Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Κατερίνα Γώγου, η τέλεια αντίθεση...

  Πάντα η μορφή της Κατερίνας Γώγου αποτελούσε ένα αίνιγμα για μένα. Μια κι όλοι μας την γνωρίσαμε μέσα από τις ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, σε ρόλους μιας αθώας και εύθυμης κοπέλας. Κάτι που έρχεται σε τέλεια αντίθεση με αυτό που ήταν στην πραγματική της ζωή.

  Την εύθραυστη ψυχική της κατάσταση και τις ριζοσπαστικές της της θέσεις. Στη μεν ψυχική της διάθεση ένιωθε έντονη την κοινωνική καταπίεση, αλλά και τη σαθρότητα του πολιτικού συστήματος. Ήταν κατά βάση μοναχικός άνθρωπος, ενώ ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας της που ερχόταν σε αντίθεση με τα πρότυπα της εποχής της, αλλά και οι αναρχικές της ιδέες της έφερναν πολλές φορές σε σύγκρουση με τα όργανα της τάξης, έχοντας αρκετές συλλήψεις στο ενεργητικό της. Η Κατερίνα Γώγου αυτοκτόνησε στο τέλος της ζωής της, στα 53 της (1993), εθισμένη από το ποτό και τα ναρκωτικά, μην αντέχοντας τα αδιέξοδα της προσωπικής της ζωής.

  Το πραγματικό έργο της Γώγου, αυτό που την ανέδειξε σε είδωλο της νεολαίας της μεταπολίτευσης, ήταν η ποίησή της. Μέσα από τα ποιήματά της εξέφραζε τον εσωτερικό της κόσμο, την απόγνωση, την κοινωνική καταπίεση και τον αναρχικό της προβληματισμό. Η ποίησή της ήταν ωμή, αυθόρμητη και γεμάτη οργή, καθρέφτης της περιθωριοποιημένης πλευράς της κοινωνίας.

  Μια μικρή επιλογή ποιημάτων της, για να δούμε πόσο διαφορετική είναι η ποίηση - καταγγελία της θα έλεγα, με την αθώα Κατερίνα που γνωρίσαμε μέσα από τον κινηματόγραφο:

  Εμένα οι φίλοι μου, ίσως το πιο γνωστό της μια κι έχει γίνει τραγούδι από τους Magic de spell και το Σωκράτη Μάλαμα, σε μουσική του Νίκου Μαϊντά.
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
πού κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ότι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σε καμπαρέ τής Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τούς στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.

‘Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια
μανταλάκια
τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό,τι λάχει.

Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τούς αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
“Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τούς ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί ή δική σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.


  Ο ηθοποιός Χρήστος Διαμαντούδης διαβάζει ένα ποίημα από τη συλλογή «Ιδιώνυμο» της Κατερίνας Γώγου

  Κι ένα τελευταίο ποίημα της Κατερίνα Γώγου, ένα από αυτά στα οποία διαφαίνεται η απόρριψη των καθιερωμένων, σε κάθε τους έκφανση, βαμμένο με το χρώμα της αμφισβήτησης, το κόκκινο.

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου.
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω,
με τα αλήτικα παπούτσια μου
πάνω από τις στέγες σας
-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου
θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας "θαύμα, θαύμα"
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν,
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θα έρθει η ώρα
που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
"συνοδοιπόροι" και "αποστάτες"
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.

Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.


Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Στο Περιγιάλι το κρυφό... από ερωτικό, βαθιά πολιτικό!

  Ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου
τραγούδια, από τα φοιτητικά μου χρόνια. Η Άρνηση του Γιώργου Σεφέρη, σε μελοποίηση Μίκη Θεοδωράκη. Για κάποιον λόγο αισθανόμουν ότι μιλούσε για όλους εκείνους τους χαμένους έρωτες των πρώτων μου χρόνων, συγχρόνως όμως, θες η μουσική του Θεοδωράκη να έπαιζε το ρόλο της, το ένιωθα και βαθιά πολιτικό, για όλα εκείνα που ονειρευόμουν για τη χώρα μου, που η Αλλαγή θα έφερνε..., αλλά κάπου έμεναν στη μέση.

