Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Κάποτε στη Γυνατού

  Τη θυμάμαι καλά εκείνη τη χρονιά. Τη θυμάμαι διότι θα ξεπερνούσα επιτέλους, την μέχρι τότε άρνηση των γονιών μου να ακολουθήσω την παρέα μου στη πανηγύρι της Γυνατούς. “ Είναι μακριά, θα κουραστείς, η στράτα είναι επικίνδυνη, δεν υπάρχει μέρος για να κοιμηθείς” ήταν τα επιχειρήματά τους.
  Κάθε χρόνο, την επομένη της εξόρμησης αυτής και για πολλές ημέρες ακόμα, άκουγα από τους φίλους μου, για ένα μονοπάτι, που σε κάποια σημεία του έχασκε ακριβώς δίπλα του ένας τεράστιος γκρεμνός, τον οποίο ήταν προτιμότερο να το περάσεις καβάλα πάνω σε κάποιο ζώο, το οποίο σίγουρα δεν θα έχανε τα βήματα του. Άκουγα για τις αυτοσχέδιες καλύβες που έφτιαχναν μέσα στα σκίνα για να κοιμηθούν, για την Κούφη που οι μεγαλύτεροι κοιμούνταν, για το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας, που το χωριό το θυμόταν κάθε Σεπτέμβρη. Μα κυρίως αυτό που συζητούσαν όλοι, ήταν ποιος είχε κατορθώσει να “πουδιάσει” τον άλλο, να του περάσει δηλαδή μια θηλιά στα πόδια την ώρα που κοιμόταν και να τον σύρει προς τα κάτω, προς την κατηφόρα που σχημάτιζε το έδαφος στη πλαγιά του βουνού, σίγουρα τρομάζοντας τον, μερικές φορές προκαλώντας του και κάποια τραύματα. Έτσι ήταν τότε. Ήμαστε σκληροί, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, γνωρίζαμε όμως ότι έτσι παιζόταν το παιχνίδι της ενηλικίωσης μας.
  Κάθε χρόνο κάκιωνα με τους δικούς μου, που μου αρνούνταν να συμμετάσχω σε αυτή την περιπέτεια, την οποία με τόσο ενθουσιασμό περιέγραφαν όλοι οι συνομήλικοι μου. Μέχρι εκείνη τη χρονιά! Την παραμονή των γενεθλίων της Παναγίας, μετά το μεσημεριανό φαγητό, ανέβηκα στο σπίτι του παππού, με ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο προμήθειες και μια βαριά κουβέρτα, για να δανειστώ τον γάιδαρό του. Από το καλοκαίρι τον είχα προετοιμάσει και δεν σήκωνα κουβέντα σε αυτό, ότι τον γάιδαρο θα τον έπαιρνα εκείνη τη χρονιά. Ένα ήρεμο, δυνατό ζώο το οποίο θα με μετέφερε ως εκεί με την παρέα μου. Ο παππούς μου φρόντισε να μου υπενθυμίσει όλα τα “χούδια” του ζώου, με βοήθησε στο σαμάρωμα, μου έδειξε πως θα το στερεώσω σωστά στο ζώο, φορτώσαμε τα πράγματα μου μαζί και λίγο άχυρο για το φαγητό του ζώου, μου ζήτησε να καρφώσω το καζίκι(1) του καλά, σε στέρεο έδαφος, μην τύχει και το σύρει τη νύχτα και τον ψάχνουμε την άλλη μέρα.
  Όταν τελείωσαν όλες οι συμβουλές, με αποχαιρέτησε με φανερή την αγωνία στο πρόσωπό του. Τον αποχαιρέτησα βιαστικά, καβάλησα το ταλαιπωρημένο από τη δουλειά τόσων χρόνων ζώο και κατέβηκα την κατηφόρα με τα τσιμεντένια σκαλιά προς την έξοδο του χωριού. Εκεί, περίμεναν και οι υπόλοιποι, όλοι καβάλα με τον παραδοσιακό τρόπο, γυρισμένοι προς τη μια μεριά του σκληρού σαμαριού, έτοιμοι να πηδήξουν κάτω όποτε η ανάγκη το έφερνε.
Και ξεκινήσαμε τη διαδρομή μας. Ένα εφηβικό καραβάνι, γεμάτο ορμή και νιάτα, το οποίο εκείνη την ώρα σήκωνε το βάρος, χωρίς να το ξέρει, της ιστορίας του χωριού μας. Θα πατούσαμε εκείνο το αρχαίο μονοπάτι, το οποίο ακολούθησαν οι πρόγονοι μας, πριν από χρόνια, για να φτάσουν στη σημερινή θέση του χωριού μας, μακριά από τη θάλασσα για να γλιτώσουν από τις επιδρομές των Σαρακηνών, που εξουσίαζαν τη Μεσόγειο. Η περιοχή των Εΰρων, αποτέλεσε για πολλά χρόνια ο ενδιάμεσος σταθμός σε αυτή τη διαδρομή τους. Σκληρός τόπος, η καλλιεργήσιμη γη λιγοστή και δυσκολοδούλευτη, μα είχε το πλεονέκτημα ότι ήταν αόρατη από τη θάλασσα. Μόνο από εκεί που βρισκόταν το εκκλησάκι της Παναγίας, μπορούσες να την δεις, κάτω, μακριά να αφρίζει τον περισσότερο καιρό.
  Περάσαμε από τα Κόνια, αφήσαμε τον αμαξιτό δρόμο και μπήκαμε στο χαραγμένο στην επιφάνεια του βουνού, μονοπάτι. Σε κάποια σημεία, εκεί που ο δρόμος πλάταινε ελάχιστα, γίνονταν τα προσπεράσματα. Τσιγκλώντας τα ζώα μας, προσπαθούσαμε να αιφνιδιάσουμε τον προπορευόμενο σε εμάς, περνώντας δίπλα του, τις περισσότερες φορές ακουμπώντας τον. Ευτυχώς τα ζώα μας, μαθημένα από τις όποιες απαιτήσεις των ιδιοκτητών τους, συνέχιζαν το σταθερό και σίγουρο βήμα τους.
Λίγο πιο κάτω βρίσκαμε τις κουμαριές. Ο θάμνος αυτός σκέπαζε όλη την πλαγιά, ίσα που διακρίνονταν οι πράσινοι καρποί του, οι οποίοι σε έναν μήνα θα κοκκίνιζαν. Στον μεγάλο πόλεμο, τότε που οι κάτοικοι του νησιού γνώρισαν την πείνα, όλοι είχαν γευτεί αυτό το δώρο της φύσης και μας περιέγραφαν με απίστευτη νοσταλγία τη γλυκύτητα των ώριμων καρπών.
Περάσαμε μία μία τις στεφανές(2) του βουνού, μέχρι που φτάσαμε στην κυλίστρα, ένα ελάχιστο κομμάτι δρόμου, χωμάτινο δίχως σταθερά πατήματα και τον γκρεμνό να χάσκει από κάτω μας. Όλοι μας σοβαρέψαμε, τα στόματα έκλεισαν, εμπιστευτήκαμε μόνο τα τέσσερα πόδια του ζώου μας, τα οποία από ένστικτο ήξεραν, πως να μας περάσουν με ασφάλεια. Από κει, πιάσαμε την κατηφόρα, περάσαμε το ρέμα, όπου ακόμα διακρίνονταν τα ερείπια κάποιων παλιών κατοικιών, τις οποίες η θαμνώδης βλάστηση της περιοχής, τα εξαφάνιζε σιγά σιγά. Και μετά από λίγο, ο δρόμος γινόταν πιο ομαλός, μέχρι που φτάσαμε στο στάβλο του Σταυράκη. Αυτός, μαζί με τη γυναίκα και τις κόρες του, έμενε μόνο, για να διαφεντεύει όλους τους γύρω βοσκότοπους. Σε ελάχιστα λεπτά, φτάσαμε στη μοναδική πηγή της περιοχής, το Ητσάλλι, σταματήσαμε ίσα ίσα για να ξεδιψάσουν τα ζώα και να συμπληρώσουμε με νερό τα παγούρια μας.
  Όταν φτάσαμε στην επόμενη στροφή του δρόμου, κάτω αντικρίσαμε το εκκλησάκι της Παναγίας της Γυνατούς, κάτασπρο, με τη μικρή του αυλή. Στη πλαγιά, πιο ψηλά, υπήρχε μια ελιά στην οποία κρεμόταν η καμπάνα και πίσω της η περίφημη “Κούφη”, ένα μονόχωρο κτίσμα στο οποίο μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ, κατάχαμα, κάποιοι από τους λίγους προσκυνητές. Κατεβήκαμε με τα ζώα μας, κατευθυνθήκαμε προς το ρέμα, ξεκαβαλικέψαμε, τα δέσαμε καλά για να μην μας φύγουν, τους δώσαμε το σανό που είχαμε φέρει μαζί, πήραμε τα πράγματα μας, πήραμε μαζί μας και τα σχοινιά για το φόρτωμα μην μας τα κλέψουν και κατευθυνθήκαμε προς το εκκλησάκι.    
  Μπαίνοντας, η ματιά μου σταμάτησε στο υπέρθυρο, όπου μας καλωσόριζε η αλλόκοτη, ανάγλυφη προσωπογραφία της Παναγίας. Ταλαιπωρημένη από τον χρόνο, έμεναν να φαίνονται αδρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της με τη κορώνα στα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της. Ή μήπως δεν ήταν η Παναγία αλλά κάποια πριγκιποπούλα της περιοχής, από εκείνα τα χρόνια τα παλιά, που η περιοχή κατοικούνταν; Βιαστικά ανάψαμε κερί, προσκυνήσαμε την εικόνα και βγήκαμε έξω. Περπατήσαμε την περιοχή για να βρούμε κάποιο μεγάλο σκίνο για να κοιμηθούμε στο εσωτερικό του. Το μαλακό χώμα της ρίζας του, θα ήταν το στρώμα μας για εκείνο το βράδυ. Λίγο, πιο κάτω βρήκαμε ένα που το θεωρήσαμε κατάλληλο. Με ένα κλαδευτήρι κόψαμε κάποια από τα κλαδιά του μέχρι να σχηματιστεί ένα κούφωμα στο εσωτερικό του. Τρία άτομα χωρούσαμε άνετα. Αφού τακτοποιηθήκαμε, επιστρέψαμε στη αυλή της εκκλησίας περιμένοντας τον παπά. Οι παλαιότεροι έλεγαν ιστορίες που θυμούνταν για την περιοχή, για τις καλλιέργειες που κάποιοι έκαναν στις γύρω περιοχές στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Κάποιος θυμήθηκε την περίφημη ιστορία του Καταχανά(3), που εμφανίστηκε αν και νεκρός στα μέρη αυτά, αργά τη νύχτα, προσπαθώντας να πάρει μαζί του στον άλλο κόσμο τον κουμπάρο του. Είπε ψέματα, ότι έπρεπε να τον ακολουθήσει στο χωριό, διότι η γυναίκα του ήταν άρρωστη σοβαρά. Στο δρόμο έκανε ότι ήταν δυνατόν για να τον γκρεμοτσακίσει στις απότομες εκείνες πλαγιές, η αναμμένη δάδα όμως που κρατούσε τον έσωσε.  Όταν έφτασε στο χωριό και έμαθε ότι ο αγαπημένος του κουμπάρος και φίλος είχε θαφτεί από την προηγούμενη ημέρα, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, η οποία τον συντρόφευε σε όλη τη ζωή του μέχρι που πέθανε. Κάποιος άλλος έλεγε για το κατόρθωμα του, να φύγει μέσα στο βαθύ σκοτάδι, με έναν φακό μόνο, να πάει στο κοντινό χωριό, να αγοράσει ποτό και να γυρίσει για να συνεχιστεί το γλέντι τους. Και κάποιοι άλλοι, προσπαθούσαν να πιάσουν στο τρανζιστοράκι(4) που είχαν, την αναμετάδοση του πρωταθλήματος που άρχιζε εκείνη την ημέρα.
  Εκεί και ο Σταυράκης, θηριώδης, χαμογελαστός, χαρούμενος που εκείνη τη βραδιά χανόταν επιτέλους η ατέλειωτη ησυχία που σκέπαζε όλο το χρόνο την περιοχή. Στις γύρω πλαγιές θα αντιλαλούσαν οι φωνές μας και τα γέλια μας, ο ήχος της λύρας και οι μαντινάδες. Οι κουτάλες ήδη κτυπούσαν στα καζάνια που ετοίμαζαν το φαγητό και το κτύπημα της καμπάνας επιτέλους, θα σήμαινε την ώρα για τον εσπερινό. Ήταν ο οικοδεσπότης μας, ο οποίος όμως διακριτικά χανόταν πίσω απ΄ όλους τους άλλους, τον έφτανε που μας έβλεπε εκεί στη χάρη της χαμένης στη μοναξιά, συντρόφισσας του, της Παναγίας της Γυνατού. Με το σκοτείνιασμα έφτασε κι ο παπάς, ο οποίος περίμενε να πέσει η κάψα της ημέρας για να ξεκινήσει από το χωριό, μιας και πάντα τη διαδρομή την έκανε με τα πόδια. Τότε άναβαν τα λουξ(5), ο χώρος φωτιζόταν σαν να ΄ταν ημέρα, εκτός από το εκκλησάκι μέσα, όπου το μόνο φως που επιτρεπόταν ήταν αυτό από τα κεριά και το καντήλι. 
Ο εσπερινός άρχισε, κάπως ησυχάσαμε, μα όλοι μας βιαζόμασταν να τελειώσει, μιας κι αυτό που μας ένοιαζε περισσότερο ήταν να σερβιριστεί το φαγητό, που μαγειρευόταν στην άκρη της αυλής και το οποίο από ώρα μας έσπαγε τη μύτη. Κατσικάκι κοκκινιστό με πιλάφι. Και μόνο γι αυτό το πιάτο άξιζε ο κόπος να βρεθείς εκεί. Συγχρόνως ακούστηκαν και οι πρώτες δοξαριές και στον τόπο απλώθηκε η γλυκιά μελωδία της λύρας. Νόμιζες ότι το όργανο αυτό ήταν φτιαγμένο ειδικά για κάτι τέτοιες βραδιές. Τα πατήματα στο όργανο ακολουθούσαν τους αιώνες και έφταναν ως εμάς, που παρακολουθούσαμε μην έχοντας την άδεια να σταθούμε δίπλα στους γλεντιστάδες του χωριού. Οι μαντινάδες τους μιλούσαν για όλα όσα απασχολούσαν τους ανθρώπους τότε. Τα μικρά για μας που κρατούσαμε τις αποστάσεις από τις παραδόσεις μα τα πολύ μεγάλα για εκείνους τους απλούς ανθρώπους, που είχαν χορτάσει από όνειρα και βιοπάλη.
  Αργά, μετά τα  μεσάνυχτα, σιγά σιγά όλοι πήγαμε για ύπνο. Στην Κούφη οι μεγαλύτεροι, οι γυναίκες είχαν καταλάβει το εσωτερικό του ναΐσκου και εμείς, οι νεολαίοι προσπαθούσαμε να βολευτούμε στις αυτοσχέδιες καλύβες μας. Με το ένα μάτι ανοιχτό λαγοκοιμόμασταν, τυλιγμένοι μέσα στις κουβέρτες, προσπαθώντας να γλυτώσουμε από την αφόρητη υγρασία της περιοχής και το “πούδιασμα”. Ο ύπνος μας πήρε ελάχιστες ώρες πριν το χάραμα, όταν πια όλοι είχαν ησυχάσει από την ολονύχτια προσπάθεια των πιο τολμηρών, να βρουν κάποιον, που μην αντέχοντας την κούραση της ημέρας τον είχε πάρει ο ύπνος κι έτσι να μπορέσουν να του δέσουν τα πόδια και να τον σύρουν, τρομάζοντας τον στον ύπνο, μέσα σε γέλια από τη μία και βρισίδια από την άλλη.
  Ξυπνήσαμε μην έχοντας προλάβει καλά καλά να ξεκουραστούμε, με τον ήχο της καμπάνας που κτυπούσε ο παπάς για την πρωινή λειτουργία. Σηκωθήκαμε με δυσκολία, μαζέψαμε τα πράγματα μας, πήγαμε να δούμε αν το ζωντανό μας ήταν στη θέση που τα αφήσαμε την προηγούμενη, το φορτώσαμε και το φέραμε πιο κοντά, προς το εκκλησάκι. Μέχρι να τα κάνουμε αυτά, η λειτουργία τελείωνε, ίσα που προλάβαμε το Ευαγγέλιο. Με το “Δι' ευχών των Αγίων” και το μοίρασμα του άρτου, εγκαταλείψαμε το χώρο με τη σιγουριά ότι και του χρόνου θα ήμασταν και πάλι εκεί.
Και πράγματι, ήμουν πιστός στο ετήσιο προσκύνημα στη Γυνατού μέχρι που έφυγα για φοιτητής.
Εκείνη τη χρονιά, με ένα καλοκαίρι που το θυμάμαι ακόμα, γεμάτο αγωνία περιμένοντας τα αποτελέσματα εισαγωγής στις σχολές, τα οποία έβγαιναν αργά, μέσα στον Οκτώβριο, έμεινα πίσω, δεν ακολούθησα τη συντροφιά μου. Επίτηδες έμεινα πίσω για να έχω τη ησυχία μου και να μπορέσω να φωτογραφήσω το τοπίο με το πρωινό φως. Κρατούσα στα χέρια μου, τη φωτογραφική μηχανή του πατέρα μου την οποία είχα οικειοπηθεί από πολύ νωρίς, μια γερμανική Agfa της δεκαετίας του 50 και άφησα το ζώο να με οδηγήσει πίσω στο χωριό, σίγουρος ότι θα έβρισκε τα χθεσινά του χνάρια. Μα δεν έγινε έτσι. Πολύ γρήγορα ξεστράτισε και μέχρι να το καταλάβω, βρέθηκα να περιπλανιέμαι στη δυτική πλευρά του βουνού. Η θάλασσα φαινόταν βαθιά κάτω, εγώ όμως κανονικά, δεν θα έπρεπε να τη βλέπω. Ξεπέζεψα, προσπάθησα να διακρίνω το δρόμο, που με είχε φέρει μέχρις εκεί αλλά ο τόπος ήταν γεμάτος στενούς κατσικόδρομους, που όλοι μου φαίνονταν γνώριμοι. Ακολούθησα κάποιον με έβγαλε σε αδιέξοδο. Έπιασα έναν δεύτερο τίποτα. Έναν τρίτο, και πάλι αδιέξοδο. Σταμάτησα. Παρατήρησα το μέρος όσο καλύτερα μπορούσα. Γρήγορα κατάλαβα ότι ουσιαστικά είχα χαθεί, σίγουρα βρισκόμουν κοντά στο μονοπάτι, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω κάποιο σημάδι που θα με οδηγούσε προς αυτό. Όλη η πλαγιά με τα διάσπαρτα, κυρτωμένα από τον αέρα πεύκα, δίχως κανένα ίχνος ανθρώπινης παρέμβασης μου ήταν τελείως άγνωστη. Στάθηκα, μελετώντας ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση μου, με αγωνία και φόβο μαζί, μέχρι που μια φωνή, γυναικεία φωνή, ακούστηκε για να με κατευθύνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Σε ελάχιστα λεπτά είχα ξαναβρεί το μονοπάτι, το ακολούθησα μέχρι το χωριό, μην τολμώντας να αφήσω την προσοχή μου από το δρόμο που ακολουθούσε ο γάιδαρός μας.
Δεν ήμασταν πολλοί στην περιοχή, εκείνη την ημέρα. Καμιά από τις λίγες γυναίκες του χωριού, που ήταν εκεί, δεν ήξερε τίποτα. Οι μεγαλύτεροι, με απόλυτη σιγουριά, θεώρησαν ότι η Παναγία έκανε ένα ακόμα από τα θαύματα της. Όσο για μένα, δεν έχω απάντηση. Θα μου άρεσε όμως, να ήταν η Παναγία. Η οποία μας ακολούθησε, ευχαριστημένη που για ένα βράδυ ήμασταν στο σπίτι της, που την θυμηθήκαμε, της κάναμε παρέα, ζωντανέψαμε την περιοχή των προγόνων μας. Μας ακολούθησε λυπημένη που την αφήναμε και πάλι μόνη, στο έρημο βουνό στο οποίο ακόμα και οι κυνηγοί με δυσκολία έφταναν, ως την επόμενη χρονιά. Ή μήπως ήταν εκείνη η πριγκιποπούλα της περιοχής, που με τα μαλλιά ξέπλεκα στους ώμους της, αλλαφροΐσκιωτη από κάποιον χαμένο έρωτα, έτρεχε στις γύρω πλαγιές, μέχρις που με συνάντησε και αποφάσισε να με γλυτώσει από την ταλαιπωρία. 
.........................................................................................................................
Γρήγορα όλα άλλαξαν. Τα μονοπάτια χάθηκαν και έγιναν αυτοκινητόδρομοι. Τι έγκλημα κι αυτό; Στη χάρη της Παναγίας, μαζεύεται πια τόσος κόσμος, που οι επίτροποι της εκκλησίας μεγάλωσαν την αυλή, γκρέμισαν την Κούφη, έφτιαξαν πλατείες για να παρκάρουν τα αυτοκίνητα, έφεραν γεννήτριες για να φωτιστεί ο χώρος, έφεραν και ενισχυτές που σκληραίνουν τον ήχο των οργάνων.
Και η Δημοτική αρχή του νησιού, ανιστόρητη ως συνήθως, λίγα μέτρα πιο πέρα από το προσκύνημα του χωριού μας, τοποθετεί τον σκουπιδότοπο του νησιού. Τον οποίο επιπλέον αφήνει στην μοίρα του, αδιαφορώντας για τα κάθε είδους απορρίμματα, που βρομίζουν όλη την περιοχή.
Πρόοδο το λένε αυτό σήμερα, άλλοι πιο συγκαταβατικοί τα θεωρούν όλα αυτά αναγκαίο κακό, κάποιοι άλλοι πιο ρομαντικοί, όπως του ελλόγου μου, πάντα θα αναρωτιούνται αν ήταν αναγκαία όλα αυτά;
      Κι εγώ; Νοσταλγώ εκείνα τα χρόνια, τυχερή τη γενιά μου, που τα έζησε, χρόνια διαφορετικά... μα εκείνο που κυρίως νοσταλγώ είναι τα νιάτα μας και την ανεμελιά μας. Ωραία χρόνια!

