Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Η ζωή κύκλους κάνει. (διήγημα)

  Η Όλγα χαιρόταν την εγγονή της, που έκανε τα πρώτα της βήματα στην αυλή του σπιτιού τους βγάζοντας επιφωνήματα ικανοποίησης. Η ματιά της συνεχώς ήταν πάνω της, μα το μυαλό της χανόταν σε όλα αυτά που απασχολούσαν το σπίτι τους. Ο γιος και η νύφη της, βρίσκονταν μπροστά στην πιο καθοριστική απόφαση της κοινής τους ζωής. Κάποια στιγμή θα έπαιρναν την τελική τους απόφαση. Το ήξερε, οι δουλειές στον κάμπο δεν πήγαιναν καλά, ο οικογενειακός κλήρος που τους αναλογούσε ήταν μικρός και η φετινή τους σοδειά φτωχή. Είχαν βάλει κάτω τα έξοδα που είχαν κάνει, το καλλιεργητικό δάνειο που όφειλαν στην τράπεζα, τα πιθανά έσοδα τους από τις πωλήσεις και την επιδότηση, ο επόμενος χειμώνας θα ήταν δύσκολος γι' αυτούς.

Πριν λίγες μέρες, είχε αποχαιρετήσει τον άλλον της γιο, ο οποίος για ένα ακόμα καλοκαίρι τους είχε επισκεφτεί με την οικογένεια του. Μετανάστης στη Γερμανία εδώ και έξι χρόνια, από τότε που ξέσπασε η κρίση στην χώρα. Αμέσως μόλις τον απέλυσαν από την επιχείρηση που δούλευε στη Θεσσαλονίκη, τα μάζεψε και έφυγε. Το δίπλωμα οδήγησης Δ΄ τάξης που είχε, του εξασφάλισε μια καλή δουλειά σε μια εταιρία του Μονάχου, που εκτελούσε μεταφορές μεταξύ των μεγάλων βιομηχανιών της κεντρικής Ευρώπης. Εύκολα βρήκε δουλειά και η γυναίκα του, έπαιρναν και τα επιδόματα των παιδιών, είχαν ξεφύγει από τη φτώχεια.

Στο αποχαιρετιστήριο τραπέζωμα στο πατρικό τους, εκείνος τους επανέλαβε για πολλοστή φορά την παραίνεσή του, να ακολουθήσουν το παράδειγμα του, η Γερμανία τους ήθελε, τους χρειαζόταν όπως τους είπε, όρεξη μόνο να είχες για δουλειά. Στην αρχή θα έμεναν στο σπίτι του, για λίγες εβδομάδες θα πήγαιναν σχολείο να μάθουν στοιχειωδώς τη γλώσσα, αυτό το θεωρούσαν απόλυτα αναγκαίο και πολύ γρήγορα η γερμανική υπηρεσία διαχείρισης του εργατικού προσωπικού, θα τους έβαζε στη δουλειά, ανάλογα με τα προσόντα τους. Επιπλέον θα έπαιρναν και 350 μάρκα για το παιδί τους κάθε μήνα. Θα έπιαναν δικό τους σπίτι, θα ζούσαν αξιοπρεπώς, θα έφτιαχναν τη ζωή τους δίχως το καθημερινό άγχος στο οποίο ζούσαν.

Τι προσόντα όμως; Ο Ιορδάνης παιδί του κάμπου ήταν, πέρα από ένα δίπλωμα οδήγησης τρακτέρ, τίποτα άλλο δεν είχε. Η Άννα, είχε μια βεβαίωση σπουδών από τεχνική σχολή, νοσηλεύτριας, αν και χωρίς προϋπηρεσία. Ο αδελφός του τους ενθάρρυνε, οι άξιοι εργαζόμενοι ποτέ δεν έμεναν δίχως δουλειά, συμπληρώνοντας ότι θα ζούσαν δίχως την καθημερινή αγωνία, που τους κατέτρωγε όλα αυτά τα χρόνια. Αν θα βρέξει, αν θα έχει καύσωνα, αν η τιμή θα είναι καλή, αν θα κατατεθούν έγκαιρα οι επιδοτήσεις, αν τα χρήματα θα τους φτάσουν να βγει ο χειμώνας. Λίγο πριν αποχαιρετιστούν, κάθισε απέναντι τους και ως τελευταίο επιχείρημα, τους παρουσίασε τον εαυτό του

"Δείτε εμένα. Έφυγα έγκαιρα, δίχως πολλές πολλές σκέψεις, τότε που μ' έδιωξαν από τη δουλειά. Σήμερα όμως το θεωρώ μεγάλη τύχη για την οικογένεια μου. Έχουμε ένα σταθερό εισόδημα, τα παιδιά μας μεγαλώνουν άνετα, δεν με τρώει το άγχος για το μέλλον τους, κάνω τις διακοπές μου κάθε χρόνο, έρχομαι και σας βλέπω και βάζω και κάτι λίγα στην άκρη για να φτιάξω το πατρικό μας για τα γεράματα, καλά να είμαστε μέχρι τότε!"

Η Όλγα και ο άντρας της άκουγαν, μα δεν μιλούσαν. Ήξεραν ότι ο μεγάλος τους γιος είχε δίκιο. Ο Ιορδάνης με τα λίγα χωραφάκια που καλλιεργούσε, δεν είχε μέλλον αν έμενε στο χωριό. Κάθε μήνα μέρος της σύνταξής τους κάλυπτε τα διάφορα έξοδα τους. Μια τα ψώνια απ' τη λαϊκή, μια την υποχρέωση του δανείου, μια το χαράτσι για το σπίτι τους, μια τα ρούχα της μικρής. Μια κουβέντα μόνο είπε στο τέλος κοιτάζοντας τους στα μάτια:

"Όπου κι αν πάτε, μαζί σας να πάρετε το παιδί σας... να το έχετε πάντα κοντά σας."

  Όλοι γνώριζαν τη δική της ιστορία. Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του 60, που οι γονείς της έφυγαν μετανάστες στη Γερμανία και την άφησαν μαζί με την αδελφή της πίσω με την γιαγιά τους. Δύο χρόνων μόλις η Όλγα και πέντε η μεγαλύτερη αδελφή της. Ήταν εκείνη η ημέρα, που απ' το το χωριό τους έφυγαν με τη μία οχτακόσια άτομα. Νέοι άνθρωποι όλοι, ελεύθεροι οι περισσότεροι, μα και αρκετά ζευγάρια. Είχαν πάρει τις ιατρικές εξετάσεις που πιστοποιούσαν ότι ήταν υγιείς, τα απαραίτητα έγγραφα συγκατάθεσης. Χωρίς αυτά οι Γερμανοί, οι ηττημένοι του πολέμου, με την ισχυρή βιομηχανία τους, θα τους έδιωχναν πίσω, αυτούς τους τάχατες νικητές. Θα τους έδιωχναν πίσω στα χωριά τους, τα οποία οι κυβερνήσεις των Αθηνών τα είχαν εγκαταλείψει, θεωρώντας ότι δεν είχαν μέλλον. Η ελληνική επαρχία φάνταζε στα μάτια των πρωτευουσιάνων ως ένας τόπος που έπρεπε να αργοπεθάνει, ίσως διότι τους θύμιζε την καταγωγή τους, τη φτώχεια από την οποία ξεκίνησαν, ήταν ο τόπος των δυστυχισμένων επαρχιωτών, που ο ελληνικός κινηματογράφος τους αναπαριστούσε ως αφελείς "βλάχους" ή κουτοπόνηρα δουλικά.

Στο χωριό τους τότε ζούσαν πάνω από 5000 χιλιάδες άτομα. Στις αίθουσες του σχολείου ασφυκτιούσαν οι μαθητές, στριμωγμένοι τρεις τρεις στα ξύλινα θρανία. Λίγοι τα κατάφερναν στα γράμματα. Οι περισσότεροι πήγαιναν στο σχολείο, ίσα ίσα για να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν. Οι γονείς τους φτωχοί άνθρωποι, δούλευαν σκληρά στο κάμπο, το κύριο εισόδημα τους προερχόταν από την καλλιέργεια των καπνοχώραφων. Δουλειά ατελείωτη για όλη την οικογένεια, για όλο το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και τον χειμώνα, μέχρι να εμφανιστούν οι καπνέμποροι. Περνούσαν από σπίτι σε σπίτι, έλεγχαν τα δέματα με τα παστάλια, καθόριζαν κατά το δοκούν την ποιότητά τους κι έδιναν την τιμή τους. Πολύς κόπος, λίγα τα χρήματα, τα έβγαζαν όμως πέρα. Ως την ώρα που μεγάλωναν τα παιδιά τους. Η γη που αναλογούσε στον καθένα ήταν μικρή, κι αν μοιραζόταν και σε όλα τα παιδιά της οικογένειας, γινόταν ελάχιστη, τόσο που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε καλλιέργεια να τους ζήσει. Κάποιοι έπρεπε να φύγουν. Κάποιοι έπρεπε να απελευθερώσουν τον χώρο για τους υπόλοιπους που θα έμεναν πίσω. Μέσα σε αυτούς, τους διωγμένους από την πατρίδα, ήταν και οι γονείς της Όλγας.

  Το τρένο που θα έκανε δυόμισι ημέρες για να τους μεταφέρει στο
Μόναχο, υπερπλήρες. Στα βαγόνια του στριμωγμένα πάνω από χίλια άτομα, πολλοί κάθονταν χάμω, πάνω στις βαλίτσες τους. Ως καλόπιασμα, οι Γερμανοί μεταφορείς, έδωσαν σε κάθε έναν από ένα δεματάκι με δυο κονσέρβες, ένα καρβέλι ψωμί, λίγες ελιές και ένα κομμάτι τυρί. Σε όλο το ταξίδι, τους έκαναν παρατηρήσεις, να μην φωνάζουν, να μην πετάνε χαρτιά έξω, τους συνήθιζαν στην αρμόζουσα συμπεριφορά που ήθελαν, εκεί στον βορά. Όλοι ταξίδευαν με την αγωνία για το που θα βρεθούν, με τη στενοχώρια για τους δικούς τους που άφηναν πίσω, ειδικά για τα παιδιά τους και όλοι ονειρεύονταν ένα γρήγορο πλουτισμό για να γυρίσουν στην πατρίδα τους, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Συγχρόνως όμως η καρδιά τους σκλήραινε, αδυνατώντας να αποδεχθούν στο “στενάχωρο” μυαλό τους, την όποια αιτία αυτού του διωγμού. Γιατί η Πατρίδα τους ανάγκαζε να αφήσουν τον τόπο στον οποίο είχαν μεγαλώσει; Δύσκολος ο τόπος τους, σκληρή η φτώχεια που τους βάραινε, σκληρή και η πολιτεία απέναντι τους... μα ήταν ο τόπος τους. Μέσα τους είχε ανοίξει μια πληγή, που ο χρόνος δεν θα τη γιάτρευε ποτέ, που θα τους πονούσε ακόμα περισσότερο όσο καταλάβαιναν ότι καμία ελπίδα επιστροφής δεν τους έδινε η Πατρίδα, αντίθετα τους ήθελε εκεί στα ξένα, για να στέλνουν τα εμβάσματα τους κάθε μήνα στη μάνα τους, στα παιδιά τους και έτσι η χώρα να αποκτά... συνάλλαγμα! 
Η Γερμανία με τα χιλιάδες εργοστασιακά φουγάρα θα γινόταν η δεύτερη πατρίδα τους, την οποία θα ευγνωμονούσαν για όλη τους τους τη ζωή, διότι τους έδωσε την ευκαιρία να ζήσουν με αξιοπρέπεια, παραβλέποντας ακόμα και το αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ήταν υποχρεωμένοι να κινούνται, ως καλοί εργάτες που έρχονταν από τις φτωχές χώρες του ευρωπαϊκού νότου.