   Το ποίημα αυτό, ο Σεφέρης το έγραψε το 1931. Και πράγματι ήταν ένα ερωτικό ποίημα. Λιτό και σύντομο, μιλά για έναν χαμένο έρωτα, για τη προσδοκία που την έσβησε ο αέρας, για μία αποτυχημένη προσπάθεια ευτυχίας. Τη δίψα που δεν σβήνει (γλυφό νερό),τη φευγαλέα ευτυχία και, τελικά, συνειδητοποιεί ότι έπλεξε λάθος τη ζωή του. Αποφασίζει να στρίψει το τιμόνι.

  Η Άρνηση απέκτησε εμβληματική σημασία ως ύμνος της αντίστασης κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974)Η σύνδεση του ποιήματος με τη δικτατορία προέκυψε κυρίως χάρη στη μελοποίησή του από τον Μίκη Θεοδωράκη, ένα από τα συμβολικότερα πρόσωπα του αντιδικτατορικού κινήματος τότε. Το "λάθος" δεν ήταν πλέον ένας χαμένος έρωτας, αλλά η δικτατορία και η κατάσταση ασφυξίας που επικρατούσε. Η "αλλαγή ζωής" ήταν το αίτημα για δημοκρατία, ελευθερία και ανατροπή του καθεστώτος. Αλλά όχι μόνο:

  Το 1969, ο Γιώργος Σεφέρης, ήδη νομπελίστας με παγκόσμιο κύρος, έκανε μια περίφημη δήλωση μέσω του BBC κατά της Χούντας, καταγγέλλοντας την "αναγκαστική νάρκη" (υποχρεωτικό ύπνο) στην οποία είχε περιέλθει η χώρα. Αυτή η δήλωση έδωσε πολιτικό βάρος σε όλο του το έργο και έστρεψε την προσοχή στα ποιήματά του.

  Η Χούντα απαγόρευσε τη μουσική του Θεοδωράκη και τα ποιήματα του Σεφέρη. Ωστόσο, το ποίημα έγινε ο άτυπος ύμνος του αντιδικτατορικού αγώναΗ κορύφωση ήρθε στην κηδεία του ποιητή τον Σεπτέμβριο του 1971. Χιλιάδες κόσμου ακολούθησαν την πομπή στους δρόμους της Αθήνας και, σε μια από τις πρώτες μαζικές ανοιχτές εκδηλώσεις αντίστασης, άρχισαν να τραγουδούν εν χορώ την «Άρνηση». 

  Η Άρνηση

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό ήταν γλυφό.
Πάνω στην άμμο τη χρυσή
το όνομά της γράψαμε
ωραία που περάσαμε
μα φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.
Με τι καρδιά, τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πλέξαμε τη ζωή μας· ένα λάθος!
Οπότε αλλάξαμε ζωή.

   Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο, ένα απλό ερωτικό ποίημα μετατράπηκε σε σύμβολο εθνικής αντίστασης, αποδεικνύοντας τη διαχρονική δύναμη της ποίησης να εκφράζει τις βαθύτερες ανάγκες μιας ολόκληρης κοινωνίας.



Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Μίμης Πανάρετος, ο Καρπάθιος καλλιτέχνης...

   Ο Μίμης για μας που τον γνωρίζουμε από παλιά, είναι ένας άνθρωπος με αβίαστη καλλιτεχνική φλέβα, η οποία εκδηλώνεται σε πολλά επίπεδα. Μουσικός με την ευρύτερη έννοια της λέξης, ευφάνταστος αργυροχρυσοχόος, ζωγράφος.

  Ως μουσικό τον πρωτοθυμάμαι να τραγουδά με την κιθάρα του. Μα και ότι μουσικό όργανο "πέσει" στα χέρια του, εκείνος κατορθώνει να του δώσει ζωή, χαρίζοντας στον κόσμο την υπέροχη μελωδία του. Γράφει δικά του τραγούδια, τα οποία διακρίνονται για την  ευαισθησία και τη μουσικότητά τους.