(1) σιδερένιο παλούκι, με ένα κρίκο το οποίο κάρφωναν στη γη για να δέσουν το σχοινί που κρατούσε το ζώο
(2) οι απόκρημνες πλαγιές του βουνού
(3) βρυκόλακας
(4) μικρό ραδιόφωνο της εποχής
(5) ισχυρό φωτιστικό που έκαιγε πετρέλαιο σε πίεση

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

Το καταραμένο πεύκο....

 




Και μετά από δεκαετίες ολόκληρες δασικών πυρκαγιών στη χώρα μας, με ανθρώπινα θύματα για πολλοστή φορά (Ικαρία 1993, Πελοπόννησος 2007, Μάτι 2018 ), ξαφνικά ανακαλύψαμε τον φταίχτη. Το πεύκο. Το καταραμένο πεύκο, όπως το χαρακτήρισε κάποιος πυροσβέστης από την τηλεοπτική οθόνη. Κι άρχισαν αμέσως και άλλοι να πιπιλίζουν την καραμέλα, ότι εγκληματούμε όταν αναδασώνουμε μια περιοχή με πεύκα, ενώ υπάρχουν άλλα δέντρα τα οποία έχουν αντιπυρικές ιδιότητες. Επικαλούνται τον αείμνηστο καθηγητή οικολογίας, το Νίκο Μάργαρη, ότι θα πρέπει να αφήνουμε τη φύση να αντιδρά μόνη της και όχι να αναδασώνουμε μια περιοχή εμείς οι άνθρωποι. Έχει κάποιος την εντύπωση ότι στις πολλές χιλιάδες στρεμμάτων δασών που καίγονται κάθε χρόνο, γίνεται αναδάσωση; Η φύση φροντίζει, αλλού εύκολα, αλλού δύσκολα να επαναφέρει την κατάσταση. Αναδασώσεις γίνονται, κυρίως, εκεί απ΄ όπου η φωτιά πέρασε πολλές φορές και η φυσική αναγέννηση του περιβάλλοντος καθίσταται δύσκολη.