Φτάνοντας στο Μόναχο στην αποβάθρα 11, στον "σταθμό της Ελπίδας", όπως τον ονόμασαν οι Ιταλοί εργάτες που προηγήθηκαν των Ελλήνων, τους μετέφεραν για να διανυκτερεύσουν, σε έναν τεράστιο υπόγειο χώρο, που στον πόλεμο χρησιμοποιούταν ως καταφύγιο. Την άλλη μέρα, το αντρόγυνο χωρίστηκε. Τον πατέρα της Όλγας, τον Νίκο, τον έστειλαν στο Βίτεν, σε ένα χυτήριο που έφτιαχνε εξαρτήματα για τρένα και καράβια. Την Ελένη, τη μητέρα της, την έστειλαν στην Στουτγάρδη, σε μια βιοτεχνία κατασκευής κουμπιών. Δεν τους ρώτησαν τίποτα! Μόνο έλεγξαν το μεγάλο νούμερο που υπήρχε πάνω στα χαρτιά τους. Αυτό καθόριζε, όπως έμαθαν αργότερα, σε ποια πόλη θα πήγαιναν. Πάντα την είχαν αυτή τη συνήθεια οι Γερμανοί. Δυσκολεύονταν να δουν τους ξένους με ένα, κάποιο όνομα. Έβλεπαν νούμερα και τεμάχια. Στο επίσημο γραφείο εύρεσης εργατών στη Θεσσαλονίκη, όταν έφταναν οι οδηγίες έλεγαν: "Θέλουμε 500 τεμάχια για το Μόναχο, 50 για τη Βρέμη..."

Έτσι χώρισαν τους γονείς της. Το πιο τραγικό ήταν ότι δεν υπήρχε κανένας τρόπος επικοινωνίας μεταξύ τους. Η Ελένη βρέθηκε μόνη της, χωρίς τον άντρα της, χωρίς τις κόρες, με μόνη συντροφιά τις άλλες πέντε συμπατριώτισσες της, που εργάζονταν στο ίδιο εργοστάσιο, να μοιράζονται εκτός από τη δουλειά και τον καημό τους, το ίδιο δωμάτιο με τα τρία δίπατα κρεβάτια, τα τρία τραπέζια, τις έξι καρέκλες, τους έξι φωριαμούς, την σόμπα με τα κάρβουνα, το ένα παράθυρο που έβλεπε προς το εργοστάσιο και το βαρύ, υγρό κρύο της πόλης. Έμαθε ότι, μετά από έναν χρόνο θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει να φύγει για άλλη πόλη ή άλλη δουλειά κι αυτό μόνο αν ήταν απόλυτα εντάξει στις υποχρεώσεις της έναντι της δουλειάς της. Μια δουλειά σχετικά εύκολη, καθόταν στη μηχανή συσκευασίας και την τροφοδοτούσε συνεχώς με τα ορθογώνια, χαρτονένια κουτιά, τα οποία γέμιζαν κουμπιά. Εύκολη δουλειά, αλλά μονότονη και βαρετή. Κάθε μία από τις συγκάτοικές της είχε ένα απόλυτα συγκεκριμένο πόστο, στην αλυσίδα της παραγωγής. Έτσι ήταν όλες οι δουλειές έμαθε αργότερα. Ο επιστάτης, ένας κοντόχοντρος, ροδαλός στο πρόσωπο Γερμανός, με ένα χαμόγελο πάντα στο πρόσωπό του, τις ρωτούσε το πρωί αν όλα ήταν καλά στη ζωή τους, αν είχαν κάποιο πρόβλημα. Προσωπικό ενδιαφέρον; Όχι! Απλά ήθελε οι εργαζόμενές του να έχουν την καλύτερη δυνατή διάθεση για να βγει το πλάνο της ημέρας. Καμιά τους δεν ξέχασε την ημέρα εκείνη, που σταμάτησε η μηχανή φινιρίσματος των κουμπιών, με αποτέλεσμα να σταματήσει όλη παραγωγή. Την αρχική έκπληξη του επιστάτη τους, την αμηχανία του όταν ο μηχανικός του μίλησε για ένα σπασμένο γρανάζι, το οποίο ήθελε τρεις ώρες για να αντικατασταθεί και το αδικαιολόγητο ξέσπασμά του, με φωνές που ακούστηκαν σε όλο το τμήμα, με λέξεις που εκστομίζονταν δίχως να μπορούν να τις κατανοήσουν, αλλά που πόνεσαν, σαν παλιά πληγή την καρδιά τους.

Κατάφεραν να βρουν τα ίχνη ο ένας του άλλου, μέσω των γραμμάτων, που αντάλλασσαν με τους γονείς τους στην Ελλάδα. Επικοινωνούσαν με γράμματα. Γράμματα που έστελναν στο χωριό τους με λίγα μάρκα για να μην λείψει κάτι στα παιδιά, γράφοντας τα συνηθισμένα, ότι όλα είναι καλά, εύκολη η δουλειά και ότι κερδίζουν αρκετά χρήματα. Έκρυβαν όμως τον πόνο τους για τους χωρισμούς που βίωναν, κάτω από την ελπίδα της καλυτέρευσης της ζωής τους. Τα μεταξύ τους γράμματα ήταν σαν απλές αναφορές της ζωής τους, δίχως συναισθηματισμούς, δίχως αληθινά λόγια αγάπης. Η ψυχή τους είχε πετρώσει πολύ γρήγορα, πολύ πριν τους χωρίσουν, πολύ πριν μπουν στο τρένο για τη ξενιτιά. Μετά από μια σειρά επιστολών που ανταλλάσσουν μεταξύ τους, αποφασίζουν να ζητήσει μετάθεση ο Νίκος για τη Στουτγάρδη. Η δουλειά της Όλγας είναι εύκολη, σε αντίθεση με αυτή του άντρα της, που δούλευε στην υψικάμινο του εργοστασίου. Μετά από δυο χρόνια τα καταφέρνει. Μετά από δυο χρόνια βρίσκονται ξανά μαζί, σε ένα από εκείνα τα ξύλινα σπίτια της πόλης, με εμφανή τα σημάδια του χρόνου πάνω τους, μα ήταν το σπίτι τους. Ένα διαμέρισμα με κεντρική θέρμανση, με δύο δικά τους δωμάτια τα οποία δεν θα τα μοιράζονταν με άλλους, με μια ξύλινη σκάλα που έτριζε ανυπόφορα όταν την ανεβοκατέβαινες. Ένα διαμέρισμα, στο οποίο θα έπρεπε να κτίσουν τη ζωή τους από τη αρχή. Να νιώσει ο ένας τις ανάγκες του άλλου, να εκμυστηρευτούν τα κρυμμένα μυστικά που τους κλείδωναν την ψυχή, να αγαπηθούν και πάλι. Μέρα τη μέρα η απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους μίκραινε, η κούραση και η μονοτονία της δουλειάς ήταν ελάχιστη απέναντι στη σιγουριά που τους εξασφάλιζε το μηνιάτικό τους, το οποίο τους έφτανε για να ζήσουν, που τους έφτανε να στέλνουν τα αναγκαία εμβάσματα στο χωριό τους, που τους έφτανε για να φτιάξουν τον πρώτο κουμπαρά της ζωής τους. Η δουλειά του Νίκου ήταν πλέον πιο εύκολη, δούλευε σ' ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε βίδες, κάθε είδους βίδες, εδώ δεν υπήρχε χυτήριο, αλλά μεγάλες πρέσες, τις οποίες απλώς παρακολουθούσε και ρύθμιζε.

  Τότε συζήτησαν και το θέμα των κοριτσιών τους. Να τις φέρουν κοντά
τους ή όχι; Είναι καλύτερα για εκείνες να παραμείνουν στο χωριό με τη γιαγιά ή να έλθουν στη Γερμανία; Η γιαγιά τους γράφει ότι όλα είναι καλά, τα χρήματα που τους στέλνουν φτάνουν για να ζουν σαν πριγκίπισσας, ότι στο σχολείο τα πηγαίνουν καλά, ότι είναι από τα καλύτερα κορίτσια του χωριού. Η Ελένη θέλει να είναι κοντά στα παιδιά της, ο άντρας της το σκέφτεται. Θα χρειαστούν μεγαλύτερο σπίτι, τα ενοίκια είναι πανάκριβα, τα έξοδα θα πολλαπλασιαστούν, ο στόχος τους να γυρίσουν κάποια στιγμή ευκατάστατοι στο χωριό τους θα απομακρυνθεί. Μα κι όταν γυρίσουν ποιον θα βρουν, αν τα κορίτσια τους τα φέρουν στη Γερμανία; Αν μεγαλώσουν στην ξένη χώρα, αν γευτούν τη γλύκα μιας σίγουρης και οργανωμένης κοινωνίας που θα τους προσφέρει κάθε ευκαιρία, θα θελήσουν άραγε να επιστρέψουν ποτέ στην Ελλάδα; Στο γερμανικό σχολείο θα ξεχάσουν τα ελληνικά - ζήτησαν Έλληνες δασκάλους, αλλά δεν φαινόταν να γίνεται γρήγορα αυτό - θα μάθουν τα Γερμανικά, θα μάθουν να σκέφτονται σαν Γερμανίδες. Κι αν παραστρατήσουν και ερωτευτούν κάποιον Γερμανό; Όχι, καλύτερα να μείνουν εκεί, στο χωριό, στο πατρικό του άντρα της. Αν χρειαστεί, όταν μεγαλώσουν, ας έλθουν στη Γερμανία, αλλά όχι τώρα.

Τις κόρες τους, την Όλγα και τη Μαρίκα, ποιος τις ρώτησε; Όλοι ήξεραν ποιο ήταν το καλό τους εκτός από αυτές τις ίδιες. Η Μαρίκα ήταν πια εφτά χρόνων και η Ελένη τεσσάρων. Ευτυχώς και οι φωτογραφίες που έρχονταν από τη Γερμανία και μπορούσαν να έχουν στο μυαλό τους την εικόνα των γονιών τους. Το ίδιο έκανε και η γιαγιά τους, κάθε χρόνο στην πανήγυρη του χωριού, αφού τις έντυνε με τα καλά τους, ζητούσε από το φωτογράφο να εκτυπώσει δύο φωτογραφίες τους, σε σκληρό χαρτί. Μια για το σπίτι τους και μια για να την στείλει στη Γερμανία. Στο σχολείο δεν ήταν μόνες τους. Σχεδόν το ένα τρίτο των παιδιών του χωριού, ζούσαν μακριά από τους γονείς τους. Κάποιοι ελάχιστοι μόνο, είχαν την τύχη να ανακοινώσουν στο σχολείο, ότι θα έρχονταν οι γονείς τους το καλοκαίρι και θα τους έπαιρναν μαζί τους. Με αυτή την ελπίδα ζούσαν και οι δυο αδελφές. Στο παιχνίδι τους έφτιαχναν βαλίτσες, έβαζαν μέσα τα πράγματα τους και στέκονταν στην αποβάθρα των τρένων, κρατώντας σφιχτά τα χέρια των γονιών τους για το ταξίδι, ζούσαν τη στιγμή που θα αποκτούσαν και πάλι μπαμπά και μαμά. Όσο κι αν τις παρηγορούσε η γιαγιά τους, όσο κι αν τους έλεγε ότι αυτή ήταν εκεί για αυτές, ότι κι εκείνη τις αγαπούσε το ίδιο και διπλά, εκείνες όσο μεγάλωναν ήθελαν την αγκαλιά της μάνας τους, τα γλυκόλογα της που τα ονειρεύονταν στο ύπνο τους, την αυστηρή μορφή του πατέρα που τους έλειπε.

