσκολο για νέο κορίτσι

να πάει τόσο γρήγορα από λαμπρό φως σε απόλυτο σκοτάδι

Σταδιακά, σκέφτηκε, θα έφερνε τη νύχτα,

πρώτα ως σκιές φύλλων που φτερουγίζουν.

Περσεφόνη 

Μετά σελήνη, μετά άστρα. Έπειτα ούτε σελήνη, ούτε άστρα.

Ας συνηθίσει η Περσεφόνη σιγά σιγά.

Στο τέλος, σκέφτηκε, θα το έβρισκε ανακουφιστικό.

Ένα ομοιότυπο της γης

αλλά εδώ υπήρχε αγάπη.

Αγάπη δεν θέλουν όλοι;

Περίμενε πολλά χρόνια,

χτίζοντας έναν κόσμο, παρακολουθώντας

την Περσεφόνη στο λιβάδι.

Η Περσεφόνη μύριζε, γευόταν.

Αν έχεις κάποια όρεξη, σκέφτηκε,

τις έχεις όλες.

Δεν θέλουν όλοι να νιώσουν τη νύχτα

το αγαπημένο σώμα, πυξίδα, πολικό αστέρα,

να ακούσουν την ήρεμη ανάσα που λέει

είμαι ζωντανός, που σημαίνει επίσης

είσαι ζωντανός, γιατί με ακούς,

είσαι εδώ μαζί μου. Και όταν γυρνά ο ένας,

γυρνά και ο άλλος –

κοιτάζοντας τον κόσμο που είχε

 οικοδομήσει για την Περσεφόνη. Καθόλου δεν σκέφτηκε

πως μυρωδιές πια δεν θα υπήρχαν εδώ,

ασφαλώς ούτε θα έτρωγες πια.

Ενοχή; Τρόμος; Ο φόβος της αγάπης;

Αυτά τα πράγματα δεν μπορούσε να τα φανταστεί∙

κανείς που αγαπά δεν τα φαντάζεται ποτέ.

Ονειρεύεται, αναρωτιέται πώς να ονομάσει το μέρος.

Πρώτα σκέφτεται: Η Νέα Κόλαση. Έπειτα: Ο Κήπος.

Τελικά, αποφασίζει να το αποκαλέσει

Η Νεότητα της Περσεφόνης.

Ένα απαλό φως που σηκώνεται πάνω από το επίπεδο λιβάδι,

πίσω από το κρεβάτι. Την παίρνει στην αγκαλιά του.

Θέλει να πει σε αγαπώ, τίποτε δεν μπορεί να σε βλάψει

αλλά σκέφτεται

αυτό είναι ψέμα, οπότε λέει τελικά

είσαι νεκρή, τίποτε δεν μπορεί να σε βλάψει

που του φαίνεται

μια πιο ελπιδοφόρα αρχή, πιο αληθινό.


Ορφέας
Ω Ευρυδίκη, εσύ που με παντρεύτηκες για τα τραγούδια μου,
γιατί έρχεσαι σ’ εμένα ζητώντας παρηγοριά;
Ποιος ξέρει τι θα πεις στις Ερινύες
όταν τις συναντήσεις πάλι.
Πες τους ότι έχω χάσει την αγαπημένη μου·
είμαι εντελώς μόνος τώρα.
Πες τους ότι δεν υπάρχει τέτοια μουσική
χωρίς αληθινή οδύνη.
Στον Άδη, τραγούδησα γι’ αυτές· θα με θυμούνται
Ορφέας και Ευρυδίκη 


Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2020

Τζον, ο μαύρος φίλος μου...

 

« Γεννήθηκα στην Ροδεσία, μα έφυγα από εκεί μόλις στα δέκα μου χρόνια.
Βρέθηκα εδώ, στον τόπο των γονιών μου, σκληρός τόπος, όλοι μας το ζούμε καθημερινά. Στην αρχή δεν μου άρεσε, ήμουν σαν ένα τρομαγμένο πουλάκι που το πέταξαν στη φωλιά του και το ανάγκασαν να ζήσει στα αγκάθια. Δεν νιώθω σήμερα το ίδιο! Τον τόπο τον αγάπησα και χαίρομαι που έκανα την οικογένεια μου εδώ. »

  Απέναντι μου καθόταν ο Αρτέμης που μου άνοιγε την καρδιά του. Με τα ρούχα της δουλειάς, με τα παραπανίσια κιλά που του πρόσθεσε ο γάμος, με τις καθημερινές του έγνοιες. Με αργές κινήσεις ρουφούσε τον πρωινό καφέ του στο μοναδικό καφενείο του χωριού, παρέα με όσους συγχωριανούς του έμεναν πια σε αυτό. Εγώ, μετά από πολλά χρόνια επισκεπτόμουν το κλειστό πατρικό μου, ας όψεται το κτηματολόγιο με τους τίτλους και τα τοπογραφικά που έπρεπε να μαζέψουμε. Μόλις είχε απαντήσει στην ερώτηση μου γιατί έμεινε στο χωριό.