Το πεύκο είναι ενδημικό είδος, απόλυτα προσαρμοσμένο στο κλίμα της μεσογείου και φυτρώνει έτσι κι αλλιώς δίχως τη βοήθεια μας. Είναι καταδικασμένο να καεί κάποια μέρα, όποιος έχει στοιχειωδώς περπατήσει μέσα σε πευκοδάσος και έχει παρατηρήσει το έδαφος γεμάτο πευκοβελόνες και τα χαμηλά ξεραμένα κλαδιά του, σε συνδυασμό με τη ρητίνη που τρέχει απ΄τον κορμό των δέντρων, καταλαβαίνει τι λέω. Κάποιοι προτείνουν να φυτεύουμε σκίνα, κισσούς, πλατάνια, βελανιδιές... από πανεπιστημιακούς τα άκουσα (!), προτάσεις που δείχνουν πόσο άσχετοι είναι με το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας μας. Μπορεί να γεμίσει η Αττική πλατάνια; Γιατί άραγε δεν υπάρχουν; ( τα πλατάνι ως γνωστό είναι υδροχαρές φυτό ). Μπορείτε πάλι να φανταστείτε ένα δάσος από σκίνα ή κισσούς;
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να ανακηρύξουμε το πεύκο ως εχθρό μας αλλά να αντιληφθούμε ότι εμείς οι άνθρωποι πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί με το πευκοδάσος, αυτή τη ευλογία της πατρίδας μας. Όχι μέσα στο δάσος αλλά μαζί με το δάσος. Το δάσος θέλει το δικό του χώρο και οι οικισμοί τον δικό τους. Δεν γίνεται να κτίζουμε μέσα στο δάσος ( καταπατώντας το, με την ανοχή της πολιτείας μας ) και στη συνέχεια να το ανακηρύσσουμε ως εχθρό μας, ενώ μέχρι χθες αισθανόμαστε υπερήφανοι που απολαμβάναμε την ομορφιά και τη δροσιά του.
  Δυστυχώς, ο σύγχρονος αστικός πληθυσμός, έχει χάσει την επαφή του, με τη λειτουργία της φύσης.  Ιδιαίτερα εκεί όπου ο άνθρωπος, πρέπει να συμβιώσει με το δάσος. Το δάσος θέλει διαχείριση. Καθάρισμα, κόψιμο των γερασμένων δέντρων κλπ. Και εδώ αρχίζουν οι πολιτικές ευθύνες:

Δασική υπηρεσία: Την έχει αφήσει το κράτος μας στη τύχη της. Όταν το 20% του εδάφους της πατρίδας μας είναι δασικό, πηγή πλούτου εκτός από ομορφιάς, η δασικές υπηρεσίες της πατρίδας μας είναι ουσιαστικά διαλυμένες.
 Δασοπυρόσβεση: Καλύτερα να μιλάμε για πρόληψη. Πόσα χρόνια έχουν να γίνουν αντιπυρικές ζώνες ή να καθαριστούν οι υπάρχουσες;
 Αυθαίρετοι οικισμοί: Οι οποίοι πρώτα κτίζονται κατά τη βούληση των αυθαιρετούχων και εκ των υστέρων νομιμοποιούνται, χωρίς τις στοιχειώδεις προβλέψεις ενός οικισμού. Μια πλατεία για παράδειγμα. *
 Σχέδιο Ξενοκράτης, ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατά κύριο λόγο. Εδώ αρχίζει ο φόβος, για όποιον αντιλαμβάνεται λίγο τα πράγματα. Δήμοι και περιφέρειες υποστελεχωμένες, δίχως ειδικούς, με ανύπαρκτους μηχανισμούς, που περιμένουν μια οποιαδήποτε εντολή απ΄το Δήμαρχο, ο οποίος μπορεί να λείπει την κρίσιμη στιγμή, με υπεύθυνους πολιτικής προστασίας ανθρώπους άσχετους τις περισσότερες φορές, δίχως σχέδια δοκιμασμένα για κάθε δυσμενή κατάσταση, δίχως τις αναγκαίες υποδομές. Σχέδιο Ξενοκράτης, εν πολλοίς προβληματικό, με μοίρασμα σε πολλές διαφορετικές υπηρεσίες αρμοδιοτήτων, ψάχνοντας τον υπεύθυνο στην κρίσιμη στιγμή, δίχως διάθεση διόρθωσης των σοβαρών αδυναμιών του.
Πώς πήραν οικοδομική άδεια, τα άνω οικήματα;
Διότι νερό και ρεύμα κάποιος τους έδωσε!
Στο Μάτι μας λένε δεν δόθηκε εντολή εκκένωσης. Έστω αν δινόταν, με ποιον τρόπο οι δύο εμπλεκόμενοι Δήμοι, θα μπορούσαν να ειδοποιήσουν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους; Εδώ μια καμπάνα εκκλησίας, σίγουρα υπάρχει, δεν κτύπησε με εκείνον τον δαιμονισμένο τρόπο, που ειδοποιεί ότι έχουμε φωτιά. Αλλά μάλλον αυτά είναι άγνωστα στους σημερινούς αστούς.
 Κλιματική αλλαγή: Είναι εδώ και όποιος την αγνοεί απλώς εθελοτυφλεί. Και δεν μιλώ για τον απλό πολίτη αυτής της χώρας. Μιλώ για τις πολιτικές ηγεσίες, που έχουν την ευθύνη να υπολογίσουν πια, αυτή τη σοβαρότατη παράμετρο στους όποιους σχεδιασμούς τους.
Κυβέρνηση και πολιτικοί: Ανευθυνο-υπεύθυνοι, έρχονται εκ των υστέρων να μοιράζουν επιδόματα, χαμένοι στην αδυναμία τους την ώρα της κρίσης, υποσχόμενοι ότι θα τα αλλάξουν όλα. 25 χρόνια, τουλάχιστον, καιγόμαστε και αυτοί στο ίδιο μοτίβο.... νομιμοποίηση αυθαιρέτων, αδυναμία ( μάλλον ηθελημένη) επιβολής του νόμου στις εξόφθαλμες οικιστικές παρανομίες.

Τέλος, για τρίτη φορά, μετράμε ανθρώπινα θύματα, από πυρκαγιές την τελευταία 25/ετία. Κάθε φορά και περισσότερα. Επιτέλους, πιστεύω, έφτασε η ώρα, η πολιτεία μας, αυτή που μας έχει απογοητεύσει για πολλοστή φορά, να αναλάβει τις ευθύνες της και να φροντίσει να διορθωθούν τα κακώς κείμενα.
  Και ένα τελευταίο, οι κατασκηνώσεις και το Λύρειο ίδρυμα, με παιδιά και γέροντες, φρόντισαν και εκκένωσαν τις εγκαταστάσεις τους έγκαιρα. Πιστεύω, διότι συναισθάνονταν την ευθύνη τους έναντι των φιλοξενούμενων τους. Την ίδια ευθύνη, δυστυχώς, δεν επέδειξαν όλοι οι εμπλεκόμενοι στη διαχείριση της κρίσης εκείνης της Δευτέρας (23-7-18). Και υπάρχουν ευθύνες εδώ και πρέπει να αποδοθούν. Αλλαγή της κρατικής νοοτροπίας και απόδοση ευθυνών. Στο όνομα των θυμάτων, στο όνομα των συγγενών τους, στο όνομα όλων των πολιτών αυτής της χώρας.
 * Την ανευθυνότητα των πολιτών πρέπει να τη "θεραπεύει" το κράτος, όχι τα την επιβραβεύει....

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Ταξίδι δρόμου ( Ιταλία, Σλοβενία και Σερβία ) Εντυπώσεις- Florence, Rome, Ljubljana, Beograd ( Μέρος Β' )

  Το πέρασμα μας από την Ιταλία στη Σλοβενία, έγινε με τρόπο που ούτε το καταλάβαμε. Ευτυχώς και το gps και μας ειδοποίησε ότι αλλάζουμε σύνορα. Αυτό είναι που λέμε πραγματικά ανοιχτά σύνορα. Ούτε φυλάκια, ούτε μπάρες, μόνο η αλλαγή της Γλώσσας στις πινακίδες.
Λιουμπλιάνα, παρά την όχθη
Εδώ τα διόδια πληρώνονται με μια βινιέτα κόστους 16 ευρώ ( ισχύος μιας εβδομάδας ), την οποία υποχρεωτικά κολλάς στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου σου. Ακριβά μεν αλλά κι εδώ το οδόστρωμα σε τέλεια κατάσταση. Τα χωριά βρίσκονται πολύ κοντά στον αυτοκινητόδρομο, θυμίζουν έντονα Αυστρία, γραφικά, όμορφα πνιγμένα μέσα στο πράσινο. Από εδώ και κάτω, ως την Ελλάδα, βενζίνα βάζεις μόνος σου, στο αυτοκίνητο και πληρώνεις στο ταμείο. Η Σλοβενία έχει το Ευρώ και αυτό σε διευκολύνει αρκετά.
  Νωρίς το απόγευμα φτάσαμε στη Λιουμπλιάνα, ξεκουραστήκαμε λίγο και κατεβήκαμε για να επισκεφθούμε το ιστορικό κέντρο της πόλης. Την πόλη διασχίζει ο ποταμός Λιουμπλάνικα και παράλληλα με αυτόν εκτείνεται η παλιά πόλη.
Παρόχθιος πεζόδρομος, στο βάθος το Φραγκισκιανό Μοναστήρι
Πάνω της, υψώνεται το παλιό κάστρο της πόλης. Το ιστορικό κέντρο αποτελείται από τέσσερις παράλληλους δρόμους προς το ποτάμι και αρκετούς κάθετους και φυσικά τα πολλά γεφυράκια που ενώνουν τις δύο όχθες. Πιο γνωστές η γέφυρα του Δράκου και η τριπλή γέφυρα. Το ιστορικό κέντρο αποτελεί έναν τεράστιο πεζόδρομο, που κάνει το περίπατο σου ακόμα πιο όμορφο. Όλα τα μαγαζάκια γεμάτα κόσμο, πολλά εστιατόρια, μπαράκια, καφετέριες στις όχθες του ποταμού και τους άλλους δρόμους, γεμάτους κόσμο, κυρίως νέο κόσμο, πέρα από τους τουρίστες, κυρίως Ιταλούς που είδαμε. Αρκετές μικρές μπάντες έπαιζαν μουσική σε διάφορες γωνιές της πόλης ενώ τα περισσότερα μαγαζιά δεν είχαν μουσική ή αυτά που είχαν σε απόλυτα διακριτικά όρια. Περπατήσαμε αρκετά στην πόλη, θαυμάσαμε την αρχιτεκτονική των κτιρίων, την καθαριότητα της πόλης ( κι εδώ, όπως και στο κέντρο της Φλωρεντίας, κάδοι σκουπιδιών δεν υπάρχουν, παρά μόνο βυθιζόμενοι κάδοι ανακύκλωσης ), την απόλυτη αίσθηση μιας πόλης που σέβεται τον πολίτη της και αυτός σέβεται την πόλη του.
 ποταμός Λιουμπλάνικα
Μα και το νέο κομμάτι της πόλης, τακτοποιημένο, καθαρό, με ελάχιστη κίνηση, με σαφείς κανόνες και για τους πεζούς και για τα οχήματα, πολλά ποδήλατα, με λίγα λόγια μου έδωσε την αίσθηση μιας ανθρώπινης πόλης. Για φαγητό κυριαρχούν τα κρεατικά, τα οποία όλα όσα δοκιμάσαμε ήταν πολύ νόστιμα και οι τιμές πια είναι πιο κανονικές, σε σχέση με την Ιταλία. Αν μπορούσα να ξέρω εκ των προτέρων, πόσο θα μας άρεσε, η Λιουμπλιάνα, πιθανότατα θα κανόνιζα, να μέναμε εκεί για δυο βράδια.
 Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε για τον επόμενο προορισμό μας, το Βελιγράδι. Διασχίσαμε τη Σλοβενία, μπήκαμε στη Κροατία, τυπικός και γρήγορος ο έλεγχος στα σύνορα. Για διόδια, λίγο μετά τη είσοδο, πληρώνεις 1,5 ευρώ και μετά από λίγο εφαρμόζεται το ίδιο σύστημα με την Ιταλία, παίρνεις μια απόδειξη εισόδου την οποία εξαργυρώνεις όταν εξέρχεσαι από την εθνική τους, με κόστος περίπου 30 ευρώ ή 220 kuna. Όλες οι επόμενες χώρες που διασχίσαμε έχουν τα δικά τους νομίσματα. Το οδόστρωμα καλό, όχι όμως τόσο όσο των προηγούμενων χωρών. Για να πω την αλήθεια, διασχίζοντας την Κροατία, το τοπίο δεν μου έκανε την ίδια εντύπωση όπως τη Σλοβενία, μια και το ορεινό, καταπράσινο τοπίο της Σλοβενίας, παραχώρησε τη θέση του σε μια απέραντη πεδινή έκταση, δίχως τις εναλλαγές που χρειάζεται το μάτι σου για να ξεκουράζεται. Τα λίγα χωριά, που μπορούσαμε να διακρίνουμε, δεν είχαν τίποτα από την ομορφιά αυτών της Σλοβενίας. Πραγματικά απόρησα, πως μπόρεσε η Σλοβενία, να παραμένει για τόσο μεγάλο διάστημα, μέσα στην πρώην Γιουγκοσλαβία, μιας που οι διαφορές της με τις άλλες περιοχές ήταν τεράστιες. Σίγουρα κάποια από εκείνα τα περίεργα τερτίπια της ιστορίας ευθύνονται, που δεν δίνουν ποτέ λογαριασμό στους λαούς του κόσμου.
 