Η Ελένη και ο Νίκος επέστρεψαν μετά από πέντε χρόνια. Την ημέρα, που έφτασαν στο σπίτι, κατεβάζοντας τις βαλίτσες και πληρώνοντας το ταξί, τα κορίτσια κόλλησαν δίπλα στη γιαγιά τους προσπαθώντας να γνωρίσουν τα πρόσωπά τους. Τα πέντε χρόνια ήταν πολλά, αλλά ευτυχώς οι φωτογραφίες που λάβαιναν από τη Γερμανία, είχαν αποτυπώσει στο μυαλό τη μορφή τους, ναι αυτοί ήταν οι γονείς τους. Τα δάκρυα της μάνας που κυλούσαν στα μάγουλά της παραξένεψαν την Όλγα. Εκείνη χαιρόταν, επιτέλους την κρατούσε στην αγκαλιά της, αφέθηκε σε εκείνο το σφιχταγκάλιασμα. Στη συνέχεια ο πατέρας της τη σήκωσε στον αέρα, την έκανε ένα κύκλο γύρω γύρω, τη θαύμασε για το πόσο είχε μεγαλώσει, την έσφιξε σφιχτά στην αγκαλιά του. Αυτή η στιβαρή αγκαλιά του πατέρα της, τις άρεσε. Την ίδια ώρα, η Ελένη, αγκάλιασε τη μεγάλη της κόρη τη Μαρίκα, δέκα χρόνων είχε γίνει πια, τα δάκρυα της, συνέχιζαν να τρέχουν, και της Μαρίκας τα μάτια βούρκωσαν στην αρχή, μέχρι που ξέσπασε σε ένα κλάμα γεμάτο αναφιλητά, το οποίο κρατούσε όλον αυτόν τον καιρό μέσα της, για τον εαυτό της. Ξέσπασε, η μάνα της ήταν επιτέλους εκεί, μπροστά της, ένιωθε τη ζεστασιά της. Όταν ο πατέρας της την πλησίασε, πήρε μια βαθιά ανάσα, με το μανίκι της σφούγγισε τα μάτια της, εκείνος την κάθισε στο γόνατο του, την παρηγορούσε με κάθε λόγο που μπορούσε να σκεφτεί, εκείνη έσκυψε το κεφάλι της σαν να ντράπηκε για την αδυναμία που έδειξε πρωτύτερα, ήταν η μεγαλύτερη, έπρεπε να είναι δυνατή, υπεύθυνη, να μην δίνει δικαιώματα. Τι θα σκεφτόταν τώρα γι' αυτήν ο πατέρας της;

Στην πανήγυρη της Αγίας Κυριακής, όλοι μαζί κίνησαν για το ξωμονάστηρο. Τα κορίτσια κράταγαν σφιχτά τα χέρια, η μεγάλη της μάνας και η μικρή του πατέρα τους. Για πρώτη φορά αισθάνονταν τόσο υπερήφανες, τόσο χαρούμενες. Για πρώτη φορά θα αντίκριζαν την μικρή κοινωνία του χωριού τους, δίχως να σκύβουν το κεφάλι. Η αμηχανία των πρώτων ημερών σιγά σιγά, είχε υποχωρήσει. Οι χειραψίες, οι αγκαλιές, τα καλωσορίσματα τους συνόδευαν σε κάθε τους βήμα. Μετά τη λειτουργία και την περιφορά της εικόνας που ακολούθησε, επισκέφτηκαν το αυτοσχέδιο παζάρι που είχε στηθεί έξω από το μοναστήρι. Ήταν καθιερωμένο, μέχρι τώρα το έκανε η γιαγιά τους, να διαλέξουν τα κορίτσια από ένα παιχνίδι και να τους το αγοράσει. Φέτος αυτό θα το έκαναν οι γονείς τους. Της Όλγας της αγόρασαν μια κούκλα για να κάνει παρέα στην άλλη, εκείνη με τις ξανθιές μπούκλες που τους έφεραν από τη Γερμανία και της Μαρίκας μια όμορφα ζωγραφισμένη κασετίνα, από εκείνες που άνοιγαν σέρνοντας το καπάκι τους. Μετά κάθισαν σε ένα από εκείνα τα αυτοσχέδια καφενεδάκια που είχαν στηθεί για την πανήγυρη, με τη τσίκνα του κρέατος να γεμίζει την ατμόσφαιρα και τις μπύρες να γεμίζουν τα τραπέζια. Ήδη ο νταχαρές και η γκάιντα έπαιζαν τις μελωδίες του τόπου τους, το χοροστάσι είχε στηθεί, κάτω από τα θεόρατα πλατάνια, που εμπόδιζαν τις ακτίνες τις ήλιου, να γίνουν ενοχλητικές. Σε λίγη ώρα σηκώθηκε και ο πατέρας και κρατώντας τη μητέρα τους με το μαντήλι του, έσυρε το χορό με βήματα που πατούσαν τη μια τη γη βαριά, τον τόπο που τους έδιωξε και στη συνέχεια ορθωνόταν προς τα πάνω, σαν να ήθελε να προσπεράσει τη στιγμή εκείνη. Ένα χορό όλο λεβεντιά και καμάρι, αλλά κι έναν πόνο στο πρόσωπό του, που φαινόταν ολοκάθαρα όταν έκλεινε τα μάτια του και κρυφά, η χαρά της στιγμής του έπνιγε την ψυχή. Τα δυο κορίτσια κάθονταν στις καρέκλες τους και χαίρονταν με την εικόνα των γονιών, ήταν εκεί, μπροστά τους, μαζί τους, έτσι θα ήταν από εδώ και πέρα.

Η χαρά τους δεν κράτησε για πολύ. Σε τρεις εβδομάδες θα έπρεπε οι γονείς τους να επιστρέψουν στη Στουτγάρδη. Ήδη στην πρώτη κουβέντα, που έκανε η Μαρίκα με τη γιαγιά της, για το πότε θα φύγουν, κατάλαβε ότι δεν είχε καν τεθεί το ζήτημα για να ακολουθήσουν κι αυτές τους γονείς τους. Κάθισε κάτω από την παχιά συκιά, στη άκρη της αυλής τους γεμάτη οργή, απελπισία, δεν μπορούσε να κατανοήσει πως γινόταν να μην τις θέλουν κοντά τους οι γονείς τους. Ειδικά η μάνα της. Τα δάκρυα της έτρεχαν, δεν ακούστηκε όμως ούτε ένας ήχος, ένας λυγμός που θα πρόδιδε τον πόνο που ένιωθε στην καρδιά της. Δεν τις ήθελε η μητέρα τους; Μα πως γινόταν; Οι στίχοι του Πολέμη για την μητέρα, τους οποίους είχε απαγγείλει με τόση ένταση στην τάξη της ώστε να εισπράξει ένα χαμόγελο επιδοκιμασίας από τον πάντα αυστηρό δάσκαλό της, άλλα έλεγαν. "... Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω φιλά να γιάνει την πληγή. Αυτή, τι πρέπει να αφήσω και τι να κάμω μ΄ οδηγεί...". Σε λίγο την βρήκε και η Όλγα. Κάθισε δίπλα της, ήξερε την αδελφή της, αισθάνθηκε μεμιάς ότι κάτι άσχημο γινόταν. Η Μαρίκα της το είπε αμέσως:

"Δεν θα μας πάρουν μαζί τους..... εδώ θα μας αφήσουν."

Η Όλγα την κοίταξε στα μάτια, μην μπορώντας να κατανοήσει αμέσως τι σήμαιναν τα λόγια της αδελφής της, αλλά τα βουρκωμένα μάτια της Μαρίκας, τη συνέφεραν μεμιάς.

"Ψέματα, που το ξέρεις εσύ;"

"Το ξέρω... μου το είπε η γιαγιά!"

Τις επόμενες ημέρες τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Όταν η μικρή Όλγα, εκεί που κάθονταν στη αυλή του σπιτιού με όλη την οικογένεια, πλησίασε τον πατέρα της και τον ρώτησε αν είναι αλήθεια, ότι δεν θα τους πάρουν μαζί τους. Η συζήτηση που είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή σταμάτησε κι όλοι γύρισαν προς τον πατέρα. Εκείνος κάθισε την Όλγα στα πόδια του και αφού ζήτησε και το βλέμμα της γυναίκας του, άρχισε να τους λέει ότι η Γερμανία δεν είναι καλός τόπος για τα παιδιά, ότι στα σχολεία τους δεν θα μάθουν ελληνικά, ότι θα ξεχάσουν τον τόπο τους και σε λίγα χρόνια θα γίνουν Γερμανάκια, ότι αυτοί θα έρχονται κάθε χρόνο πια και θα τις βλέπουν από κοντά, ότι όταν μεγαλώσουν θα μπορέσουν κι αυτές να τους επισκέπτονται στην Γερμανία, ότι ελπίζουν να μην χρειαστεί, να μπορέσουν να επιστρέψουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στην Πατρίδα τους. Ήξερε ότι σε αυτό το τελευταίο έλεγε ψέματα, η φτώχεια εξακολουθούσε να βασανίζει τον τόπο τους.

"Μαμά, δεν μας αγαπάτε;" ρώτησε η Μαρίκα.

Η Ελένη κόμπιασε προς στιγμή, αλλά γρήγορα συνήλθε και της απάντησε με έντονη φωνή.

"Αυτό να μην το ξαναπείς, ασφαλώς και σας αγαπάμε, γ' αυτό βρισκόμαστε τόσο μακριά από το σπίτι μας, γιατί εκεί βγάζουμε χρήματα και με αυτά ζείτε εσείς καλά, με αυτά θα μπορέσετε να τελειώσετε το σχολείο, μα αυτά θα σπουδάσετε, θα προκόψετε στη ζωή, εδώ στην Πατρίδα σας... Σας αγαπάμε, αλλά για σας είναι καλύτερα να ζήσετε εδώ, κοντά στη γιαγιά σας, στον τόπο μας, που τον ξέρετε και τον αγαπάτε!"

Η κουβέντα σταμάτησε εκεί. Και οι δύο αδελφές κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε κανένας τρόπος για να αλλάξει αυτή η απόφαση των γονιών τους. Τις επόμενες μέρες οι Όλγα, συνέχεια ήθελε να βρίσκεται κοντά στους γονείς της, να νιώθει τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, το άγγιγμα τους με κάθε ευκαιρία. Αντίθετα η Μαρίκα κλείστηκε στον εαυτό της, τα λόγια της ήταν λίγα, η όψη της πάντα θλιμμένη, όλοι ήξεραν τι αισθανόταν, είχαν όμως την ελπίδα ότι γρήγορα θα αποδεχόταν την πραγματικότητα.

Η ημέρα του αποχαιρετισμού ήταν δύσκολη για όλους. Η Ελένη κράτησε τα παιδιά της στην αγκαλιά της σφιχτά για αρκετή ώρα, αδυνατούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της, οι κόρες της της όμως, στέκονταν σαν ξύλα, ανέκφραστες, η σκληρότητα φώλιασε πολύ γρήγορα στην ψυχή τους. Ο πατέρας τους τις αγκάλιασε κι αυτός, μία μία, τις φίλησε και η τελευταία του κουβέντα ήταν: "Να ακούτε τη γιαγιά σας!"

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν στο ίδιο μοτίβο. Οι γονείς τους επέστρεφαν για λίγες ημέρες το καλοκαίρι, κάθε ένα ή δύο χρόνια, οι επιταγές έρχονταν από τη Γερμανία για να έχουν ότι χρειάζονταν, στο σχολείο προόδευαν και οι δύο - πιο καλή η Μαρίκα που ήθελε να γίνει γιατρός. Με τα χρόνια όμως, μεγάλωναν και οι δικές της ευθύνες. Φερόταν σαν αυτή να ήταν η μητέρα της Όλγας, βοηθούσε τη γιαγιά της στις δουλειές του σπιτιού, είχε γεράσει πια, χρειαζόταν όλο και περισσότερη βοήθεια. Τα πράγματα έγιναν πιο δύσκολα στο σπίτι, όταν πετυχαίνει το στόχο της, περνά στη Θεσσαλονίκη και στο χωριό μένει μόνη της η Όλγα με τη γιαγιά. Και είναι μόλις δεκαπέντε χρόνων. Η απουσία της αδελφής της την στενοχωρεί, όσο κι αν προσπαθεί η γιαγιά της δεν είναι ο άνθρωπος εκείνος στον οποίο μπορεί να βρει το στήριγμα που χρειαζόταν. Η γιαγιά το μόνο που της δίνει, αυτό μπορούσε, ήταν το φαγητό της, τα καθαρά ρούχα της και πολλές πολλές συμβουλές και απαγορεύσεις.

Τώρα πια αυτό που περίμενε, ήταν οι διακοπές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, το καλοκαίρι, τότε που η αδελφή της, θα γύριζε στο χωριό και θα την είχε κοντά της, δίπλα της στο ίδιο δωμάτιο, να μοιράζονται τα όνειρά τους. Μα κι αυτό αλλάζει. Μαζί της κουβαλά τα βαριά βιβλία της σχολής της, διαβάζει αρκετά, θέλει να πάρει γρήγορα το πτυχίο της, να πιάσει δουλειά, να μην έχει κανέναν ανάγκη. Αυτό συμβουλεύει και την Όλγα. Να είναι καλή στο σχολείο ώστε να μπορέσει να κερδίσει και τη δική της ανεξαρτησία.