  Τον ήξερα τον Αρτέμη από το σχολείο, θυμάμαι όταν έφθασε στο χωριό με τους γονείς του και την αδελφή του, όμορφη πολύ φάνταζε στα μάτια μας τότε. Προσαρμόστηκε εύκολα, γρήγορα μπήκε στην παρέα μας, έμαθε τα χούγια μας, έγινε ένας από εμάς. Εμείς φύγαμε, ρίξαμε μαύρη πέτρα πίσω μας, αυτός έμεινε εκεί να φυλάει το χωριό που γεννηθήκαμε, μαζί με ελάχιστες ακόμα οικογένειες.

«Τι σου έχει μείνει από την πρώτη σου Πατρίδα; Νοσταλγείς κάτι; » είχα όρεξη για κουβέντα, το ραντεβού με τον μηχανικό μου ήταν προγραμματισμένο αργά το μεσημέρι. Μα κι εκείνος έδειχνε να μην βιάζεται. Ανακάθισε στην καρέκλα του, ήπιε μια ρουφηξιά από τον καφέ του, έπιασε ένα τσιγάρο στο χέρι, δεν το άναψε όμως, απλώς το έπαιζε ανάμεσα στα δάχτυλά του.

« Τι θυμάμαι; Λοιπόν , άκου τι έχει σφηνωθεί τώρα τελευταία στο μυαλό μου. Θυμήθηκα τον Τζον. Ένα παιδί που ερχόταν στο σπίτι μας κάθε Σάββατο, με την παραδουλεύτρα μας, την μάνα του. Μαύρος! Έτσι ζούσαμε εμείς οι λευκοί εκείνα τα χρόνια στα μέρη εκείνα. Ίσως να ήμασταν το πέντε τοις εκατό, αλλά όλον τον πλούτο του τόπου τον κουμάνταραν οι λευκοί. Εμείς ζούσαμε στα όμορφα σπίτια μας, με τις αυλές, τα γκαζόν και τις ψησταριές μας και οι ντόπιοι, οι μαύροι, έτσι τους φωνάζαμε, Μαύρους, έκαναν όλες τις δουλειές για εμάς. Τους πλήρωναν αλλά μην φαντάζεσαι τίποτα σπουδαίο. Ίσα ίσα για να φυτοζωούν.

Δεν έμεναν μαζί μας. Είχαν τα δικά τους χωριά, τα δικά τους σχολεία, τα δικά τους ιατρεία… απλώς δούλευαν για εμάς. Τι κόσμος κι εκείνος; Όλα τελείωσαν το 1980, όταν κέρδισαν την ανεξαρτησία τους. Ζιμπάμπουε την ονόμασαν την χώρα τους από τότε. Οι περισσότεροι λευκοί το έσκασαν σαν τα ποντίκια, αυτοί που έμειναν πίσω λένε ότι ζουν καλά. Δεν ξέρω για τους δικούς μας αλλά η χώρα δεν πάει καλά, φτώχια καταραμένη. Ως συνήθως αυτοί που έχουν χρήματα, ζουν παντού καλά!

»Λοιπόν… για τον Τζον ήθελα να σου πω. Ναι! Αυτός συνομήλικος μου ήταν, κάθε Σάββατο τον έφερνε η μάνα του μαζί της, στο σπίτι μας, Εκείνη έκανε τις δουλειές που της όριζαν κι ο Τζον περιφερόταν τριγύρω, χαζεύοντας τον κήπο μας. Εγώ τον πλησίασα πρώτος, γύρω στα πέντε πρέπει να ήμουν, δεν με είχαν ακουμπήσει ακόμα οι διαχωρισμοί που υπήρχαν γύρω μου, σε όλη την κοινωνία. Το επόμενο Σάββατο, έφερα και την μπάλα μου, παίξαμε αχόρταγα μέχρι την ώρα που τον πήρε η μητέρα του από το χέρι. Το επόμενο Σάββατο, πάλι τα ίδια. Για αν μην τα πολυλογώ, αυτό συνεχίστηκε για χρόνια. Κάθε Σάββατο, εγώ να περιμένω εκείνον κι εκείνος να δει εμένα.