Σερβία... αλλά Τέμπη. Κατά μήκος του ποταμού Νίσαβα
Η είσοδος μας στη Σερβία, έγινε κι εδώ πολύ γρήγορα, με έναν τυπικό έλεγχο δίχως καμιά ταλαιπωρία. Στη Σερβία πληρώνεις τα διόδια με απόδειξη την οποία εξαργυρώνεις όταν εξέρχεσαι από τη χώρα. Πολύ φτηνά τα διόδια της, συνολικά για να διασχίσουμε τη χώρα μας κόστισε 9 ευρώ, αλλά με ένα άθλιο οδόστρωμα, κυρίως στο βόρειο τμήμα της, κι ένα δρόμο στα νότια, μετά τη Νις, κατά μήκους του ποταμού Νίσαβα, παλαιού τύπου. Μείναμε ένα βράδυ στο Βελιγράδι, προλάβαμε όμως να πάρουμε μια καλή γεύση από την πόλη.
Πλατεία Δημοκρατίας - Βελιγράδι
Μια Βαλκανική μεγαλούπολη, με απίστευτη κίνηση στους δρόμους και με ιδιότροπα φανάρια... ( Η δεξιά στροφή ανάβει πράσινο συγχρόνως με το πράσινο του πεζού, προτεραιότητα φυσικά έχει ο πεζός, άντε όμως να το συνηθίσεις ). Περπατήσαμε κι εδώ αρκετά, όπως σε κάθε πόλη που επισκεφθήκαμε. Κυρίως στους δύο πεζόδρομους, που έχει. Στην παλιά γειτονιά της οδού Skadarska, με το χοντρό βότσαλο και τα πολλά εστιατόρια, που το βράδυ μουσικοί ντυμένοι με παραδοσιακές στολές, παίζουν φολκλορική μουσική. Όμορφη γειτονιά, όχι όμως τόσο του γούστου μου, ήταν εμφανές  ότι όλα λειτουργούσαν για τον ξένο τουρίστα. Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε για για την πολύβουη πλατεία Δημοκρατίας και τον άλλο πεζόδρομο της πόλης της οδού Kneza Mihaila.
Άποψη του Δούναβη απ΄το κάστρο της πόλης.
Εδώ φαίνεται η σύγχρονη όψη της πόλης, χιλιάδες κόσμου που κάνει τη βόλτα του ή κάθεται στις πάμπολλες καφετέριες που βρίσκονται παντού. Δυνατή μουσική παντού, φασαρία, σίγουρα θύμιζε Ελλάδα ή όλη κατάσταση. Υπήρχαν αρκετά ωραία παλιά κτίρια μαζί με νέα, σύγχρονα, που όλα μαζί κτίζουν σιγά σιγά τη σύγχρονη όψη της Σερβίας. Από εκεί βρεθήκαμε στο παλιό φρούριο της πόλης. Στη είσοδο του βλέπεις καταρχήν ένα πάρκο Δεινοσαύρων, το οποίο σίγουρα θα εντυπωσιάζει τα παιδιά και λίγο παρακάτω, δεξιά κι αριστερά, παρατεταγμένα διαφόρων ειδών οπλικά συστήματα, από πολυβόλα και τανκς του Β' Παγκόσμιου πολέμου ως μια συστοιχία πυραύλων. Εσωτερικά το φρούριο, είναι περιποιημένο, καθαρό και ήσυχο, μα αυτό που αξίζει πραγματικά είναι θέα του Δούναβη από ψηλά. Ο ποταμός που διασχίζει την πόλη, εδώ στις τελευταίες αχτίνες του ήλιου ( είχε αρχίσει πια να πέφτει ο ήλιος ), είχε μια όψη που ενέπνεε μια ήρεμη δύναμη. Στην επιστροφή μας, προς το ξενοδοχείο, καθίσαμε σε μια καφετέρια κοντά στην πλατεία Δημοκρατίας, "χαζέψαμε" την όλη κίνηση, σε συνδυασμό με τις μουσικές που μπερδεύονταν από τα διπλανά καταστήματα, επιστρέφαμε πια στα Βαλκάνια.....
Στα στενά της Φλωρεντίας
Τελευταία μέρα του ταξιδιού μας, ξεκινήσαμε πρωί, έπρεπε να διασχίσουμε την Σερβία, να μπούμε τη Βουλγαρία ( πύλη εισόδου στην Ε.Ε. )και αργά το απόγευμα υπολογίζαμε ότι θα φτάναμε στο σπίτι μας. Η είσοδος μας στη Βουλγαρία, δεν ήταν και τόσο εύκολη. Κάναμε μιάμιση ώρα να περάσουμε τα σύνορα και πάλι ευχαριστημένοι θα έπρεπε να είμαστε,μαθαίνοντας ότι την επομένη υπήρχε αναμονή ως και έξι ώρες. Είναι εποχή που κατεβαίνουν οι Τούρκοι από τη Γερμανία για να επισκεφτούν την πατρίδα τους από τη μια και και από την άλλη, όπως φαίνεται οι έλεγχοι στα σύνορα έχουν γίνει πιο αυστηροί. Η Βουλγάρα αστυνομικός, όταν έφτασε επιτέλους η ώρα μας, μέχρι και face control, μας έκανε. Μπαίνοντας στη χώρα αγοράσαμε τη βινιέτα αξίας 8 ευρώ την οποία κολλήσαμε αμέσως στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου μας και ξεκινήσαμε, προσέχοντας και τις πινακίδες και τα όρια, μιας και γνώριζα, ότι οι Βούλγαροι ψάχνουν ευκαιρία για να σε γράψουν. Πηγαίνω αργά, κάποια στιγμή ανοίγει ο δρόμος, μονή διακεκομμένη γραμμή κάτω, κάνω μια προσπέραση ένα αυτοκίνητο και με σταματάνε λίγο παρακάτω.
Ρώμη
Δύο αστυνόμοι, τους δίνω άδεις κλπ, μου ανοίγουν ένα βιβλίο και μου δείχνουν την πινακίδα της παράνομης προσπέρασης. Προσπαθώ να τους εξηγήσω, αγγλικά κανένας τους δεν μιλά, μου κόβει ηλεκτρονικά το πρόστιμο, 38 λέβα ( περίπου 20 ευρώ ), το οποίο πρέπει να πληρωθεί σε κάποια Βουλγάρικη τράπεζα, έχει και το ΙΒΑΝ της τράπεζας πάνω το πρόστιμο. Το πλήρωσα στο δρόμο με e- banking, κακώς, διότι η είσοδος μας στην Ελλάδα έγινε δίχως κανέναν έλεγχο απ΄τη μεριά τους. Μου χάλασε όμως, όλη τη διάθεση, διότι αισθάνθηκα, ότι έψαχναν για εύκολο χρήμα και με έγραψαν δίχως λόγο. Επιπλέον το οδικό τους δίκτυο είναι απαρχαιωμένο, κάναμε ελάχιστα χιλιόμετρα σε κανονικό δρόμο τύπου ΠΑΘΕ, ( σε κάποιο σημείο μας έβγαλαν έξω από την εθνική και μας έβαλαν μέσα από κάποια χωριά και χωριουδάκια ), για λιγότερο από 250 χλμ, κάναμε πάνω από έξι ώρες.... Τέλος πάντων, τώρα ξέρω γιατί οι περισσότεροι μετανάστες μας, έρχονται πια από Ιταλία, με το πλοίο ( ταξιδεύουν εντός ζώνης Σένγκεν όπου οι έλεγχοι στα σύνορα είτε δεν υπάρχουν είτε είναι ελάχιστοι ).
 
Λιουμπλιάνα
Αν εξαιρέσουμε λοιπόν, την τελευταία ημέρα με όλη αυτή την ταλαιπωρία για να περάσουμε τη Βουλγαρία, όλα τα υπόλοιπα, σε αυτό το ταξίδι πήγαν καλά. Και κυρίως το απολαύσαμε! Καινούριες εμπειρίες για όλους μας, ωραίες εικόνες που αποτυπώθηκαν στο μυαλό μας, άλλες νοοτροπίες των ανθρώπων που μας προβλημάτισαν. Τι χρειαστήκαμε, ( και τι χρειάζεται κι ένας ταξιδιώτης που θα αποπειραθεί να κάνει ένα παρόμοιο ταξίδι ) πέρα από την καλή μας διάθεση; Τέσσερα πράγματα:
α) Στοιχειωδώς αγγλικά, αρέσει δεν αρέσει αυτή είναι η διεθνής γλώσσα που μιλούν οι πάντες πια.
β) Ένα αξιόπιστο gps.
γ) Μια πιστωτική κάρτα (credid card), για να μην αναγκάζεσαι να χαλάς ευρώ στο τοπικό νόμισμα , τόσων χωρών, που διασχίσαμε. Κούνα, δηνάρια, λέβα, τα οποία πάντα σου μένουν και πρέπει να ψάχνεις και ανταλλακτήρια. Εντύπωση, μου έκανε στη Σερβία, που ακόμα και το περίπτερο, για ένα μπουκάλι νερό αξίας 68 δηναρίων ( 60 λεπτά ), δέχθηκε την κάρτα. Στις χώρες εκτός ευρώ όμως, η κάθε συναλλαγή χρεώνεται με ένα ευρώ επιπλέον. Οπότε κάνεις το λογαριασμό σου και κανονίζεις τι θα πράξεις.
και δ) Google map και μια σύνδεση ίντερνετ ( Τώρα πια ισχύουν οι ίδιες χρεώσεις κινητής τηλεφωνίας, όπου κι αν ταξιδέψεις εντός Ευρώπης.) Είναι πια ο χάρτης, που κάποτε κρατάγαμε στα χέρια μας. Ηλεκτρονικός με απίστευτες δυνατότητες για να μην ταλαιπωρείσαι δίχως λόγο.
Φλωρεντία, θέα προς τη piazza Duomo






Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Ταξίδι δρόμου ( Ιταλία, Σλοβενία και Σερβία ) Εντυπώσεις- Florence, Rome, Ljubljana, Beograd ( Μέρος Α' )