Την άνοιξη που η Όλγα κλείνει τα δεκαεπτά της, μέσα από μια σειρά γραμμάτων που ανταλλάσσουν και ενός τηλεφωνήματος, μαθαίνει ότι εκείνο το καλοκαίρι δεν θα έλθουν στο χωριό οι γονείς της. Τους πείθει ν' ανέβει αυτή για ένα μήνα στη Γερμανία. Αρχές Ιουλίου την παραλαμβάνουν από τον σταθμό του Μονάχου και σε λίγες ώρες βρίσκονται στη Στουτγάρδη, στο σπίτι που μοιράζονται τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια οι γονείς της. Ένα μικρό διαμέρισμα, περιποιημένο, με ελάχιστα πράγματα να θυμίζουν Ελλάδα, σίγουρα όχι με ιδιαίτερο γούστο στολισμένο, αλλά ήταν το σπίτι των γονιών της. Πίστευε ότι μια θέση τη δικαιούταν κι αυτή εκεί μέσα. Το βράδυ της έστρωσαν να κοιμηθεί στον καναπέ απέναντι στην τηλεόραση, δεν καταλάβαινε τη γλώσσα, γρήγορα την πήρε ο ύπνος όπως ήταν κουρασμένη. Το άλλο πρωί που ξύπνησε ήταν μόνη, οι βάρδιες και των δυο γονιών της ήταν πρωινές. Έφτιαξε κάτι να φάει, όλα της φαίνονταν διαφορετικά, το ψωμί ήταν πιο γλυκό, έτοιμο κομμένο σε φέτες, το βούτυρο πιο βαρύ, το γάλα πιο ελαφρύ, σαν νερό. Απ' το παράθυρο κοίταξε προς το δρόμο, λίγα αυτοκίνητα περνούσαν, τα σπίτια στη σειρά όλα στο ίδιο στυλ, ως τρεις ορόφους το πολύ. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, φωτεινή, καλοκαιρινή μα χωρίς την κάψα του χωριού τους. Έψαξε κάτι στο σπίτι για να περάσει την ώρα της, βρήκε τη "Βεντέτα", που διάβαζε η μάνα της, την ξεφύλλισε αρκετές φορές, η ώρα δεν περνούσε. Σκέφτηκε να βγει έξω, αλλά δεν έβλεπε πουθενά κανένα κλειδί για να κλειδώσει το σπίτι. Θα έφτιαχνε κάποιο φαγητό, να βρουν έτοιμο οι γονείς της, μα κι αυτό δεν στάθηκε δυνατόν, για ότι ήξερε να φτιάχνει, της έλειπαν τα απαραίτητα υλικά.

Κατά τις 5 το απόγευμα η πόρτα άνοιξε, οι γονείς την αγκάλιασαν, την ρώτησαν πως πέρασε τη μέρα της... τι να τους έλεγε; Η μητέρα της άφησε τα ψώνια στο τραπέζι, άλλαξε στα γρήγορα και μπήκε στην κουζίνα για να φτιάξει το φαγητό. Ο πατέρας της άνοιξε την τηλεόραση, κάθισε στο καναπέ και άρχισε να διαβάζει το ΒΗΜΑ της χτεσινής μέρας, που αγόρασε ερχόμενος στο σπίτι. Η Όλγα μπήκε στην μικρή κουζίνα, με τον στενάχωρο διάδρομο και το τραπεζάκι με τις δυο καρέκλες, όχι για να βοηθήσει αλλά για να έχει την ευκαιρία να ανταλλάξει κάποιες κουβέντες μαζί της. Εκείνη της μίλησε για την Μαρίκα, που όπου να 'ταν θα τελείωνε την ιατρική, για τη χαρά τους, που θα είχαν μια κόρη γιατρό. Ρώτησε για την υγεία της πεθεράς της, των γονιών της, των υπόλοιπων συγγενών τους. Για όλα είπαν εκτός για το γεγονός της δικής της άφιξης και τη δική της ζωή. Της είπε να στρώσει το τραπέζι στο καθιστικό και η μητέρα σέρβιρε το φαγητό. Η κούραση των γονιών της ήταν εμφανής, η δυσκολία με την οποία αντάλλαζαν τις κουβέντες τους, ιδιαίτερα ο πατέρας της ήταν σαν να μην ήταν παρόν, τη μια κοίταζε το πιάτο του, μιλούσε χωρίς να τις κοιτάζει και την άλλη την τηλεόραση, που μάλλον είχε ειδήσεις. Η Όλγα ζήτησε ένα κλειδί, να βγει λίγο έξω ήθελε την επόμενη μέρα. Η μητέρα της χαμογέλασε, της είπε δεν θα χρειαστεί, πήρε άδεια για όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, θα βγούνε μαζί. Χάρηκε η Όλγα!

Την άλλη μέρα το πρωί, μάνα και κόρη σηκώθηκαν την ίδια ώρα, έφτιαξαν πρωινό, αυτή τη φορά κάθισαν στο τραπεζάκι της κουζίνας, συνέχισαν την κουβέντα τους, πάλι για τη Μαρίκα, για το αν γνώριζε αν υπήρχε κάποιος φίλος στη ζωή της, η Όλγα απάντησε ότι δεν ήξερε, ελάχιστα της είχε πει η αδελφή της, ήξερε βέβαια ότι υπήρχε ο Γιώργος, ο συμφοιτητής της, αλλά ήταν από εκείνα τα μυστικά που δεν είχε δικαίωμα να πει... στη μητέρα της, που τώρα προσπαθούσε να μάθει αυτά που θα όφειλε να ξέρει. Τη συμβούλεψε, επιτέλους είπε κάτι που αφορούσε κι εκείνην, να μοιάσει στην αδελφή της, να περάσει σε μια καλή σχολή, να σπουδάσει και να μην σκέπτεται τα έξοδα, αυτοί ήταν εκεί για να τη στηρίξουν.

Η Όλγα εκείνη τη στιγμή βρήκε το θάρρος, κι επιτέλους ξεστόμισε αυτό που κρατούσε μέσα της τόσο καιρό, αυτό που είχε κόψει το εφηβικό της χαμόγελο και γέμιζε με θλίψη τα ωραία της μάτια, τα μάτια της μάνας της όπως της έλεγαν όλοι: 

"Μάνα δεν θέλω να σπουδάσω. Δεν μπορώ άλλο να είμαι μόνη μου. Η Μαρίκα έφυγε, η γιαγιά δεν καταλαβαίνει τίποτα από αυτά που της λέω, εσείς με αφήσατε μακριά σας. Αυτό που θέλω είναι να βρίσκομαι εδώ, κοντά σας, μαζί σας!"

Η Ελένη σαν να περίμενε να ακούσει αυτά τα λόγια της κόρης της, σήκωσε το βλέμμα της και το κάρφωσε ίσα στα μάτια της κόρης της. Η Όλγα κατάλαβε. Η συνέχεια δεν ήταν διόλου ευχάριστη. Η Ελένη της υπενθύμισε ότι αυτά τα είχαν συζητήσει πριν από πολύ καιρό, είχε την εντύπωση ότι είχε γίνει μια συμφωνία μεταξύ τους, ότι αυτοί θα έτρωγαν με το κουτάλι τη Γερμανία, για να φτιάξουν τη ζωή τους, να ξεφύγουν οριστικά από τη φτώχεια που έδερνε τις δικές τους οικογένειες, για να μην τους λείψει τίποτα. Κι αυτές, οι κόρες της, μία μόνο υποχρέωση είχαν, να μείνουν και να προκόψουν στην Ελλάδα.

"Μα, μάνα, δεν ζήσαμε ποτέ σαν οικογένεια!"

Εκεί η Ελένη κόμπιασε, για πολύ λίγο όμως, και με σίγουρες λέξεις της απάντησε ότι οικογένεια, είναι όλα αυτά που έχει και πάνω απ' όλα η φροντίδα που απολαμβάνει και από τη γιαγιά της και από τους γονείς της... Κλείνοντας αυτή τη σύντομη κουβέντα, της τόνισε ότι δεν ήθελε να πει τίποτα από αυτά στον πατέρα της. Η κουβέντα έγινε μεταξύ τους και μεταξύ τους θα έμενε.

Τις επόμενες ημέρες, η μητέρα της την γύρισε σε όλη την περιοχή, το Σαββατοκύριακο ήταν μαζί και ο πατέρας τους. Γύρισαν στο κέντρο της πόλης, στα μεγάλα πολυκαταστήματα της περιοχής, αγόρασαν τα δώρα που θα έπαιρνε μαζί της φεύγοντας, έφαγαν στο εστιατόριο ενός συμπατριώτη τους. Σε κάθε ευκαιρία απαξίωναν τη ζωή τους στη Γερμανία, τον ήλιο που τους έλειπε, η υγρασία που τους τσάκιζε τα κόκαλα, το φαγητό που δεν είχε τη νοστιμιά του τόπου τους, τα αφεντικά που όλο διατάσσουν.

Η Όλγα άκουγε, έβλεπε και μιλούσε όλο και λιγότερο. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Αφού ήταν όλα τόσο άσχημα γιατί εξακολουθούσαν να μένουν εκεί; Αφού τους έλειπε η Πατρίδα, γιατί δεν έρχονταν πιο συχνά σε αυτή; Τι ήταν τελικά γ' αυτούς η πατρίδα; Τα παιδιά τους τι θέση είχαν στη ζωή τους; Πως μπορεί μια μάνα να κρατά σε τόση απόσταση τα δικά της παιδιά; Κι ο πατέρας της; Το μόνο που της έλεγε ήταν να τελειώσει το Λύκειο και να περάσει σε μια καλή σχολή, όπως η αδελφή της. Κι ότι χρειαστεί, αυτοί θα ήταν εκεί. Ότι χρειαστεί; Μα αυτό που χρειαζόταν δεν το είχε όταν έπρεπε. Τι ζητούσε τώρα κι αυτή εκεί; Σίγουρα τους χάλασε την ησυχία τους, τη καθημερινή ρουτίνα τους. Μα πέρα από μια σταθερή εργασία τι άλλο έβρισκαν σε αυτήν τη ξένη χώρα, που όπως της επαναλάμβαναν συνεχώς, δεν έκανε για εκείνην;

Στο ταξίδι της επιστροφής έφερνε ξανά και ξανά στο μυαλό της όλα αυτά που της επαναλάμβαναν μονότονα οι γονείς της, όλες αυτές τις τρεις εβδομάδες που έζησε κοντά τους. Ίσως να έχουν δίκιο, δεν ήταν γι΄ αυτήν η Γερμανία. Οι γονείς της πέρα από τη μηνιαία επιταγή τους, δεν είχαν κάτι άλλο να της προσφέρουν. Την αγάπη τους που ήθελε να νιώσει, έστω και τώρα στα δεκαεπτά της, δεν τη βρήκε.

Μια χρονιά της έμενε για να τελειώσει το Λύκειο, αλλά για την Όλγα δεν είχε κανένα νόημα πια. Το διάβασμα της ήλθε σε δεύτερη μοίρα, όταν την φλέρταρε ο Θανάσης, ένας νέος από το χωριό τους, ο οποίος μόλις είχε καταφέρει να διοριστεί στα εξωτερικά συνεργεία της ΔΕΗ, της περιοχής τους. Λίγο μετά το Πάσχα κλέφτηκαν, και το καλοκαίρι, έγινε ο γάμος. Εκεί και οι γονείς της. Πιο πολύ έδειχνε να το χαίρονται η γιαγιά της και η αδελφή της, παρά εκείνοι. Την Όλγα δεν την ένοιαξε. Έτσι κι αλλιώς, ετοιμαζόταν να φτιάξει πια τη δική της οικογένεια, δίχως καμία ανάγκη να αποχωριστεί τα παιδιά της, δίχως καμία ανάγκη να εγκαταλείψει την πατρίδα της, το χωριό της για έναν τόπο ξένο... τόσο ξένο που να σε κάνει να βάζεις σε δεύτερη μοίρα, τα ίδια σου τα παιδιά.

Και σήμερα η Όλγα, στα 54 της, ζει ξανά τη διάλυση της οικογένειάς της. Κι αυτή τη φορά με το φευγιό και του δεύτερου γιού της, της νύφης της, της εγγονής της, προς τον ίδιο προορισμό, τη χώρα με τις πολλές δουλειές και τη σκληρή τη γλώσσα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι αυτή που αφήνει τα παιδιά της πίσω αλλά τα δικά της παιδιά, που θα την αφήσουν με μόνη παρέα τον άντρα της, το Θανάση, να ζουν τους χειμώνες περιμένοντας τα καλοκαίρια, για να δουν τα παιδιά τους ξανά, να αγκαλιάσουν τα εγγόνια τους.