Μια μέρα που έβρεχε, καθίσαμε στο δωμάτιο μου. Εκείνος, όλη τη ώρα κοίταζε ολόγυρα όλον τα πράγματα μου, τον δικό μου πλούτο, που για εκείνον μόνο στα δικά του όνειρα μπορούσε να υπάρξει. Ρούχα πεταμένα εδώ κι εκεί, παιχνίδια, τετράδια, βιβλία, χρώματα. Έβλεπε μα δεν ακουμπούσε. Κανόνας αυστηρός, που τον είχε μάθει από την μητέρα του. Φοβόταν να μην κατηγορηθεί για κάποια κλοπή και χάσει τη δουλειά της. Στον τοίχο ήταν κολλημένος ένας μεγάλος παγκόσμιος χάρτης. Τα κράτη ξεχώριζαν με τα πολύχρωμα χρώματα τους και ο πατέρα μου είχε βάλει μια μπλε πινέζα στη θέση της Ελλάδας. Ο Τζον εντυπωσιάστηκε από τον χάρτη.  Με ρώτησε τι ήταν αυτό με τα πολλά χρώματα και το μπλε να κυριαρχεί, που κρεμόταν στον τοίχο μου. Του εξήγησα , όσο μπορούσα κι εγώ, με τις γνώσεις και το λεξιλόγιο που είχα. Με απορία με ρώτησε αν υπάρχουν άνθρωποι σε αυτές τις άλλες χώρες. Υπάρχουν, του απάντησα και για να του το επιβεβαιώσω ανοίγω μπροστά του ένα τεύχος του National Geographic  και άρχισα να του δείχνω φωτογραφίες από άλλα κράτη. Κάπου εκεί είχα κι έναν τουριστικό οδηγό της Ελλάδας και συνέχισα την παράξενη ξενάγηση μου, ένας Θεός ήξερε τι του έλεγα. Αυτός ενθουσιάστηκε με τη θάλασσα και τα άσπρα κυκλαδίτικα σπίτια.

»Όταν μεγαλώσω, εκεί θέλω να πάω να φτιάξω ένα σπίτι, μου είπε. Γέλασα, και αναρωτήθηκα  γιατί να αφήσουμε την όμορφη πατρίδα που είχαμε εκεί. Πού να ήξερα; Εγώ, έφυγα άρον άρον από εκεί, χάσαμε και τα σπίτια και τους δουλειές και τις παραδουλεύτρες και την καλοπέραση μας. Στην αρχή μισούσα όποιον μου είχε στερήσει τον παράδεισο στον οποίο ζούσαμε μέχρι τότε. Τους Μαύρους και μαζί και τον Τζον. Τα τελευταία όμως χρόνια, που βλέπω τα δικά μου παιδιά να μεγαλώνουν, ευτυχισμένα θαρρώ είναι, δεν τους λείπει τίποτα, γι’  αυτό δουλεύουμε και οι δυο  γονείς τους, ο πόνος μου έχει μαλακώσει Και κάποιες φορές σκέφτομαι εκείνον τον Τζον. Τι να κάνει; Κέρδισε τη ζωή του; Έχει  οικογένεια, παιδιά; Ζει καλά; Έχει τοποθετήσει κι αυτός έναν χάρτη του κόσμου στο δωμάτιο των παιδιών και τους μιλά για τον κόσμο; Για την Ελλάδα και τα Κυκλαδονήσια που τόσο του έκαναν εντύπωση τότε; Άραγε, θυμάται τον μικρό, λευκό φίλο του, τον Αρτέμης, όπως με φώναζε; Ποιος ξέρει; »

Με τα τελευταία του λόγια, σηκώθηκε απότομα από τη θέση του, άφησε ένα ευρώ για τον καφέ, βγήκε από το καφενείο χαιρετώντας με κοφτά, μετανιωμένος ήδη για την εξομολόγηση του αυτή. Ούτε πρόλαβα να τον αντιχαιρετίσω.

Πηγή φωτογραφίας:   Pedro Luis Raota


Αυτή είναι η πρώτη μου συμμετοχή μου, στην Φωτο-Συγγραφικής Σκυτάλης που διοργανώνει 

η Μαίρη στην Γήινη Ματιά της (6ος γύρος). Πατώντας το link, μπορείτε να παρακολουθήσετε τις μέχρι τώρα συμμετοχές στην ιδιαίτερη αυτή σκυταλοδρομία. 

Με τη σειρά μου παραδίδω την παρακάτω φωτογραφία στον επόμενο “δρομέα” μας, τη Ρένα Χριστοδούλου, με τη συνοδευτική λέξη: Ποδηλάτης 


φωτογραφία: Δική μου 


Γεώργιος Βιζυηνός, ένας κλασσικός της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

  Την ευκαιρία για την σημερινή μου εγγραφή,  μου την έδωσε η ανάγνωση των διηγημάτων του Γεώργιου  Βιζυηνού στα πλαίσια της Λέσχης Ανάγνωση...