  Ήταν ένα από αυτά τα ταξίδια, τα οποία τα έχεις για πολύ καιρό μέσα στο μυαλό σου, τα έχεις σχεδιάσει και ξανασχεδιάσει πολλές φορές με τη βοήθεια των δυνατοτήτων, που σου δίνει το διαδίκτυο και κάποτε έρχεται ο χρόνος, η συγκυρία που το πραγματοποιείς.
  Ικανοποιείς δικά σου όνειρα, (πάντα είχα την επιθυμία, αν ταξίδευα στην Ιταλία, να επισκεπτόμουν τη Φλωρεντία, την πόλη επιτομή της Αναγέννησης ). Ικανοποιείς την επιθυμία σου να δοκιμάσεις τις δυνατότητες και τις αντοχές σου. ( Ένα ταξίδι πολλών χιλιομέτρων με το δικό σου όχημα, να οργανώσεις μόνος σου όλες τις λεπτομέρειες, διαδρομή, διαμονή, να βρεις τα σημεία ενδιαφέροντος του κάθε τόπου, τις πόλεις που εξυπηρετούν το πλάνο του ταξιδιού σου για στάσεις, τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας, π.χ. τι διόδια έχουν...).
  Είναι αλήθεια λοιπόν, ότι υπήρχε μια καλή οργάνωση, κυρίως στο πληροφοριακό κομμάτι. Και το διαδίκτυο σου δίνει τις δυνατότητες να μάθεις απίθανες λεπτομέρειες - όπως για παράδειγμα να δεις εκ των προτέρων, πως λειτουργούν τα αυτόματα μηχανήματα στα διόδια της Ιταλίας... Φυσικά, υπάρχουν και πολλές άλλες παράμετροι σε ένα τέτοιο ταξίδι τις οποίες αντιμετωπίζεις έκτακτα. με την απαιτούμενη ευελιξία, όπως για παράδειγμα την αλλαγή του δρομολογίου του πλοίου, το οποίο έχεις κλείσει πριν από δυο μήνες και το οποίο την προηγούμενη της αναχώρησης, σου ανακοινώνει ότι θα έχει μια τέτοια καθυστέρηση, που ουσιαστικά θα χάσεις την πρώτη σου ημέρα. Και τότε, στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, μόλις φτάνεις, τρέχεις να αλλάξεις πλοίο και προορισμό αποβίβασης. Αντί για Αγκόνα, που υπολόγιζες να φτάσεις και σε 3,5 ώρες να είσαι στη Φλωρεντία, να κατεβαίνεις τελικά Πρίντεζι, γνωρίζοντας ότι θα χρειαζόσουν τουλάχιστον 8 ώρες οδήγημα, διασχίζοντας σχεδόν όλη την Ιταλία από το νότο ως τον προορισμό σου.
  Εμπειρία θετική τελικά, μιας και οι εικόνες, που εναλλάσσονταν ήταν πάμπολλες. Καλλιέργειες, δασώδεις εκτάσεις, βιομηχανικές περιοχές, πολλές δεκάδες ανεμογεννήτριες, μα το πιο όμορφο ήταν εκείνα τα γραφικά χωριά, σκαρφαλωμένα στις κορφές των λόφων, τα οποία διατηρούν την παλιά τους αρχιτεκτονική αναλλοίωτη, με την εκκλησία τους πάντα στο πιο ψηλό τους σημείο.  Κι όλα αυτά τα χιλιόμετρα, τα διασχίζεις σε έναν τέλειο από πλευράς οδοστρώματος, αυτοκινητόδρομο,  που τα όρια ταχύτητας κατά κανόνα τηρούνται και οι αμέτρητες νταλίκες κρατούν πάντα τη δεξιά λωρίδα. Έτσι το οδήγημα σου είναι ξεκούραστο και το κυριότερο αισθάνεσαι ασφαλής. Το gps, αποδεικνύεται αξιόπιστο και στον προκαθορισμένο χρόνο σε φέρνει μπροστά στο διαμέρισμα που έχεις κλείσει. Κρίνοντας την ιταλική autostrata, θα έλεγες ότι έχει τέλειο οδόστρωμα, πολύ καλή σήμανση, αλλά αρκετά τσουχτερά διόδια ( 80 ευρώ για 1100 χλμ συνολικά στην Ιταλία ), σταθμούς εξυπηρέτησης οχημάτων σε κάθε 30 χλμ περίπου, τα περισσότερα είναι σταθμοί ανεφοδιασμού και όχι ξεκούρασης και... δεν υπάρχουν σημεία έκτακτης ανάγκης όπως έχει η δική μας ΠΑΘΕ, αλλά κάποια μικρά ανοίγματα στο δρόμο, στα οποία ίσα ίσα που χωράει μια νταλίκα.
Santa Maria del Fiore ( duomo )
  Η Φλωρεντία, μια από τις πιο ιστορικές πόλεις του κόσμου, που ζει  από τον τουρισμό, με τεράστια προβολή σε όλον τον κόσμο και έχει να επιδείξει δεκάδες σημεία ενδιαφέροντος. Με ένα ιστορικό κέντρο, κλειστό για αυτοκίνητα ( εκτός από ηλεκτροκίνητα ταξί και αστυνομικά οχήματα ) στο οποίο δεσπόζει το Duomo. ( Duomo, λέγονται όλοι οι καθεδρικοί ναοί των πόλεων της Ιταλίας). O Καθεδρικός Ναός της Santa Maria del Fiore, σε εντυπωσιάζει όχι μόνο με το μέγεθος του, αλλά κυρίως με την αρχιτεκτονική του σύλληψη, τόσο στη γενικότερη εμφάνιση του, όσο και στον εξωτερικό διάκοσμο του που σε αφήνει πραγματικά άφωνο. Είναι από εκείνες τις στιγμές που όταν πρωτοαντικρίζεις το μνημείο αυτό, μένεις άφωνος, θαυμάζοντας το απλώς.  Το όλο οικοδόμημα, συμπληρώνει το Βαπτιστήριο του Αγίου Ιωάννη και το καμπαναριό του Giotto, όλα στο ίδιο αρχιτεκτονικό στυλ.
Ο Περσέας
Επιβεβλημένο θεωρείται να περπατήσεις το ναό ολόγυρα, να θαυμάσεις τις απίστευτες διακοσμητικές του λεπτομέρειες, να τον δεις στις διαφορετικές ώρες της ημέρας με διαφορετικό φωτισμό κάθε φορά, ( η φωτογραφία είναι λίγο πριν τη δύση ). Μέσα ο Ναός, δεν σε εντυπωσιάζει τόσο, ουσιαστικά είναι γυμνός, πέρα από τον τεράστιο θόλο του. Αν έχεις τις δυνάμεις, μπορείς να επιλέξεις, με εισιτήριο, να ανέβεις τα 444 σκαλοπάτια του τρούλου και να θαυμάσεις την πόλη από εκεί ψηλά. Δεύτερο σημείο της πόλης, που με εντυπωσίασε ήταν η πλατεία della Signoria, στην οποία δεσπόζει η κρήνη με τον Ποσειδώνα, η οποία όμως ήταν κρυμμένη, διότι γίνεται η συντήρηση της.  Αποζημιώνεσαι όμως και με το παραπάνω, στη Loggia dei Lanzi. Μπορείς να καθίσεις στα σκαλοπάτια της και να ξεκουραστείς αλλά κυρίως μπορείς να θαυμάσεις μια σειρά αντιγράφων σπουδαίων γλυπτών, που έχουν τοποθετηθεί εκεί. Ξεχωρίζει αυτό του Περσέα, που σκοτώνει τη Μέδουσα έργο του Benvenuto Cellini (1500 - 1571). Δίπλα βρίσκεται το Palazzo Vecchio, διοικητικό κέντρο της πόλης στα χρόνια της άνθησης της, ένα αληθινό παλάτι. Μπροστά του βρίσκεται ένα πιστό αντίγραφο του περίφημου "Δαυίδ" του Μιχαήλ Άγγελου. Στην πραγματικότητα έχεις την ευκαιρία να δεις μαζεμένα, πολλά από τα σημαντικότερα έργα γλυπτικής της Ιταλικής Αναγέννησης, αν δεν θέλεις να τρέχεις από μουσείο σε μουσείο για να τα θαυμάσεις. Η πόλη είναι γεμάτη μουσεία και Πινακοθήκες, που αν αθροίσεις το κόστος εισόδου σε αυτά, αποτελεί ένα αξιοσέβαστο ποσό. Επιλέγεις λοιπόν τι θα δεις και εκμεταλλεύεσαι και ότι σου προσφέρει η πόλη δωρεάν - και είναι αρκετά αυτά.
Χρυσοχοϊο στην Ponte Vecchio
Τρίτο σημείο της πόλης, η πολυδιαφημισμένη γέφυρα Ponte Vecchio, μια από τις πολλές γέφυρες, που ενώνει τις δύο πλευρές της πόλης, την οποία διασχίσει ο ποταμός Άρνο. Η περίφημη γέφυρα, μόνο για πεζούς, είναι κτισμένη δεξιά και αριστερά, με οικήματα που άλλοτε αποτελούσαν μέρος της αγοράς της πόλης. Σήμερα τα μαγαζάκια αυτά, φιλοξενούν φίρμες ακριβών χρυσοχοΐων. Καθημερινά επισκέπτονται τη γέφυρα χιλιάδες τουρίστες, για να φωτογραφηθούν με θέα το ποτάμι και τα χρυσοχοΐα. Κατά την άποψη μου είναι από εκείνες τις περιπτώσεις, που η διαφήμιση υπερβάλλει έναντι της πραγματικότητας. Πολύ γνωστή και η πλατεία della Repubblica, με την τεράστια αψίδα από την μια πλευρά της και το περίφημο καρουζέλ της στη μέση, την οποία δεν μπορέσαμε να απολαύσουμε, μιας και γίνονταν σε αυτήν έργα ανάπλασης και ήταν κλειστό όλο το κέντρο της. Δεν θα μπορούσα να παραλείψω και την κλειστή αγορά του San Lorenzo, η οποία κινείται σε τρία "επίπεδα". Τους πάγκους που την περιβάλουν με τα δερμάτινα, από ζώνες ως μπουφάν. Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση εδώ.
Mercanto di San Lorenzo
Πρώτον ότι όλοι σχεδόν οι πωλητές ήταν οικονομικοί μετανάστες, κυρίως από χώρες της Αφρικής και δεύτερον ότι το "ανατολίτικο παζάρι" εδώ είναι κανόνας. Διαπραγματεύεσαι την τιμή του δερμάτινου που θέλεις να πάρεις, δοκιμάζοντας τα όρια και τα δικά σου και του πωλητή. Μην παραξενευτείς, αν φεύγοντας σε φωνάξει πίσω ο πωλητής λέγοντας σου ότι συμφωνεί με την τελική τιμή που του πρότεινες. Ο πρώτος όροφος της αγοράς λειτουργεί ως τις 1,30 μμ και αποτελεί την αγορά, όλων των αγροτικών προϊόντων ( φυσικών και μεταποιημένων) της γης της Τοσκάνης. Μια πανδαισία χρωμάτων, γεύσεων και αρωμάτων. Ο δεύτερος όροφος, αποτελεί το εστιατόριο του συγκροτήματος, όπου κι αυτό
αναδεικνύει την ιδιαίτερη ιταλική, ( ειδικά της Τοσκάνης ) κουζίνα. Γύρω γύρω υπάρχουν μικρές κουζίνες, κάθε μία παρασκευάζει διαφορετικό είδος από το άλλη. Εσύ αγοράζεις ότι θέλεις απ΄ όπου θέλεις και κάθεσαι στη μέση, όπου βρίσκονται τα τραπέζια. Αποτελεί μια φτηνή και ποιοτική επιλογή για φαγητό, για την έτσι κι αλλιώς ακριβή, για εμάς, Ιταλία.