Μα πόσο απρόβλεπτοι είναι αυτοί οι κύκλοι της ζωής; Εκεί που φαίνονται αμετακίνητοι, να λάμπουν στον ήλιο, να χωράνε μέσα τους τη χαρά της ζωής σου, ξαφνικά σπάνε σε ένα τους σημείο μόνο, ίσα ίσα για να ενωθούν με τους κύκλους του παρελθόντος, όχι μόνο του δικού σου, αλλά ενός ολόκληρου Λαού. Σαν να μην έχεις το δικαίωμα να ξεχάσεις ότι πάνω από αυτή τη χώρα πλανάται μια κατάρα σκοτεινή, πολύ παλιά, από εκείνα τα χρόνια που θυσίαζε τα παιδιά της, στέλνοντας τα να αποικίσουν ξένους τόπους, για να μείνει χώρος ελεύθερος γι' αυτούς που έμεναν πίσω. Μια χώρα που κάθε τόσο, υποχρεώνεται για να επιβιώσουν οι άνθρωποι της, να θυσιάζει στα ξένα κάποιους από αυτούς. Η πληγή να πονά κι εκεί που μετά από πολύ χρόνο επουλώνεται, μια κοφτερή νυχιά να την ανοίγει και πάλι. Μικρή η χώρα μας, φτωχή, όλο βουνά και πέτρα, δύσκολη η επιβίωση των ανθρώπων της, μα αυτό ήταν και το μεγάλο της πλεονέκτημα, έτσι άνοιξε τα πανιά της προς κάθε κατεύθυνση, έλεγαν οι δάσκαλοι στο σχολείο στα δικά της παιδικά χρόνια ... μα για το τίμημα, κανένας δεν μίλησε ποτέ.

29 Ιανουαρίου 2018



Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Γεμάτη ζωή του Τζων Φάντε

 Η νουβέλα, Γεμάτη ζωή, του Αμερικανού συγγραφέα με καταγωγή από την Ιταλία, Τζών Φάντε, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1952 και μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις το 2022.  Στο εξώφυλλο, χαρακτηρίζεται ως... "Μια συζυγική νουβέλα". Και πράγματι, αυτό είναι. Μια απλή ιστορία - δίχως μυστήρια, κάποια φοβερή πλοκή ή περίτεχνα λογοτεχνικά ευρήματα - η οποία αφορά τον ίδιο τον συγγραφέα και την έγκυο σύζυγό του. 
 Το έργο αυτό μάλιστα έγινε και ταινία στο Χόλυγουντ, το 1956 με τίτλο Full of life και πρωταγωνιστές τη Τζούντι Χολιντέι, τον Ρίτσαρτ Κόντε και τον Σαλβατόρε Μπακαλόνι. Το σενάριο το έγραψε ο ίδιος ο Τζων Φάντε.
 Η νουβέλα αυτή μου άρεσε! Ο τρόπος με τον οποίο εξιστορεί αυτά που γίνονται στο σπίτι του ανάμεσα σε αυτόν, τη γυναίκα του και τον πατέρα του, τον οποίον φιλοξενούν για κάμποσο καιρό, με έκαναν να χαμογελάσω αρκετές φορές. Κι άλλες φορές ένιωσα την αγωνιώδη αλλά και την στοργική σχέση τους. Αλλά για μένα δεν αποτέλεσε μόνο ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Μου έφερε στο μυαλό του συμπατριώτες μου, οι οποίοι μετανάστευσαν στην Αμερική και τις άλλες αγγλόφωνες χώρες, με την τεράστια ικανότητα να τους ενσωματώνουν πλήρως. Αν όχι αυτούς τους ίδιους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους σίγουρα. Και μπορεί εδώ οι πρωταγωνιστές να είναι Ιταλοί, αλλά πολλά που εξιστορούνται  - το έργο είναι αυτοβιογραφικό  - μοιάζουν ή είναι ίδια με τον τρόπο συμπεριφοράς των Ελλήνων μεταναστών.
 Πρώτα πρώτα κουβαλούν μαζί τουςσαν πολύτιμο φυλακτό, τις θύμισες, τα έθιμα, τη θρησκεία και τις δοξασίες του τόπου καταγωγής τους και δεν δέχονται καμία έκπτωση σε αυτά τους τα πιστεύω. Είναι τόσο προσκολλημένοι σε αυτά, που σε πολλές περιπτώσεις ενώ ο τόπος καταγωγής τους κάνει βήματα προς τα μπρος, αυτοί που ζουν τόσο μακριά, δίχως ουσιαστική επαφή πια με την πατρίδα τους, αρνούνται να κάνουν το όποιο βήμα υποχώρησης, φοβούμενοι ότι θα προδώσουν του προγόνους τους, τους οποίους εγκατέλειψαν για να ευημερήσουν αλλού. Το να μένουν πιστοί στις συνήθειες της πατρίδας τους, είναι η μοναδική τους άμυνα, απέναντι στη λήθη της ίδια της ύπαρξης τους.  

  Τι γίνεται όμως όταν μεγαλώνουν τα παιδιά τους και ενσωματώνονται πλήρως στη νέα τους πατρίδα; Πόσο εύκολο είναι να το αποδεχτούν αυτό οι γονείς και αντίστροφα, πόσο εύκολο είναι τα ίδια τα παιδιά, να αρνούνται όλα όσα τους κληροδότησαν οι γονείς τους. Γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις. Είναι ένα ζήτημα, το οποίο απασχολεί όλες τις εθνοτικές ομάδες, που απαρτίζουν το μεγάλο χωνευτήρι των ΗΠΑ.


 Η γραφή του Φάντε παρεξηγήθηκε από τους υπερασπιστές της πολιτικής ορθότητας. Αγνοούν (σκόπιμα;) ότι είναι μια απόλυτα συμβατή γραφή με τη δεκαετία, που γράφτηκε. Είναι μια ανάλαφρη γραφή, όπου το κύριο ζητούμενο της είναι να δούμε με τα μάτια του συγγραφέα, πετυχημένου και καλοπληρωμένου τότε σεναριογράφου, τον φόβο και τη στωικότητα του απέναντι στην μεγάλη αλλαγή, που συντελείται στην οικογένεια του, καθώς η γυναίκα του είναι έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Γκεστ σταρ αναδεικνύεται ο οξύθυμος Ιταλοαμερικανός πατέρας του, ο οποίος έχει τις δικές του εμμονές. Συμμαχεί όμως με τη γυναίκα του και συνεχώς τον τσιγκλά, ενίοτε τον υποτιμά κιόλας. Αποδεκτό είναι να υπάρχουν και κάποιες λεκτικές υπερβολές στην όλη αφήγηση για την εγκυμονούσα σύζυγό του. Το ίδιο γίνεται και με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ξαφνικά ανακάλυψαν ότι η γλώσσα τους είναι υποτιμητική για τις γυναίκες, ότι μιλά με άξεστο τρόπο, ότι είναι μισογύνης (αν είναι δυνατόν) αγνοώντας ότι δεν ωραιοποιεί, αλλά περιγράφει με απόλυτο ρεαλιστικό τρόπο μια πραγματικότητα την οποία έζησε. 

  Δεν ανέφερα τυχαία τον Μπουκόφσκι. Είναι αυτός που ανέδειξε την καλλιτεχνική αξία του Τζων Φάντε, όταν όλοι σχεδόν τον είχαν ξεχάσει. Σήμερα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς της σύγχρονης αμερικάνικης λογοτεχνίας, με αποτέλεσμα τα βιβλία του να εκδίδονται και πάλι και να σημειώνουν εκ νέου επιτυχία.

  Κλείνοντας, για τους λάτρεις του κινηματογράφου, παραθέτω την ομότιτλη ταινία στο παρακάτω σύνδεσμο:  https://www.youtube.com/watch?v=TxUn2I7zgDE 
Μην την δείτε όμως, αν δεν διαβάσετε πρώτα το βιβλίο. Όπως γίνεται συνήθως, το βιβλίο υπερτερεί κατά πολύ της ταινίας. (Η ταινία δεν είναι μεταγλωττισμένη)
   





 

Σάββατο 13 Απριλίου 2019

"Και τώρα ανθρωπάκο" Hans Fallada # "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" Lee Harper

  Δύο βιβλία που διάβασα πρόσφατα. Και τα δύο αναφέρονται στη δεκαετία του 30, του προηγούμενου αιώνα. 

Το βιβλία του Fallada, στο Βερολίνο, μια μεγαλούπολη της προπολεμικής Γερμανίας γεμάτη αντιθέσεις και το βιβλίο της Harper, στο Μέικομπ της Αλαμπάμα, μια φαινομενικά φιλήσυχη, μικρή πόλη, του Αμερικανικού Νότου. Στο βιβλίο του Fallada, βλέπουμε τους πρωταγωνιστές του, τον
Hans Fallada
Μικρό και το Μανάρι του (έτσι προσφωνούσε ο ένας τον άλλο) να βιώνουν την οικονομική κρίση στις παραμονές της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία ( 1933 ) προσπαθώντας να την ξεπεράσουν στηριζόμενοι στην μεταξύ τους αγάπη. Χαρακτηριστική είναι η τελευταία κουβέντα, που λέει, το Μανάρι στον τσακισμένο από την ανεργία Μικρό της: "Εμένα μπορείς να με κοιτάς όμως! Πάντα! Πάντα! Είσαι μαζί μου, έχουμε ο ένας τον άλλον. Είμαστε δύο!" Σε όλη την ιστορία του βιβλίου, στο παρασκήνιο της, διακρίνεις τις συνέπειες -θετικές και αρνητικές - της περίφημης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που ψυχορραγεί πλέον. Όλοι μας ξέρουμε ότι αυτή δημιουργήθηκε ως συνέπεια της ήττας της Πρωσο-γερμανικής αυτοκρατορίας του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η οποία έδωσε πρωτόγνωρες πολιτικές ελευθερίες στον γερμανικό λαό, αλλά δεν άντεξε λόγω των δικών της αδυναμιών αλλά και λόγω των εξευτελιστικών όρων παράδοσης που έθεσαν οι νικητές στην ηττημένη Γερμανία. Όροι που πλήγωσαν την ψυχή του γερμανικού λαού και που εντέχνως εκμεταλλεύτηκαν οι εθνικοσοσιαλιστές για να καταλάβουν την εξουσία. Και εδώ αρχίζουν οι ομοιότητες με το σήμερα. Μια επανάληψη της ιστορίας, αυτή συνήθως η επανάληψη μοιάζει με φάρσα, ας ελπίσουμε δίχως τις τραγικές συνέπειες εκείνων των χρόνων, που οδήγησαν από τις ακραίες φασιστικές ιδεολογίες στα τραγικά αποτελέσματα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Και σήμερα οι λαοί της Ευρώπης, νιώθουν ηττημένοι, πολλές φορές και ταπεινωμένοι από τις πολιτικές ενός ευρωπαϊκού διευθυντηρίου, που δίχως καμία δημοκρατική νομιμοποίηση διοικεί την Ευρώπη. Πολλοί, μπορούν να αναφέρουν διάφορες δικαιολογίες, κάποιες μπορεί να στηρίζονται σε πραγματικές θεωρήσεις των γεγονότων για να αντικρούσουν αυτήν την απουσία δημοκρατικής νομιμοποίησης.  Σημασία έχει όμως, η γενική αίσθηση των ευρωπαϊκών λαών, ότι το οικοδόμημα της Ε.Ε., στο οποίο οι περισσότεροι επένδυσαν την ελπίδα τους για ευημερία και ειρήνη, σήμερα στα μάτια τους καταρρέει. Αυτοί που βαυκαλίζονται από τις φωνές του λαϊκισμού, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, της ανωτερότητας της φυλής καθημερινά πολλαπλασιάζονται.
Σε μια τέτοια ουρά, στεκόταν ο Μικρός είτε αναζητώντας
 εργασία, είτε για να πάρει το ισχνό επίδομα ανεργίας.
  Το βλέπουμε σε όλα τα κράτη της Ευρώπης, όπου τα ακραία δεξιά κόμματα, συνεχώς αυξάνουν τις δυνάμεις τους. Αλλά και οι υπόλοιποι στέκονται πλέον με πολύ σκεπτικισμό απέναντι στο όραμα της ενωμένης Ευρώπης, που κάποτε μας είχε συνεπάρει όλους. Η αλληλεγγύη δεν είναι ορατή, οι διαφορές μεταξύ βορά και νότου διευρύνονται αντί να συγκλίνουν, από τη μνήμη μας δύσκολα σβήνει ο χαρακτηρισμός P.I.G.S.(1)(=γουρούνια) που με μεγάλη ευκολία απέδωσαν οι πλούσιες χώρες του βορά στον Ευρωπαϊκό Νότο, στην αρχή της τελευταίας οικονομικής κρίσης. Στις επερχόμενες ευρωεκλογές θεωρώ αναπόφευκτη την πολύ μεγάλη άνοδο των ακραίων λαϊκίστικων φωνών και ιδεολογιών και σίγουρα η πορεία ενοποίησης της Ευρώπης θα κάνει μια στάση. Το ερώτημα είναι αν τα επόμενα βήματα που θα αποφασιστούν, θα οδηγούν στην εμβάθυνση της Δημοκρατίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ή θα επιστρέψουμε στις λογικές περιχαράκωσης στα στενά όρια των εθνικών κρατών. Μήπως υποτιμήσαμε την έννοια του εθνικού κράτους, βιαστήκαμε να την εξοβελίσουμε από την πολιτική ατζέντα; Θα μπορέσουν οι δυνάμεις που υποστηρίζουν το ευρωπαϊκό όραμα, να το αναστήσουν στα μάτια των λαών τους ή θα πάρουν το πάνω χέρι άνθρωποι της λογικής Όρμπαν, Σαλβίνι και Λεπέν;

   Από τη μια απόλαυσα, λοιπόν την κοινή πορεία του Μικρού και του Μαναριού του, έζησα (αναγνωστικά βέβαια) μαζί τους τον σκληρό τους αγώνα για επιβίωση, γεύτηκα λίγο από τον κοσμοπολιτισμό του προπολεμικού Βερολίνου, ανατρίχιασα από τις ομοιότητες της τότε πολιτικής κατάστασης με τη σημερινή, αλλά από την άλλη μου παρουσιάστηκαν και πάλι μπροστά μου τα ισχυρά διλήμματα της σημερινής ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

 Και για να πω την αλήθεια, αν και φοβάμαι για το μέλλον θέλω να πιστεύω ότι οι δυνάμεις εκείνες που οραματίστηκαν μια ισχυρή , δημοκρατική Ευρώπη θα μπορέσουν να πάρουν και πάλι το πάνω χέρι. Ίσως πάλι να είμαι υπερβολικά αισιόδοξος.