Θα μπορούσα να αναφέρω και πολλά άλλα μέρη της Φλωρεντίας αλλά για εμένα αυτό, που απόλαυσα περισσότερο, είναι οι βόλτες που κάναμε μέσα στους δρόμους του ιστορικού κέντρου της Φλωρεντίας, είτε μιλάμε για τους τεράστιους κεντρικούς πεζόδρομους της, είτε μιλάμε για τα μικρά στενά δρομάκια της. Κάθε γωνία της είχε να σου προσφέρει και μία νέα εικόνα, μια ακόμα λεπτομέρεια, που έκανε τη διαφορά. Η αναγεννησιακή ατμόσφαιρα της πόλης, ο πλούτος της εποχής των Μεδίκων είναι διάχυτα παντού. Ιδιαίτερα απολαύσαμε την ευκαιρία για ξεκούραση στη δροσιά της Loggia dei Lanzi, έχοντας γύρω σου όλα εκείνα τα αριστουργήματα της αναγέννησης, εμπνευσμένα από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Χιλιάδες άνθρωποι, να εξερευνούν την πόλη μαζί σου, απ΄ όλον τον κόσμο και να θαυμάζουν όλα αυτά τα αριστουργήματα της πόλης.
Συμβουλές: Το αθλητικό παπούτσι επιβάλλεται διότι τα χιλιόμετρα που περπατάς καθημερινά είναι πολλά και οι δρόμοι στο κέντρο είναι όλοι πλακόστρωτοι. Η εποχή που είμαστε εκεί, ήταν η καταλληλότερη, τέλη Ιουνίου, όπου οι θερμοκρασίες διατηρούνται σε κανονικά επίπεδα.
Δεν θα παραλείψετε να πιείτε καφέ σε ένα από τα πολλά cafe της πόλης, τα οποία προσφέρουν κι πολλά άλλα εδέσματα για ένα πρόχειρο φαγητό. Αν καθίσετε οι τιμές είναι περίπου 8 ευρώ ανά άτομο, με κάτι μαζί για να φάτε. Να ξέρετε ότι άλλη τιμή έχουν αν καθίσετε κι άλλη τιμή αν τα πάρετε στο χέρι. Τα εστιατόρια τους τιμούν την κουζίνα της περιοχής τους. Η πίτσα, οι μακαρονάδες και η περίφημη bistecca fiorentina ( σιτεμένη, μοσχαρίσια μπριζόλα ιδιαίτερα μαλακή και νόστιμη), προσφέρονται παντού. Το άτομο κοστίζει από 17 ως 20 ευρώ. Φυσικά δεν θα παραλείψετε να φάτε παγωτό, Gelatari-ες υπάρχουν παντού, με πολλές γεύσεις. Συνιστώ τη gelataria Edoardo, στην Piazza Duomo. Μην παραλείψετε να καθίσετε στην Cathedral Irish Pup, αργά το απόγευμα, για ένα ποτό ή ένα φτηνό lunch menu ( 10 ευρώ ανά άτομο ) και να απολαύσετε την εναλλαγή των χρωμάτων στον καθεδρικό ναό της Duomo, καθώς δύει ο ήλιος.
Πλατεία Αγίου Πέτρου (Βατικανό)
Μέσα, στο πρόγραμμα μας ήταν και μια γρήγορη επίσκεψη στη Ρώμη, με τρένο. Πρώτον για να δούμε ορισμένα από τα ονομαστά μνημεία της αιώνιας πόλης και δεύτερον για την εμπειρία, την οποία δεν έχουμε ακόμα στην πατρίδα μας, να ταξιδεύουμε με πραγματικά, γρήγορα και σύγχρονα τρένα. Το πρώτο που σε εντυπωσιάζει στον τερματικό σταθμό της Φλωρεντίας, είναι η διαρκής κίνηση του και οι χιλιάδες άνθρωποι που χρησιμοποιούν το τρένο. Με δέκα τουλάχιστον αποβάθρες, από τους οποίες κάθε 15 λεπτά αναχωρεί και κάποιο τρένο δεν είναι περίεργο. Μπορείς να ταξιδέψεις παντού, θεωρείται φτηνού κόστους μετακίνηση, όχι βέβαια για εμάς, αν αναλογιστείς ότι η διαδρομή μιάμισης ώρας, Φλωρεντίας - Ρώμης κοστίζει 96 ευρώ (πήγαινε - έλα), με το γρήγορο. Αμέσως έξω από τον τερματικό σταθμό της Ρώμης, βρίσκεται ο σταθμός του μετρό, ο οποίος σε διευκολύνει να φτάσεις γρήγορα και εύκολα στον προορισμό σου. Πρώτη μας στάση η πλατεία του Αγίου Πέτρου, στο Βατικανό. Τεράστια, στην οποία κυριαρχεί το άσπρο μάρμαρο και τα τεράστια κτίσματα, που οριοθετούν την έδρα του πρωτοκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Εδώ μπορείς να επισκεφτείς το μουσείο, τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου και την Cappella Sistina, αλλά χρειάζεσαι μια μέρα μόνο για αυτά.
Fontana di Trevi
Εμείς αρκεστήκαμε σε μια πρώτη, μικρή γεύση του Βατικανού. Η επόμενη στάση μας, ήταν στην πασίγνωστη Fontana di Trevi. Κάτασπρο μάρμαρο, ιδιαίτερης ομορφιάς ο γλυπτός και αρχιτεκτονικός διάκοσμος, τα νερά που τρέχουν μας χάριζαν την αίσθηση της δροσιάς, που τόσο χρειαζόμασταν εκείνη την ημέρα που ο υδράργυρος ξεπέρασε τους 32 βαθμούς Κελσίου και εκατοντάδες κόσμου να προσπαθεί να βγάλει μια αναμνηστική φωτογραφία, μεταξύ τους κι εμείς. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε την πλατεία della Rotonda, όπου βρίσκεται το Πάνθεον. Τεράστιος κτίσμα, το οποίο αντανακλά όλο το μεγαλείο της άλλοτε κραταιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Επόμενος προορισμός μας, η πλατεία Barberini για αν πάρουμε το μετρό για το Κολοσσαίο. Αυτό, που μου έκανε εντύπωση σε όλη τη διαδρομή, ότι αν και κινηθήκαμε σε κεντρικές αρτηρίες της πόλης, η κίνηση ήταν ελάχιστη. Δεν μιλάμε για παράνομο παρκάρισμα, πουθενά δεν το είδα αλλά και τα αυτοκίνητα που κινούνταν ήταν ελάχιστα. Δεν ξέρω με ποιον τρόπο το έχουν καταφέρει αυτό οι Ιταλοί, αλλά σε σύγκριση με την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, νομίζω ότι οι δικοί μας τοπικοί άρχοντες έχουν πολλά να διδαχθούν από αυτό.
Κολοσσαίο
Εντύπωση επίσης, μου έκαναν και οι κατασκευές εκείνες, σε διάφορα σημεία της πόλης, όπου μπορούσες να γεμίσεις το μπουκάλι σου με κρύο νερό ή να φορτίσεις το κινητό σου. Ιδιαίτερα χρήσιμες όχι μόνο για τους τουρίστες της πόλης αλλά κυρίως για τους οικονομικούς μετανάστες ή πρόσφυγες, που τους διέκρινες σε όλη την πόλη. Η στάση μας στο Κολοσσιαίο μας γέμισε με δέος, με τη σκέψη ότι μέσα σε αυτό το τεράστιο θέατρο-στάδιο, οι Ρωμαίοι τέρπονταν με παραστάσεις "χολιγουντιανής παραγωγής", που ικανοποιούσαν την ανάγκη τους να επιβεβαιώνουν με κάθε τρόπο την τεράστια δύναμη της αυτοκρατορίας τους. Η έκφραση άρτος και θεάματα, σίγουρα εκείνα τα χρόνια, συσχετιζόταν απόλυτα με την πραγματικότητα της πόλης, που επέβαλε τη θέληση της με τις ισχυρότατες λεγεώνες της. 

Κλείνοντας την επίσκεψη μας στην Ιταλία, θα έλεγα ότι οι άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει
Piazza Duomo
απόλυτα, τη σημασία του τουρισμού στην οικονομία τους και δουλεύουν πάνω σε αυτό σε κάθε επίπεδο. Από την πολύ καλή τουριστική προβολή της χώρας τους, ( δεν χρειάζεται να κάνουν και πολλά πλέον, σκεφτείτε μόνο πόσες κινηματογραφικές ταινίες 
και πόσα βιντεάκια στο Youtube εκθειάζουν την Ιταλία !). Έχουν άριστες συγκοινωνίες προς κάθε προορισμό, ένα ηλεκτρονικό σύστημα πώλησης εισιτηρίων κάθε είδους, ακόμα και για τα μουσεία τους ( https://www.florence-tickets.com.  ), που μπορεί να είναι πιο ακριβό, αλλά σε γλυτώνει από τις ατελείωτες ουρές. Σέβονται την αρχιτεκτονική των τουριστικών πόλεων τους, ακόμα κι εκεί που γίνονται νέα κτίσματα. Προωθούν συστηματικά τα αγροτικά τους προϊόντα σε συνδυασμό με την κουζίνα τους. Έχουν λύσει τα προβλήματα με τα σκουπίδια, με το νερό, με το πάρκινγκ, σέβονται το "προϊόν" που πουλούν και τον πελάτη τους. Αυτά όλα μαζί με τα πολλά και ιδιαίτερα αξιοθέατα, μουσεία κλπ που διαθέτουν
σαλάτα Μακεδονία
έχουν κάνει την Ιταλία, έναν προορισμό ακριβό μεν για εμάς αλλά με τεράστια προστιθέμενη αξία για τη χώρα τους. Νομίζω ότι ως  χώρα θα μπορούσαμε να διδαχθούμε πολλά επί του θέματος. Ένα μικρό παράδειγμα: Στην περιοχή που μέναμε, γινόταν ανάπλαση για την επέκταση της γραμμής του τραμ. Παρατήρησα ότι τα νέα πεζοδρόμια ήταν μαύρη άσφαλτος. Αναρωτήθηκα γιατί, δεν έβαζαν για παράδειγμα μια ωραία πλάκα. Η απάντηση ήταν απλή. Οι τουρίστες σήμερα χρησιμοποιούν τροχήλατες βαλίτσες, άρα τα πεζοδρόμιο δεν έπρεπε να τους καταπονεί αλλά να τους διευκολύνει.
Κι ένα τελευταίο, διαφορετικό. Παρατήρησα, ότι παντού πουλούσαν τη σαλάτα Makedonia. Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο "κακό". Λέω, βρες τους Σκοπιανούς πώς τα κατάφεραν; Ψάχνοντας στη Βικιπαίδεια (   https://en.wikipedia.org/wiki/Macedonia_(food) ) είδα ότι η σαλάτα Μακεδονία αποτελείται από ανάκατα διάφορα κομματάκια φρούτων ή λαχανικών... όπως την ποικιλομορφία των λαών της Μακεδονίας του Μ. Αλεξάνδρου ή την ποικιλομορφία των Λαών της Οθωμανικής Μακεδονίας. Είναι, λέει μια σαλάτα συνηθισμένη στην Ελλάδα, Ρουμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Λατινική Αμερική. Μόνο, που εγώ μέχρι σήμερα δεν την έχω δει πουθενά, σε κανένα εστιατόριο στην πατρίδα μας. Γιατί άραγε;   

( Η συνέχεια στο επόμενο ... )

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Συμμετοχή στο πρόγραμμα F1 in Schools, για τα Δημοτικά Σχολεία.

  Η δουλειά του εκπαιδευτικού, είναι γνωστό, έχει πολλές δυσκολίες αλλά και πολλές ιδιαίτερες, ξεχωριστές στιγμές. Οι οποίες μπορούν να σε κάνουν να ξεχάσεις όλα τα άσχημα που προηγούνται και στη συνέχεια να σε "φορτίσουν" θετικά για να μπορέσεις να συνεχίσεις το δρόμο σου. Μια από αυτές, τις πολλές, για να πω την αλήθεια στιγμές, στην μακρόχρονη θητεία μου στην εκπαίδευση, ήταν κι αυτή που έζησα με τη φετινή Στ΄ τάξη και το δάσκαλο της.
Φέτος, λοιπόν, είχαμε την ευκαιρία, να συμμετάσχουμε ως σχολείο στο 3ο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Formula1 in Schools για Δημοτικά Σχολεία, τους οποίους διοργανώνει η Janguar  σε όλο τον κόσμο. Συγκεκριμένα συγκροτήσαμε ομάδα και προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε μια σειρά παιδαγωγικών κανόνων, ώστε το πρόγραμμα να έχει πολλαπλά θετικά αποτελέσματα για τους μαθητές μας.
Έτσι,  αν και το πρόγραμμα, προέβλεπε συμμετοχή τεσσάρων μαθητών μόνο, εμείς θέσαμε ως προϋπόθεση να συμμετάσχουν και οι 14 μαθητές της τάξης. Με απόλυτα διαφανείς και δημοκρατικές διαδικασίες, δίχως εμπλοκή του δασκάλου της τάξης, επιλέχθηκαν από τους ίδιους τους μαθητές οι τέσσερις που θα τους εκπροσωπούσαν, μαζί με τους αναπληρωτές τους. Υπήρχε αρχηγός της ομάδας, ο μηχανικός κατασκευής, ο μηχανικός σχεδίασης και η υπεύθυνη γραφικών. Συγκροτήθηκαν ομάδες και κάθε μία δούλευε το θέμα που της είχε ανατεθεί. Ανέπτυξαν κατασκευαστικές και σχεδιαστικές δεξιότητες, γνώρισαν έννοιες όπως μάρκετινγκ, χορηγίες, διαφήμιση, μελέτησαν έννοιες της φυσικής όπως αεροδυναμική, αντίσταση, ταχύτητα κλπ, έμαθαν για την Formula1 και όλα εκείνα που κρύβονται πίσω από τους αγώνες στην πίστα, προετοιμάστηκαν για την παρουσίαση της όλης προσπάθειας τους. Τα παιδιά επισκέφτηκαν το αυτοκινητοδρόμιο Σερρών και εκτός από την γνωριμία τους με τον χώρο παρακολούθησαν αντίστοιχους αγώνες, επιπέδου Λυκείου.
Επίσης στα πλαίσια της συμμετοχής μας στην τελική φάση των αγώνων στο Mall Αμαρουσίου, επισκέφτηκαν την ιερό βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών, το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη στο Σύνταγμα και το Πασαλιμάνι στον Πειραιά.
Τέλος, οι μαθητές και εμείς οι υπεύθυνοι δάσκαλοι, δουλέψαμε με τη λογική της πραγματικής αγωνιστικής Φόρμουλα 1. Οι μαθητές έφτιαξαν λογότυπο της ομάδας,  βρήκαν το όνομα της ( Speed Riders ), τα χρώματα της ομάδας, σχεδίασαν τη στολή τους, την αφίσα μας για τους αγώνες,  προετοίμασαν το εκθεσιακό περίπτερο της ομάδας, αποφάσισαν τη λογική του ( διαφημίζουμε τη συμμετοχή μας στο πρόγραμμα, το σχολείο μας, το χωριό και το νομό μας), βρήκαμε χορηγούς πέρα από το Αυτοκινητοδρόμιο Σερρών και το Σπήλαιο Αλιστράτης, φτιάξαμε πολλά αυτοκίνητα με διάφορες λογικές, τα δοκιμάσαμε στην πίστα, καταλήξαμε στο τελικό σχέδιο μας. Το ότι οι μαθητές δούλεψαν ως ομάδα, φάνηκε την ημέρα των αγώνων, όπου όλοι οι μαθητές εναλλάσσονταν στο εκθεσιακό περίπτερο μας και όλοι τους απαντούσαν σε κάθε ερώτηση που τους έθετε ο οποιοσδήποτε, μεταξύ αυτών και οι κριτές, τους οποίους εμείς δεν γνωρίζαμε.

Δυσκολίες είχαμε πολλές, όπως την έλλειψη εμπειρίας πάνω σε ένα τέτοιο πρόγραμμα, την απόσταση μας από τις Σέρρες, όπου ήταν η πίστα δοκιμών, το μεγάλο κόστος του όλου εγχειρήματος, την έλλειψη του απαραίτητου χρόνου προετοιμασίας στο σφιχτό πρόγραμμα του σχολείου και τις εξωσχολικές υποχρεώσεις των μαθητών.



Όλη μας η προσπάθεια καταγραφόταν στην ιστοσελίδα του σχολείου μας, στο παρακάτω link: http://dim-alistr.ser.sch.gr/autosch/joomla15/index.php/sxoliko-etos-2017-18/formula-1-in-schools/161-sxedio-ergasias 
Δεν ήταν λοιπόν εύκολο το εγχείρημα μας, μιας που πρώτη φορά συμμετείχαμε σε ένα τέτοιο πρόγραμμα υψηλών απαιτήσεων. Μας έλειπε η εμπειρία, ο κατάλληλος και εξειδικευμένος εξοπλισμός, χρειάζονταν χρήματα τα οποία το σχολείο δεν έχει, απουσιάζουν οι ώρες της Ευέλικτης Ζώνης, που σου δίνουν μια, κάποια ελευθερία κινήσεων στην τάξη. Μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες αυτές σε έναν μεγάλο βαθμό. Ιδιαίτερα μας βοήθησε ο υπεύθυνος δάσκαλος του προγράμματος του 20ου Δημοτικού Σχολείου Σερρών, ο Νίκος Κιτσάκης τον οποίο ευχαριστούμε, όχι μόνο για τις συμβουλές του στα πρώτα μας βήματα αλλά και διότι μας άνοιξε το σχολείο τους, το οποίο διαθέτει πίστα αγώνων για να δοκιμάσουμε τα δικά μας αυτοκίνητα. 
Επίσης ο υπεύθυνος του προγράμματος στην Ελλάδα, ο κύριος Πολυματίδης, ο οποίος είχε τακτική επαφή μαζί μας και απαντούσε άμεσα στα e-mail μας. 
Οι χορηγοί του προγράμματος, το Αυτοκινητοδρόμιο Σερρών, το Σπήλαιο Αλιστράτης και πολλοί άλλοι, οι οποίοι θέλησαν να μείνουν ανώνυμοι, συνέβαλαν στην επιτυχία μας καθοριστικά. Και φυσικά τους γονείς των παιδιών, οι οποίοι στάθηκαν δίπλα στα παιδιά τους και στην προσπάθεια τους. Όλους τους ευχαριστούμε! 
Τα παιδιά επίσης που αντεπεξήλθαν στις απαιτήσεις με τον καλύτερο τρόπο, θυσιάζοντας τον ελεύθερο χρόνο τους, που είναι συμπιεσμένος ανάμεσα στο σχολείο και τις πολλές εξωσχολικές τους δραστηριότητες.
Ιδιαίτερα, θα ήθελα να σταθώ σε ένα γεγονός, που δείχνει πόσο σημαντικό είναι το δέσιμο και η αλληλοϋποστήριξη μιας τάξης. Αρχικά, λόγω του χαμηλού οικονομικού προϋπολογισμού μας, είπαμε να μεταβεί στην Αθήνα, μόνο μια μικρή ομάδα μαθητών, γονέων και δασκάλων, για να συμμετάσχουμε στους αγώνες. Φυσικά οι υπόλοιποι μαθητές απογοητεύτηκαν που δεν θα είχαν τη χαρά να βρίσκονται κι αυτοί κοντά στους συμμαθητές τους, μιας κι όλοι μαζί είχαν συμμετάσχει στη προσπάθεια αυτή. Τότε επενέβη ένας γονιός, ο οποίος κίνησε ουρανό και γη, κατορθώνοντας να βρει επιπλέον χορηγίες, οι οποίες κάλυψαν ένα μεγάλο μέρος των εξόδων του ταξιδιού μας. Και μπορώ να βεβαιώσω, ότι άξιζε πραγματικά, αναλογιζόμενος την τεράστια εμπειρία που απέκτησαν οι μαθητές μας, από τη συμμετοχή τους στην τελική φάση των αγώνων, αλλά και από την ευκαιρία που είχαν να κάνουν ένα ταξίδι που πέρα από τη δικαίωση των κόπων τους, σίγουρα θα το θυμούνται σε όλη τη ζωή τους.  Τέλος η χαρά τους, με τη βράβευση τους, δεν αποτιμάται.
Κέρδισαν το βραβείο καλύτερης Φωτογραφίας Εβδομάδας Αγώνων, το βραβείο Γνώσεων και Δεξιοτήτων και το βραβείο που είχε δικαίωμα να δώσει ο πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής των Αγώνων
Η φωτογραφία μας που βραβεύτηκε

 Αποτιμώντας το πρόγραμμα τελικά, όπως είδαμε παραπάνω, η όλη προσπάθεια των μαθητών και των δασκάλων είχε πολλαπλά θετικά αποτελέσματα για τα παιδιά, σε πολλά επίπεδα. Δεν γνωρίζω αν αυτό το πρόγραμμα θα επηρεάσει κάποιο παιδί στη μελλοντική επαγγελματική του σταδιοδρομία, αλλά σίγουρα πήραν πολλά εφόδια χρήσιμα για τη μετέπειτα πορεία τους. 
Δυσκολίες υπήρχαν. Πολλές ώρες εργασίας εκτός του σχολικού προγραμματισμού, μεγάλο κόστος, κούραση ειδικά για εμάς τους εκπαιδευτικούς, ένα μεγάλο ταξίδι στην Αθήνα 1200 περίπου χιλιομέτρων για να συμμετάσχουμε στους τελικούς αγώνες. Άξιζε όμως τον κόπο. Και μόνο για τους πανηγυρισμούς των παιδιών, όταν ανακοινώθηκε η βράβευση τους στην τελετή λήξης των αγώνων, θεωρούμε ότι όλη η προσπάθεια μας πέτυχε. Και είμαστε χαρούμενοι γι΄ αυτό. 
Τέλος, πιστεύω ότι αξίζει να αναφερθεί, ότι ανάμεσα στις 13 συμμετοχές της τελικής φάσης, υπήρχαν μόνο δύο Δημόσια σχολεία. Εμείς και το 20ο Δημ. Σχολείο Σερρών. Τα υπόλοιπα ήταν ιδιωτικά σχολεία.  Στη γενική κατάταξη το 20ο βρέθηκε 2η θέση και εμείς στην 5η θέση. Κάτι που αποδεικνύει ότι το Δημόσιο σχολείο έχει τα φόντα για κάθε διάκριση αν και ασφαλώς υπολειπόμαστε σε υποδομές κάθε είδους ή χρηματικούς πόρους. Και είμαστε υπερήφανοι, μεταξύ των άλλων, που μπορέσαμε να αναδείξουμε τις μεγάλες δυνατότητες, που έχουμε ως δημόσια σχολεία, φτάνει να μας δοθούν τα σωστά κίνητρα και τα αναγκαία μέσα.   
Για το Δημοτικό Σχολείο Αλιστράτης Σερρών, οι δάσκαλοι Βασίλειος Διακοβασίλης και Εφραίμ Καχριμανίδης.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Στον Ίσκιο της ροδιάς TARIQ ALI