   Στο βιβλίο της Lee Harper, νοερά μεταφερόμαστε σε μια μικρή πόλη του Αμερικανικού νότου, όπου με τα μάτια της μικρής Σκάουτ, μας παρουσιάζεται με απόλυτο ρεαλιστικό τρόπο, μια από τις "συνηθισμένες" ιστορίες της περιοχής και της εποχής. Όπου ένας νέγρος κατηγορείται  άδικα για τον βιασμό μιας λευκής γυναίκας. Την υπεράσπιση του αναλαμβάνει ο αξιοσέβαστος δικηγόρος της πόλης, Άτικους, πατέρας της Σκάουτ, αν και γνωρίζει ότι τον πελάτη του η κοινωνία τον έχει ήδη προδικάσει, τον έχει βρει ένοχο και αυτή θα είναι και η τελική απόφαση του δικαστηρίου. Κάνει ότι είναι δυνατόν στο δικαστήριο για να φανερώσει την αθωότητα του πελάτη του, τα στοιχεία που παρουσιάζει είναι συντριπτικά υπέρ του πελάτη του αλλά δεν κατορθώνει να ανατρέψει την καταδικαστική απόφαση. Επειδή κάποιοι φοβούνται ότι έστω κι αν δεν πέτυχε την αθώωση του πελάτη του τα πράγματα θα αλλάξουν γρήγορα, στρέφονται εκδικητικά εναντίον των παιδιών του Άτικους.
Το σημαντικό είναι ότι αυτός γνωρίζει από την αρχή ότι θα την χάσει την δίκη. Κι όλοι αναρωτιούνται γιατί επιμένει σε μια υπόθεση, δίχως μέλλον για τον ίδιο και τον αθώο πελάτη του. Οι φυλετικοί και κοινωνικοί διαχωρισμοί είναι έντονοι, η ρατσιστική Κου Κλουξ Κλαν παραμονεύει, βάζει σε κίνδυνο τα ίδια τα παιδιά του, αλλά πιστός στις αρχές του δικαίου, γνωρίζει ότι σε αυτόν έλαχε ο κλήρος να φυτέψει έναν μικρό σπόρο δικαιοσύνης μέχρι να έλθει η εποχή, όπου θα έχει αλλάξει ο κόσμος και δεν θα χρειάζεται κάποιος να παλεύει για τα αυτονόητα. Για τις έννοιες της ισότητας και της δικαιοσύνης.

Το " 'Οταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" είναι και αυτό επίκαιρο, διαπιστώνοντας πόσο κοντά μας είναι πλέον η ρατσιστική βία. Οι εκφράσεις μίσους, που εύκολα εκστομίζονται, οι επιθέσεις εναντίον οικονομικών μεταναστών, ακόμα και φόνοι, δείχνουν ότι και η χώρα μας έχει μολυνθεί από τις πιο ακραίες ρατσιστικές αντιλήψεις. Αλλά και στην Ευρώπη, οι ακροδεξιές οργανώσεις, κάνουν την εμφάνιση τους όλο και πιο ορατή.

Το ερώτημα είναι γιατί;
Υπάρχει κατ΄ αρχάς μια εύκολη απάντηση. Όσο χειροτερεύουν οι οικονομικοί δείκτες για τους πολίτες, όσο απειλείται η όποια ευμάρεια τους, τόσο τα κελεύσματα των ακραίων φωνών βρίσκουν πρόσφορο έδαφος .
Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Οι λαοί της Ευρώπης αισθάνονται τα παιχνίδια των οικονομικά δυνατών
Προς τη γη της επαγγελίας !!!
της ηπείρου μας και την προσπάθεια τους να διατηρήσουν τη θέση τους στην παγκόσμια οικονομική σκακιέρα. Απειλούνται από το φθηνό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των Ασιατικών χωρών  ( Κίνας Μαλαισίας κλπ ), απειλούνται από τη γήρανση του πληθυσμού, η Ευρωπαίοι δεν οραματίζονται πια το μέλλον τους με την ίδια αισιοδοξία όπως έκαναν στο παρελθόν. Και οι συνταγές που τους πλασάρονται δεν τους βρίσκουν σύμφωνους.
Ένα ακόμα ζήτημα είναι πόσο θετικά είναι τελικά τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης; Πόσο έτοιμοι είμαστε να αποποιηθούμε την έννοια του εθνικού κράτους; Πόσα πρέπει να θυσιάσουμε για να αποδεχθούμε ένα μέλλον μια παγκόσμιας, ανοιχτής οικονομικής αγοράς, που όπως αποδεικνύεται, ως μόνο στόχο της έχει την ανακύκλωση φτηνού εργατικού δυναμικού; Είτε υψηλά καταρτισμένου όπως είναι τα ελληνόπουλα που πιάσαν όλες τις γωνίες του πλανήτη μας είτε ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, όπως αυτό που εισήγαγε η Γερμανία από τις ρημαγμένες περιοχές της Ασίας, λόγω του πολέμου.
Προσωπικά, μου αρέσουν να ανοιχτά σύνορα, ειδικά όταν ταξιδεύω κι έχω τη ευκαιρία να θαυμάζω τα επιτεύγματα των άλλων χωρών. Δεν μου αρέσει όμως, να βλέπω χιλιάδες οικονομικούς μετανάστες να στοιβάζονται στη χώρα μου περιμένοντας τη σειρά τους για να μεταφερθούν στη δική τους γη της επαγγελίας, τη Γερμανία, στην προκείμενη περίπτωση. Όσο για την ενσωμάτωση τους, που μας λένε; Δυστυχώς το παράδειγμα της Γαλλίας, αλλά και της Γερμανίας ( των δυο μεγάλων οικονομικών δυνάμεων της Ε.Ε.) μας δείχνει ότι αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί.
Κι ένα τελικό ερώτημα: 
Απειλούνται οι αξίες της Ευρώπης σήμερα, αυτές που αναδείχθηκαν στα χρόνια του διαφωτισμού και κάνουν την Ευρώπη, τη "γηραιά ήπειρο" να μοιάζει με τον πνευματικό φάρο του πλανήτη μας; Ή μήπως έχει χάσει ήδη αυτό το πλεονέκτημα της;
Δύο διαφορετικά βιβλία λοιπόν, που εμένα αναπόφευκτα με έκαναν να σκεφτώ περισσότερο για τη σημερινή μοίρα της Ευρώπης, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση που μου χάρισαν. Που με έκαναν να σκεφτώ ποια Ευρώπη θέλω, ποια Ευρώπη υπάρχει και ποια θα διαμορφωθεί αύριο!!!
ΥΓ. ίσως οι σκέψεις μου να φαίνονται μπερδεμένες, μα ποιος μπορεί να πει ότι η σημερινή κατάσταση και η μελλοντική πορεία της Ε.Ε. δεν μοιάζουν με ένα κουβάρι δίχως αρχή και τέλος....

(1)  Πορτογαλία (Portugal), Ιταλία (Ιtaly), Ελλάδα (Greece) και Ισπανία (Spain)


Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Ιθαγένεια...να δοθεί ή να μην δοθεί!!!

Άλλο ένα θέμα, που σήμερα πια είναι λυμένο.

10 Ιαν 2010

Ασφαλώς και έχει γίνει μεγάλη κουβέντα για το θέμα αυτό.
Από τη μια υποστηρίζεται ότι μια χώρα, δίχως επαρκή φύλαξη των συνόρων της και ήδη με ένα στους δέκα κατοίκους της να είναι αλλοδαπός, θα ήταν άστοχο να δοθεί η ελληνική ιθαγένεια μέσα από μια διαδικασία, που το κύριο κριτήριο της θα είναι τα πέντε χρόνια νόμιμης παραμονής στη χώρα!
Από την άλλη υποστηρίζεται ότι είναι άδικο χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, πολλοί από αυτούς απόλυτα ενταγμένους στην ελληνική πραγματικότητα, να είναι όμηροι ενός άδικου συστήματος και να απειλούνται καθημερινά με την απέλαση σε μια χώρα με την οποία ίσως δεν έχουν κανένα δεσμό πια!

Προσωπικά δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα στα παιδιά αυτών των ανθρώπων, που είτε γεννήθηκαν στη χώρα μας είτε ήλθαν στην πατρίδα μας σε μικρή ηλικία και βρίσκονται μέσα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

 Παρακολουθούν τα μαθήματα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα και την ελληνική ιστορία, γενικά διαμορφώνουν άποψη με κεντρική ιδέα το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, τα περισσότερα διδάσκονται ακόμα και την ορθοδοξία.
Παιδιά χαμένα ανάμεσα σε δυο πατρίδες! Την πατρίδα που τους λένε ότι κατάγονται οι γονείς τους και την πατρίδα στην οποία ζουν και "μεγαλώνουν". Πολλές φορές αγνοούν ακόμα και τη γλώσσα των προγόνων τους, τα έθιμα τους την ιστορία τους. Ξένα κι εκεί το καλοκαίρι που επισκέπτονται τους συγγενείς τους, ξένα κι εδώ! Στις τάξεις των ελληνικών σχολείων αυτά τα παιδιά δεν ξεχωρίζουν από τα δικά μας. Μεγαλώνουν, προοδεύουν! Κάποτε όμως θα 'ρθεί το κράτος μας και θα τους πει: "
Φίλε μου είσαι ξένος, δεν μου κάνεις!"
Μήπως πρέπει να διορθώσουμε κάποτε αυτήν την αδικία;

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

Βλέποντας τα δικά μας σήμερα, πριν από 47 χρόνια, σε κάποια άλλη χώρα

26 Ιαν 2018

   Το 1970, είμαι 7 χρόνων, μέλος της ελληνικής κοινότητας της Καμπέρας της Αυστραλίας. Οι γονείς μας τότε καίγονταν να μας μάθουν τα ελληνικά. Κανένα πρόγραμμα συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών τότε, για την εκπαίδευση. Η μόνη λύση, η Ελληνική κοινότητα της Καμπέρας, να φτιάξει το δικό της σχολείο. Κι έτσι έγινε. Ο χώρος, αρχικά, ήταν σε μια αίθουσα ενός σχολείου της πόλης ( της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας ήταν το κτίριο), η οποία παραχωρήθηκε για να κάνουμε μάθημα κάποια απογεύματα την εβδομάδα. Δασκάλα μία κυρία, η οποία είχε βγάλει ένα εξατάξιο γυμνάσιο στην Ελλάδα, χωρίς καμία παιδαγωγική κατάρτιση. Θυμάμαι μεταξύ των άλλων τα θρανία ξύλινα, ατομικά, όπου σηκωνόταν το πάνω τους μέρος τους ως καπάκι και σχηματιζόταν ένα ντουλάπι, όπου οι μαθητές του ρωμαιοκαθολικού σχολείου κρατούσαν εκεί τα βιβλία τους, τα τετράδια τους κλπ. 
   Η δε δασκάλα, προσπαθούσε αλλά δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα, να μας πείσει, εμάς τους τους μαθητές της, ότι όσο μικροί κι αν ήμαστε, θα έπρεπε στην ίδια ημέρα να καθίσουμε για δεύτερη φορά στα θρανία, σε κάποιο άλλο σχολείο, για να μάθουμε μια γλώσσα την οποία μιλούσαμε στα σπίτια μας βέβαια, αλλά μόνο εκεί. Τέλος θυμάμαι ότι, τα αγγλικά που έμαθα (όσα πρόλαβα), αυτό έγινε στο σχολείο, δίχως καμία μα καμία εργασία στο σπίτι. Αντίθετα, για να πετύχω την αντιγραφή των γραμμάτων, την ορθογραφία και την ανάγνωση, για ελάχιστες ώρες ελληνικού σχολείου την εβδομάδα, ξοδεύαμε στο σπίτι ώρες και ώρες και αρκετή προσπάθεια.
  Ας βγάλουμε λοιπόν, απ' τα παραπάνω κάποια συμπεράσματα:
1) Από το 1970, οι μαθητές στην Αυστραλία, άφηναν σε καθημερινή βάση τα βιβλία τους στο σχολείο και το διάβασμα που χρειάζονταν για το σπίτι ήταν ελάχιστο ή μηδενικό.
2) Η δασκάλα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της, δεν κατάφερνε πολλά στο ελληνικό σχολείο, ποτέ όμως οι γονείς μας δεν την απαξίωσαν μπροστά μας. Ήταν δασκάλα μας κι ο λόγος της ήταν νόμος.
   Ερχόμαστε λοιπόν στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Οι δάσκαλοι-ες του δημοτικού είναι απόφοιτοι διετών παιδαγωγικών σχολών με επιπλέον διετείς πανεπιστημιακές σπουδές εξομοίωσης των πτυχίων τους ή απόφοιτοι Πανεπιστημιακών σχολών. Δηλαδή είναι επαγγελματίες, εξειδικευμένοι στη δουλειά τους. ( δεν μιλώ για τυχόν επιμορφώσεις που όλοι έχουν και πολλές ). Κι όμως σήμερα η ελληνική κοινωνία τους απαξιώνει καθημερινά και κυρίως κάνει το ολέθριο λάθος να το κάνει μπροστά στα παιδιά τους. Όλοι ξέρουν κάτι παραπάνω, όλοι έχουν διαβάσει κάτι περισσότερο στο facebook, όλοι είναι ανώτεροι των δασκάλων.
    Ακόμα και σήμερα, αν ένας μαθητής, δεν ξοδέψει ώρες διαβάσματος στο σπίτι του, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τις απαιτήσεις του σχολείου. Διότι ακόμα και σήμερα, η ύλη είναι δύσκολη, μεγάλη σε όγκο και ο χρόνος που είναι διαθέσιμος στο σχολείο περιορισμένος. (Και μιλώ για μαθητές, δίχως ειδικές μαθησιακές  ανάγκες, που σίγουρα χρειάζονται ειδική φροντίδα, μέσα στο σχολείο, αλλά εμείς ακόμα ψάχνουμε το κατάλληλο εκπαιδευτικό μοντέλο.)
   Η τσάντα στο σχολείο, ως ένα πρόγραμμα, που ουσιαστικά επέβαλε το Υπ. Παιδείας, στη μέση της σχολικής χρονιάς, όσο θετικό κι αν ακούγεται βρίσκεται έξω από την ελληνική σχολική πραγματικότητα. Καλό είναι να μην υπάρχει διάβασμα στο σπίτι, αν ένα σύστημα μπορεί να το στηρίξει. Το δικό μας, απλά δεν μπορεί! Παρ΄ όλα αυτά, είπαμε, είμαστε επαγγελματίες, γνωρίζουμε και τα θετικά και τα αρνητικά του προγράμματος και σίγουρα θα βρούμε τον τρόπο να αντιμετωπίσουμε τις όποιες δυσκολίες, που θα παρουσιαστούν, για μία φορά που θα εφαρμόζεται κάθε μήνα. Και στο τέλος της χρονιάς θα αποτιμήσουμε το πρόγραμμα. Και στη συνέχεια, θα πράξουμε κατάλληλα.
  Πάμε τώρα στο πιο δύσκολο. Στην Αυστραλία, το 1970, παραχωρήθηκε (από την "αντίπαλη" ρωμαιοκαθολική εκκλησία) αίθουσα σχολικού κτιρίου, στην ελληνική κοινότητα, για να διδάσκονται τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών, τη μητρική τους γλώσσα.  Στα Χανιά, το 2018, η σχολική επιτροπή, ενώ αρχικά συναινεί να παραχωρήσει σχολική αίθουσα στην Αλβανική κοινότητα της πόλης τους, για να κάνουν αλβανικά στα παιδιά τους, στη συνέχεια παίρνει πίσω την απόφαση της μετά από πίεση μερίδας γονιών.....

  Μετανάστες ήταν οι γονείς μας τότε στην Αυστραλία, σκοπός της Αυστραλιανής κυβέρνησης ήταν να μας ενσωματώσει στην πολιτεία της, αλλά ποτέ κανείς, δεν διανοήθηκε να βάλει προσκόμματα, στο αυτονόητο δικαίωμα μας να μάθουμε τη μητρική μας γλώσσα. 

Σήμερα, στη χώρα μας, μερίδα των κατοίκων της, ακόμα διακατέχεται από ξενοφοβικές ιδεοληψίες, ξένες με την πραγματικότητα, που βιώνουμε ως  λαοί. Το πιο λυπηρό είναι ότι, ένα όργανο λαϊκής εκπροσώπησης, όπως είναι οι σχολικές επιτροπές, αντί να στηρίξει το νόμιμο δικαίωμα των Αλβανών συγκάτοικων τους, να μάθουν τη μητρική τους γλώσσα,  τους βάζει τρικλοποδιές. Πόσο εγκληματικό μπορεί να είναι, να θέλει κάποιος να μάθει τη γλώσσα των προγόνων του;
   Και δύο παρατηρήσεις ακόμα:
α) δεν τολμώ να σας περιγράψω τις κτιριακές εγκαταστάσεις του σχολείου της γειτονιάς μου, στην Αυστραλία, διότι θα μελαγχολήσετε, όπως κι εγώ μελαγχολώ σήμερα, 47 χρόνια μετά, βιώνοντας τη διδακτηριακή κατάσταση των σχολείων της πατρίδας μας.
β) αν οι Έλληνες εκπαιδευτικοί αξίζουν, αυτή την αντιμετώπιση από την ελληνική κοινωνία, τότε πως αιτιολογείται η άριστη αντιμετώπιση που τυγχάνουν, οι χιλιάδες νέοι συμπατριώτες μας, που μετανάστευσαν στις ευρωπαϊκές χώρες του βορά, με τις δύσκολες, ανταγωνιστικές, εργασιακές συνθήκες. Οι οποίοι καθημερινά, προοδεύουν, σε περιβάλλοντα οργανωμένα βέβαια, αλλά όχι μόνο επιβιώνουν αλλά ξεχωρίζουν θετικά;

  Ε! κάποιο ρόλο έπαιξε κι ο Έλληνας εκπαιδευτικός, που τους έμαθε τα όποια γράμματα, μέσα σε ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον, τόσο μα τόσο εχθρικό!!! 

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

"Η τελευταία σελίδα" του Γκαζμέντ Καπλάνι, ο συγγραφέας, το βιβλίο, τα Βαλκάνια

12 Ιαν 2018

  Τελευταία διάβασα το μυθιστόρημα του Γκαζμέντ Καπλάνι, "Η τελευταία σελίδα". Ο πετυχημένος συγγραφέας Αλβανικής καταγωγής, σπούδασε στην πατρίδα μας, είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής των Αθηνών και διδάκτορας Ιστορίας και Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου. Εργαζόταν μέχρι πρόσφατα στη χώρα, για πάνω από 25 χρόνια και πέρσι τιμήθηκε ( με συνυποψήφιους τους άλλους τρεις Έλληνες λογοτέχνες , Χρήστο Οικονόμου, Μάρω Δούκα και Πέτρο Μάρκαρη) με το Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο που απονέμει κάθε χρόνο η Ιταλική πόλη Κασίνο. Τιμώμενη χώρα ήταν η Ελλάδα! Ο Καπλάνι βεβαίως και ανήκει στη γενιά των νέων Ελλήνων συγγραφέων, όλα του τα έργα γράφονται στα ελληνικά, αλλά όπως δηλώνει ο ίδιος, η βράβευση, του αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, μιας και η ελληνική πολιτεία δεν του έχει δώσει την ελληνική υπηκοότητα, και όπως φαίνεται ούτε πρόκειται να του την δώσει. 
  Τιμά τα ελληνικά γράμματα, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για τους μηχανισμούς της πολιτείας μας, για να τον πολιτογραφήσει Έλληνα. Αν ήταν κανένας Κινέζος ή Ρώσος επενδυτής των 300.000 ευρώ, ήδη θα την είχε την υπηκοότητα στη τσέπη του, έστω κι αν δεν μιλούσε μία λέξη Ελληνικά... Δείγμα κι αυτό, για το πόση αξία δίνουμε στη χώρα μας, στους ανθρώπους που προάγουν την τέχνη, τον πολιτισμό, την επιστήμη. Τους οποίους, τα τελευταία χρόνια φροντίζουμε επιπλέον, να τους διώχνουμε μακριά μας. Ο Καπλάνι, μεταξύ αυτών, για δυο χρόνια στη Βοστόνη, υπότροφος του Χάρβαρντ, σήμερα διδάσκει Emerson College. Ο ίδιος απογοητευμένος από την άρνηση της πολιτείας να του δώσει την ελληνική υπηκοότητα, δεν δείχνει διατεθειμένος να επιστρέψει στη χώρα. Αντίθετα οι ΗΠΑ, τον δέχθηκαν, σε ένα από τα κορυφαία Πανεπιστήμια τους! 
  Θα ήταν παράλειψη μου, να μην αναφέρω και την αντίστοιχη συμπεριφορά της γενέτειρας του Καπλάνι, η οποία μέχρι to 2016, αρνούνταν να μεταφράσει τα έργα του στην Αλβανική γλώσσα. Το 2017, εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο με θετική ανταπόκριση. Ο Καπλάνι αυτοπροσδιορίζεται ως Βαλκάνιος. Κι αυτό φαίνεται ότι είναι πέρα από τις λογικές των στεγανών των εθνικών κρατών. Δεν του το συγχωρούν, ούτε οι από εδώ ούτε οι από εκεί.

  Στο μυθιστόρημα του Γκασμέτ Καπλάνι, "Η τελευταία σελίδα", αυτό που βασικά διαπραγματεύεται είναι η σκληρή αίσθηση του να μεγαλώνεις σε λάθος χώρα.