  Το μυθιστόρημα αυτό, διαδραματίζεται στα 1499, στην Ανδαλουσία . Είναι η εποχή, που οι Καστιλιάνοι μονάρχες αποφασίζουν να "τελειώνουν" με τους έτσι κι αλλιώς ηττημένους Μαυριτανούς, οι οποίοι είχαν κυριαρχήσει στην περιοχή, για μισή χιλιετία περίπου. Ο γεννημένος στο Πακιστάν, μόνιμος κάτοικος Λονδίνου και μια από τις γνωστότερες μορφές της ευρωπαϊκής αριστεράς,Tariq Ali, εστιάζει ακριβώς σε αυτή την περίοδο, όπου ο θρησκευτικός φανατισμός των Βασιλέων ( της Ισαβέλλας Α΄της Καστίλης και του Φερδινάνδου Β' της Αραγώνας ) και της Καθολικής εκκλησίας, με τη βοήθεια των ιεροεξεταστών, θεωρεί ότι η Ιβηρική χερσόνησος, θα πρέπει να εκκαθαριστεί από κάθε μη πιστό στην παπική εκκλησία. Αρχικά εκδιώκουν τους Εβραίους ( τότε οι Σεφαραδίτες εγκαθίστανται στη Θεσσαλονίκη ) και στη συνέχεια εκκαθαρίζουν τους Μουσουλμάνους, είτε αναγκάζοντας τους να ασπαστούν τον χριστιανισμό είτε εξολοθρεύοντας τους είτε απωθώντας τους προς την Αφρική. 
  Ένα ερώτημα που κυριαρχεί είναι κατά πόσο, μπορεί κάποιος να "αλλαξοπιστήσει" για να μπορέσει να παραμείνει στην πατρογονική του εστία; Σίγουρα δεν είναι μια εύκολη απόφαση, διότι έχει να κάνει με το είναι της ανθρώπινης υπόστασης. Με τη σκέψη του, τον τρόπο ζωής του, τις ριζωμένες αντιλήψεις του από την ώρα που γεννιέται, με τον προορισμό του και σε αυτή τη ζωή και σε κάποια μελλούμενη. Πάντως ιστορικά έχουν καταγραφεί πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Για παράδειγμα όταν κατακτήθηκε η Κρήτη το 824 μ.Χ. από τους Άραβες ( εκδιωχθέντες στασιαστές από την Κόρδοβα της Ισπανίας ), τότε βιαίως εξισλαμίστηκε το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της Κρήτης. Στη συνέχεια, μετά από 138 χρόνια, όταν ο Νικηφόρος Φωκάς επανέκτησε το νησί, αφού σφαγίασε πάνω από 200 χιλιάδες μουσουλμάνους ( στο σύνολο τους εξισλαμισθέντες Κρητικούς ), εκχριστιάνισε εκ νέου τους εναπομείναντες κατοίκους του νησιού. 
  Ένα άλλο ερώτημα, που τίθεται είναι κατά πόσο ο θρησκευτικός φανατισμός (φονταμενταλισμός), έχει το δικαίωμα να καταστρατηγεί κάθε έννοια ελευθερίας, σε κάθε επίπεδο και να προσπαθεί δια της βίας να επιβάλλει τη δική του αλήθεια. Τις περισσότερες φορές, δεν είναι οι θρησκευτικές διαφορές που οδηγούν στη βία ή τους πολέμους για την κατάκτηση εδαφών αλλά αυτές χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα. Οι ηγέτες ξέρουν, ότι οι θρησκείες φανατίζουν τον άνθρωπο, τον κάνουν να αισθάνεται ότι προδίδει την πίστη του και τον Θεό του και με αυτόν τον τρόπο, συγκροτούν στρατούς, έτοιμους να θυσιαστούν για να υπερασπιστούν βαθιά ριζωμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Πίσω βέβαια από τους θρησκευτικούς πολέμους κρύβονται και άλλες αιτίες, πέρα των οικονομικών, όπως η επιβολή δια της βίας, πολιτισμικών προτύπων. Όταν οι Άραβες κατέκτησαν την Ανδαλουσία, εξισλάμισαν τον πληθυσμό όχι μόνο διότι το επέβαλε η έννοια του τζιχάντ, αλλά και για να μπορέσει να λειτουργήσει ένα κοινωνικό σύστημα συμβατό με τον μουσουλμανισμό. Από την άλλη, για παρόμοιους λόγους, οι Καστιλιάνοι βασιλείς, εκκαθαρίζουν την Ιβηρική χερσόνησο από κάθε διαφορετική θρησκεία, για να μπορέσουν να επιβάλλουν ένα ομοιογενές πολιτισμικό πρότυπο, συμβατό με την μία ισχυρή αρχή που ήθελαν να προβάλλουν.
  Πολιτικά φαίνεται ότι η Δύση, με το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, δίνει μια λύση στο προσωπικό θρησκευτικό βίωμα του κάθε πολίτη, το οποίο δεν πρέπει να εμπλέκεται με το κράτος και τις επιδιώξεις του αλλά και πάλι, σήμερα, όπου τα θρησκευτικά πάθη αναζωπυρώνονται σε όλον τον κόσμο διαπιστώνουμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι θρησκευτικές ελευθερίες, δεν μένουν σε προσωπικό επίπεδο αλλά πολλές φορές, προσπαθούν να επιβάλλουν τις θέσεις τους στην πολιτική ( δες ΗΠΑ ακραίες χριστιανικές ομάδες υποστηρίζουν τους πιο συντηρητικούς πολιτικούς, Ευρώπη Μουσουλμανικοί πληθυσμοί αμφισβητούν τα δυτικά πολιτισμικά πρότυπα, Ελλάδα όπου ακόμα αναζητούμε το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους ).

  Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του μυθιστορήματος αυτού, ένα ερώτημα υπάρχει.
Ποιο θα είναι το τέλος της διακεκριμένης οικογένειας των μουσουλμάνων Μπανού Χουντάιλ, που ξεκινώντας από τη Δαμασκό, πριν από 500 χρόνια, φτιάχνουν στην περιοχή της Γρανάδας, όπου και κτίζουν το χωριό τους; Η τελευταία γενιά, ο Ουμάρ, η γυναίκα του η Ζουμπάιντα, τα τέσσερα παιδιά τους, ζουν σε έναν φαινομενικό παράδεισο, με όλες τις ανέσεις που τους παρέχει η θέση τους. Αισθάνονται ότι απειλούνται, οι πράξεις του Χιμένεθ, του νέου θρησκευτικού ηγέτη των χριστιανών της περιοχής, δεν αφήνει κανενός είδους περιθώριο αισιοδοξίας, ή οικογένεια δέχεται συνεχείς παροτρύνσεις για να ασπασθεί τον χριστιανισμό, μαζί με όλο το χωριό. Πάντως υπάρχει μια κανονικότητα στην καθημερινότητα τους, μια πίστη ότι ο δικός τους ανώτερος πολιτισμός τον οποίο βιώνουν δεν μπορεί να απειληθεί,  μια ισχυρή αίσθηση ότι η μοίρα θα καθορίσει το μέλλον τους, συζητάνε το θέμα αλλά τις αποφάσεις τις αφήνουν για αργότερα. 
  Ο μόνος που φαίνεται να διαφοροποιείται, είναι ο μεγάλος γιος της οικογένειας, ο Ζουχάιρ. Αισθάνεται το μάταιο της όποια αντίστασης, αλλά βαθιά μέσα του γνωρίζει ότι θα είναι ένας αγώνας προσωπικής τιμής, για όλα αυτά που πρεσβεύει ο πολιτισμός τους, ο οποίος χάνεται από μέρα σε μέρα.
  Λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος, ανακαλύπτω μια ενδιαφέρουσα αντιπαραβολή. Βλέπω τον αγέρωχο Μαυριτανό πολεμιστή Ζουχάιρ με τον νάνο μάγειρα της οικογένειας, καβάλα στα άλογα τους. Ο Ζουχάιρ, είναι ένας αληθινός πολεμιστής, που ηγείται μιας καταδικασμένης επανάστασης ενάντια στους Καστιλιάνους. Το γνωρίζει ότι ο αγώνας τους είναι καταδικασμένος, αλλά αισθάνεται ιερή υποχρέωση να μην εγκαταλείψει την πίστη του, τον τόπο του, τις πατρογονικές συνήθειες του. Δίπλα του, ο πιστός υπηρέτης της οικογένειας τους, ο νάνος μάγειρας,  στον οποίο, ο Ζουχάιρ αναθέτει μια σημαντική αποστολή. Στο μυαλό έρχεται αυτόματα το γνωστό δίδυμο της Ισπανικής λογοτεχνίας, ο Δον Κιχώτης και ο ιπποκόμος του ο Σάντσο Πάντσα. Το δίδυμο της συμφοράς, όπως μου άρεσε να το αποκαλώ. Ένας Ισπανός χωρικός, που στα γεράματα του αποφασίζει να γίνει ιππότης με το κοκαλιάρικο άλογο του, το Ροσινάντε, που ψάχνει τον έρωτα της ζωής του τη Δουλτσινέα. Εκατό χρόνια μετά από την εκκαθάριση της Ισπανίας από τους αλλόθρησκους, δημοσιεύει ο Θερβάντες το περίφημο έργο του, όταν πια οι Ιππότες έχουν χάσει την λάμψη που είχαν άλλοτε. Από τη μία, στο μυθιστόρημα του Tariq Ali, ένας αληθινός Μαυριτανός Ιππότης, που η ζωή του αφιερώνεται στα πιστεύω του και από την άλλη μια καρικατούρα Ιππότη. 
Μια αντιπαραβολή, που δείχνει πόσο τραγική ή αστεία μπορεί να γίνει η ιστορία, όταν βρεθείς σε λάθος χρόνο. Ο Ζουχάιρ είναι μια τραγική μορφή, αναζητά την αλήθεια, είναι νέος, γυναικάς, δυνατός, αλλά η ιστορία τον ήθελε να θυσιαστεί, δίχως να περιμένει κανείς κάτι χειροπιαστό από την γενναία αλλά και μάταιη πράξη του. Ο Δον Κιχώτης, είναι κι αυτός μια τραγική μορφή, οι συγχωριανοί του πιστεύουν ότι έχει χάσει τα λογικά του, θα γελοιοποιηθεί πολλές φορές, διότι κι αυτός σε λάθος χρόνο, φαντασιώθηκε ένα ρόλο Ιππότη, που ταίριαζε περισσότερο σε μεσαιωνικό παραμύθι παρά στην εποχή του, που οι σιδερένιες πανοπλίες ήταν άχρηστες μπροστά στη δύναμη των πυροβόλων όπλων.
  Το βιβλίο αυτό, στο τέλος του εμένα προσωπικά μου επιφύλαξε μια έκπληξη. Ένας "ήρωας" των παιδικών μου χρόνων, από τη σειρά "ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ ", τον οποίο φυσικά και δεν αποκαλύπτω, εμφανίζεται και πάλι με τρόπο, που επιβεβαιώνει την άποψη την οποία είχα σχηματίσει, από τότε. Ενός αδίστακτου Ισπανού στρατηγού, ο οποίος στο όνομα του εκπολιτισμού των αυτοχθόνων κατοίκων της Κεντρικής Αμερικής, εξολοθρεύει έναν ολόκληρο Λαό. Μόνο του κίνητρο είναι η καταλήστευση του χρυσού που κατείχαν οι άνθρωποι αυτοί, που είναι και ο πραγματικός λόγος που βρέθηκαν εκεί.  Ο εκπολιτισμός-εκχριστιανισμός είναι το πρόσχημα, η αιτία είναι να αποκτήσουν τα πλούτη των Λαών των νέων χωρών.

Το μυθιστόρημα αυτό επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά την πίστη μου, ότι η ιστορική συγκυρία, ο ιστορικός χρόνος στον οποίο καλούμαστε να ζήσουμε, είναι πάνω από τις ανθρώπινες μονάδες. Τι θέλει ο καθένας; Να ευτυχήσει, να ζήσει μια ειρηνική ζωή, να δημιουργήσει δίχως φόβο αυτό που η καρδιά του ορίζει. Τα σχέδια όμως, των δυνατών της κάθε εποχής είναι διαφορετικά από τις απλές αυτές επιθυμίες των Λαών. Και οι Λαοί τις περισσότερες φορές δεν μπορούν να αποφύγουν τη μοίρα τους, Τις περισσότερες φορές, όχι όμως πάντα. Και όχι δίχως θυσίες, οι οποίες κι αυτές αν θα έχουν κάποιο αποτέλεσμα θα καθορίζεται από τη γενικότερη ιστορική συγκυρία. 
  Το ερώτημα λοιπόν είναι ποιος μπορεί να διαβάζει σωστά τα σημάδια των καιρών κι αν μπορείς, πως αντιδράς σε αυτά; Αφήνεσαι να σε παρασύρει το ισχυρότατο ρεύμα των καιρών ή θυσιάζεσαι αρνούμενος την άνευ όρων παράδοση; Παραδίδεσαι αμαχητί σε αυτό που βλέπεις να έρχεται, το οποίο απειλεί τον τρόπο ζωής σου, την ίδια σου τη σκέψη; Ή αντιστέκεσαι μέχρι θανάτου, ελπίζοντας ότι τελικά θα μπορέσεις να αντιστρέψεις τη ροή της ιστορίας;


Κάποτε στη Γυνατού

  Τη θυμάμαι καλά εκείνη τη χρονιά. Τη θυμάμαι διότι θα ξεπερνούσα επιτέλους, την μέχρι τότε άρνηση των γονιών μου να ακολουθήσω την παρ...