 Η Αλβανία, η χώρα στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε ουσιαστικά είναι παρελθόν για τον ίδιο. Σημαντικότατο ρόλο σε αυτό έπαιξε, έτσι καταλαβαίνω από δικές του σκέψεις, η αμείλικτη δικτατορία του Ενβέρ Χότζα και ο απομονωτισμός στον οποίο καταδίκασε για πολλά χρόνια, τη χώρα του. Η Ελλάδα πάλι, της οποίας θαυμάζει τον πολιτισμό, χωρίς να τον ωραιοποιεί, αρνείται να τον δεχθεί σαν δικό της παιδί, αν και έχει δώσει τις εξετάσεις του κι έχει αριστεύσει σε αυτές. Είναι μία αίσθηση στυφή, για όποιον την βιώνει, πολλές φορές ασήκωτη και σίγουρα ο Καπλάνι δεν είναι ο μόνος που αισθάνεται έτσι σήμερα. 
  Οι δικοί μας νέοι, που μετανάστευσαν στις χώρες της βόρειας Ευρώπης και θα πρέπει να ενσωματωθούν στις εκεί κοινωνίες, πιθανόν πολλές φορές να νιώθουν το ίδιο. Να ευλογούν τη νέα χώρα και να αρνούνται τη γενέτειρα ή και αντιστρόφως να αισθάνονται καθημερινά ότι η οικονομική συγκυρία τους "έριξε" σε λάθος χώρα. Το πιο ευτυχές σενάριο είναι αν μπορείς να δεχθείς, με πολλές διαγραφές στη μνήμη σου, την επανεκίνηση της ζωή σου. Πράγμα, που σίγουρα γίνεται, αλλά αφήνει πίσω πολλές πληγές, οι οποίες αν και φαίνονται επουλωμένες, σίγουρα, κάποια στιγμή, θα αρχίσουν να τρέχουν αίμα και πάλι. 
  Στο μυθιστόρημα αυτό, παρακολουθούμε επιπλέον την ιστορία ενός ανδρόγυνου Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που μαζί με τον μικρό τους γιο τον Ίσα, καταφεύγουν στην Αλβανία, για να γλιτώσουν από τους διωγμούς των Ναζί. Για να το πετύχουν αυτό, αλλάζουν τα ονόματα τους, κρύβονται πίσω από νέες ταυτότητες τις οποίες δεν μπορούν να αποβάλλουν ούτε όταν καταρρέει ο άξονας και απελευθερώνεται η χώρα μας. Εγκλωβίζονται στη νέα τους πατρίδα, διαγράφουν οριστικά από τη ζωή τους ότι θα τους συνέδεε με την καταγωγή τους, συμπεριφέρονται ως καλοί Αλβανοί, είναι πιστοί στο
καθεστώς. 
Είναι σίγουροι ότι τα ίχνη του παρελθόντος έχουν σβήσει για πάντα. Μέχρι που αρκετά χρόνια μετά, ο Ίσα ο οποίος δουλεύει στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Τιράνων, στο τμήμα των απαγορευμένων βιβλίων, ζει μια στιγμή απαγορευμένου πάθους με μια Κινέζα συναγωνίστρια, η οποία βρίσκεται στα Τίρανα, στα πλαίσια κάποιου προγράμματος μορφωτικών ανταλλαγών. Απαγορευμένου πάθους, όχι μόνο διότι είναι παντρεμένος αλλά και διότι το καθεστώς απαγορεύει τις σχέσεις μεταξύ των συντρόφων που προέρχονται από άλλη χώρα (!). Ο πρώην συμφοιτητής του, συνδιεκδικητής της Μπόρα, της γυναίκας πλέον του Ίσα, πανίσχυρος αρχηγός τώρα των μυστικών υπηρεσιών, βρίσκει την ευκαιρία, να στριμώξει τον Ίσα. Του αποκαλύπτει ότι το καθεστώς γνωρίζει την καταγωγή του, την οποία αν αποκάλυπτε θα τον ενέτασσε αυτόματα στους εχθρούς του καθεστώτος καθότι το Ισραήλ είναι το ισχυρό δεκανίκι του Ιμπεριαλισμού. Τον μεταθέτει σε μια  αγροτική βιβλιοθήκη, τιμωρία ουσιαστικά ανώδυνη, φροντίζοντας όμως παράλληλα, σίγουρα εκβιάζοντας με κάθε τρόπο, να κερδίσει αυτός, αυτή τη φορά τη Μπόρα.  Ο Ίσα πληγώνεται όταν ανακαλύπτει ποιο είναι το τίμημα της δικής του ελάχιστης τιμωρίας από το καθεστώς και αποφασίζει να εκδικηθεί....
  Κλείνοντας αυτή μου την παρουσίαση του συγγραφέα και του τελευταίου βιβλίου του, θα ήθελα να παρουσιάσω ένα απόσπασμα:
 " Συζήτησαν, για τα τελευταία γεγονότα στην Αθήνα. Προχθές στη Νίκαια, του είπε η Αριάδνη, κάηκαν τέσσερις Πακιστανοί ζωντανοί σ΄ένα αυτοσχέδιο τζαμί. Ανάμεσα τους κι ένα πεντάχρονο αγόρι, Βρήκαν τους δράστες σήμερα, δύο εφήβους. " Απίστευτο! " αναφώνησε. " Παιδιά που καίνε άλλα παιδιά! Είδα τις φωτογραφίες τους στην τηλεόραση κι έπαθα σοκ. Αναγνώρισα έναν από αυτούς. Είχε φέρει τον άρρωστο σκύλο του στο ιατρείο μου πέρσι. Ήταν τόσο τρυφερός και αφοσιωμένος στο σκυλί του, σχεδόν έκλαιγε. Πώς μπορεί κάποιος να αγαπάει τόσο πολύ τα ζώα και να μισεί τους ανθρώπους; "  Ήταν ένα ερώτημα που πιο πολύ απηύθυνε στον εαυτό της παρά στον Μέλσι.
" Ο Χίτλερ αγαπούσε πολύ τα ζώα. Είχε τρέλα με τα σκυλιά", είπε ο Μέλσι. Η Αριάδνη σιώπησε. Εκείνος κατάλαβε ότι ήταν το είδος της σιωπής που προδίδει παρεξήγηση. " Μη γίνεσαι χαζή. Ο Χίτλερ αγαπούσε τα ζώα γιατί τα έβρισκε φυλετικά πιο καθαρά από τους ανθρώπους", διευκρίνισε αμέσως μετά. Εκείνη γέλασε. Παρατήρησε ότι ως κτηνίατρος δεν έβρισκε κανένα λόγο γιατί να εμπιστευτεί όσους αγαπούν τα σκυλιά. Αρκεί να εμπιστευτούμε τα ίδια τα σκυλιά, είπε. ...
Σίγουρα ένα βιβλίο, από αυτά που έχεις στη συνέχεια να συζητήσεις πολλά! 

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Ποιοι τελικά είμαστε εμείς οι Έλληνες; 4 παραδείγματα πολιτισμού,παιδείας... (2)

26 Φεβ 2016

 1.  "Τάσσομαι και αφοσιώνομαι, εις τον λόγο της ενότητας, του πανάγαθου άρχοντα φωτός, με καρδιά και ψυχή, συντονισμένοι, στις φωτεινές δυνάμεις του ΣΕΦ. Ορκίζομαι, στη σημαντική συνειδητότητα και νομοτέλεια, ως μονάδα στηνένωση όλων των ιερών ψυχών, όπου η δύναμη τους είναι το κοσμικό πυρ. Ορκίζομαι ως πολεμιστής ταγμένος, στον ιερό σκοπό, της ελευθερίας της Ελλάδας, του ελληνισμού και της ελληνικότητας απανταχού της γαίας να υπηρετώ πάντα την αλήθεια, το δίκαιο, την αρμονία, την αρετή, την αφθονία, την ανιδιοτέλεια........κλπ" 
      Ακούγοντας τον όρκο, από μια από τις τελετές του περίφημου Σώρρας, αναρωτιέμαι για μια ακόμα φορά, πόσο απελπισμένοι πρέπει να είναι μερίδα του λαού μας για να άγεται και να φέρεται, από λογικές αυτού του τύπου. Ή μήπως δεν είναι απλή απελπισία, αλλά ένα ακόμα στοιχείο της αμορφωσιάς αυτού του λαού. Μα μπορείς να πιστεύεις στα αλήθεια, ότι κάποιος έχει κάπου "παρκαρισμένα" 600 δις!!!, για τη σωτηρία της Ελλάδας... αλλά θα τα δώσει μόνο αν αποχωρήσει το παρόν πολιτικό προσωπικό, για να αναλάβει αυτός; Κι αν είναι από απελπισία, πόση είναι η ευθύνη των κυβερνώντων αυτής της πατρίδας, που δεν μπορούν να εμφυσήσουν, λίγη μόνο αισιοδοξία για το μέλλον στην πατρίδα μας. 

Η υπόθεση, μου θυμίζει άλλες ιστορίες, όπου ο λαός μας είναι έτοιμος, να πιστέψει οτιδήποτε, φτάνει να του ικανοποιείς τα πολύ κοντινά του συμφέροντα. Να του γαργαλάς το συναίσθημα. Λογική καμία... μα καμία!!!!  

Δύο μόνο παραδείγματα που μου έρχονται πρόχειρα στο νου. Η ιστορία του νερού του Καματερού ( για τους παλαιότερους ) και τη ρήση του Τσίπρα: Εμείς θα βαράμε τα όργανα και οι αγορές θα χορεύουνε (για τους νεώτερους).
[Όποιος έχει περίσσεια περιέργεια για τον πλήρη όρκο του Σώρρα ας δει το βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=VT2q9zIDkLM ]

 2.  Τραγικό να σκοτώνεται ένας νέος άνθρωπος, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Όπως τραγικό είναι και τα εκατοντάδες θύματα που έχουμε κάθε χρόνο, από τροχαία. Είτε επιβιώσουν είτε μείνουν ανάπηρα είτε χάσουν τη ζωή τους, ο πόνος αγγίζει τους ίδιους ( αν είναι τυχεροί και ζήσουν ) και την οικογένεια τους. Λογικό είναι οι νέοι άνθρωποι, να εκδηλώνουν συναισθήματα αγάπης για τα ινδάλματα τους. Όταν βάζεις στα χείλη ένα τραγούδι του αγαπημένου σου τραγουδιστή και κοιμάσαι γεμάτος ευτυχία με αυτό, σίγουρα ο τραγουδιστής καταλαμβάνει στη ζωή σου, τη θέση ενός "μικρού" θεού... τουλάχιστον. Τραγικό όμως είναι και όταν ένας λαός, χάνει το μέτρο, και οι εκδηλώσεις λύπης του ξεφεύγουν. Μπουνιές μπροστά στην εκκλησία, επί τρεις ημέρες η μόνη είδηση είναι ο θάνατος του γνωστού τραγουδιστή ( διότι ενδιαφέρει τον κόσμο )  και τα ΜΜΕ να συναγωνίζονται σε κοτσάνες για να πουλήσουν;   Τί;    Μα και ακόμα πιο τραγικό, όταν πριν από λίγες ημέρες είχαμε το τραγικό δυστύχημα των τριών αξιωματικών του πολεμικού ναυτικού, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους, εκτελώντας μια από εκείνες τις επίπονες ασκήσεις ετοιμότητας. Κηδεύτηκαν σεμνά, τα μέσα ασχολήθηκαν ελάχιστα μαζί τους, ούτε εκδηλώσεις λατρείας είχαμε ούτε υπερβολές. 

Βλέπεις το αξιακό σύστημα που έχουμε διαμορφώσει, θεωρεί σημαντικότερο έναν καλλιτέχνη που μας διασκεδάζει από έναν αφανή, στρατιώτη, ο οποίος δίνει τη ζωή του, για να μπορούμε εμείς να κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια... ή να ακούμε τον όποιο καλλιτέχνη, ελεύθερα.


3.  Κάποιοι βανδαλίζουν συστηματικά τις πόλεις μας. 
Τα γκράφιτι στη μήκους τριών χιλιομέτρων Νέα παραλία της
 Θεσσαλονίκης αλλά και σε κάθε "απόμερο" κτίριο των πόλεων μας έχουν καταντήσει αληθινή μάστιγα. Δεν περιορίζονται όμως  ως εκεί. Θέλουν να βανδαλίζουν ή να ξηλώνουν και κάθε έργο τέχνης των πόλεων μας. Έχουν δική τους αισθητική πρόταση; Όχι, απλά και μόνο τους ενοχλεί το ωραίο, η καλλτεχνική πρόταση του άλλου.
Κρύβουν, δυστυχώς μίσος και μιζέρια μέσα τους. Τίποτα άλλο!  

4. Από τη μια προτείνουμε τους κατοίκους της Μυτιλήνης για το Νόμπελ Ειρήνης και από την άλλη διαδηλώνουμε ενάντια στα hot spots. Από τη μια χιλιάδες Έλληνες συνεισφέρουν από το υστέρημα τους στις ανθρωπιστικές οργανώσεις, ώστε χιλιάδες συνάνθρωποι μας, καθημερινά να βρίσκουν ένα ζεστό πιάτο φαγητό ή οι χιλιάδες πρόσφυγες που πέρασαν από τη χώρα μας, να δεχθούν μια πρώτη, άμεση βοήθεια και από την άλλη χιλιάδες άλλοι, καθημερινά σκορπούν μηνύματα μίσους και ξενοφοβίας. Αντί όλοι να διεκδικούμε, από το κράτος μας, την έγκαιρη διαχείριση του προαναγγελθέντος εγκλωβισμού, χιλιάδων λαθρομεταναστών στη χώρα μας, το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να διώξουμε το πρόβλημα, προς τη διπλανή από εμάς γειτονιά. Όχι hot spots ή κέντρα φιλοξενίας δίπλα μας αλλά δίπλα στον γείτονα. 

Αντί να υψώσουμε, όλοι μαζί φωνή αγωνίας, για τη σωτηρία της Ευρώπης των ονείρων μας, θα την παρακολουθούμε να καταρρέει υπό τις ιαχές του κάθε ακραίου στοιχείου, που κατοικεί σε αυτήν.

                                          

ΕΡΤ και Πολιτισμός

  Η ΕΡΤ φέτος κλείνει 60 χρόνια παρουσίας στη ζωή μας. Για πολλά χρόνια ήταν ο μόνος ραδιοτηλεοπτικός φορέας της χώρας μας. Η συνεισφορά τη...