  Ως αργυροχρυσοχόος διατηρεί κατάστημα στην πόλη της Καρπάθου εδώ και πολλά χρόνια. Ο ίδιος ο χώρος συγχρόνως λειτουργεί και ως εργαστήρι μουσικής, μιας και δίπλα στον τουμπουρλέ, τους κόφτες, τις λίμες, τα σφυράκια και τα άλλα εργαλεία βρίσκονται και τα μουσικά του όργανα. Πολλές φορές περνώντας έξω από το μαγαζί του ακούς μέσα τις γλυκιές μελωδίες, από ένα μουσικό σχήμα που στήνεται στη στιγμή. Παίζει ο Μίμης (συνήθως μπαγλαμαδάκι), ο γιός του που ακολουθεί τα χνάρια του, κι άλλοι μουσικοί, κάποιο τραγούδι που σε κάνει να σταθείς εντυπωσιασμένος από την αρμονική συνύπαρξη των δύο τεχνών, μουσικής και αργυροχρυσοχοΐας.

Ο ίδιος μας αυτοσυστήνεται:

Ο εαυτός μου ο Μίμης 
 
Μ αρέσει να πλέκω ιστορίες 
Παραμύθια και ψέματα λέω 
Και προσωπικές εμπειρίες 
Που συχνά διηγούμαι και κλαίω 

στιχάκια και ποιήματα  γράφω 
Και τα ντύνω με την μουσική 
Και τα παίζω τα κόβω τα ράβω 
Κι έτσι φτιάχνω ζωή βολική 

Πότε πάλι τα χρώματα πιάνω 
Ζωγραφίζω σαν να'μαι παιδί 
Και ξεχνιέμαι τον έλεγχο χάνω 
Μα χαμόγελο φτιάχνω φαρδύ 

Σίγουρα έχω τη κλίση στις τέχνες 
Και ευαίσθητη είμαι ψυχή 
κάπως έτσι θαν' οι καλλιτέχνες

Που μ' έργα δροσίζουν τη Γη .

                          Ο Μίμης τραγουδά δίπλα στη θάλασσα, σε παραλία της Καρπάθου

  Στη σημερινή μου εγγραφή όμως θα σταθώ σε μια ποιητική συλλογή  στην οποία προχώρησε ο Μίμης Πανάρετος, με τίτλο Στιχοπλέγματα. Η οποία συλλογή απαρτίζεται από μια σειρά ποιημάτων με έντονη φιλοσοφική διάθεση. Στίχοι απλοί, εύκολα κατανοητοί, που σε κάνουν να σκέφτεσαι για την καθημερινή μας ζωή, πόσο απλή μπορεί να είναι και πόσο αφόρητη την καταντούμε. Αυτή η απλότητά είναι που τον χαρακτηρίζει και ως άτομο. Απλότητα που αγγίζει την ευτυχία, εκεί στην ακριτική Κάρπαθο, όπου ζει και δημιουργεί με την γυναίκα του την Κόνι.

  Ξεφυλλίζοντας τα Στιχοπλέγματα με τα 181 ποιήματα που περιέχει, είναι δύσκολο να κάνεις μια επιλογή από αυτά. Όλα έχουν κάτι να πουν, όλα ακουμπούν κάποιο σημαντικό θέμα, όλα χαρακτηρίζονται λιγότερο ή περισσότερο από τον ποιητικό ίστρο της στιγμής κι όλα μαζί συνθέτουν την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του δημιουργού τους. Το κριτήριο μου λοιπόν, για να παρουσιάσω ελάχιστο μέρος από το ιδιαίτερο αυτό πλέγμα στίχων, θα είναι προσωπικό. Δηλαδή κατά πόσο ακουμπούν και σε μένα, ως άτομο, ως ψυχή και χαρακτήρα, ... ως παραστρατημένο νησιώτη.

Διαβάστε μου

Διάβασέ μου Καββαδία,
τον Ελύτη τον Σεφέρη,
διάβασέ μου Καζαντζάκη,
Ρίτσο και Βαλαωρίτη.
Του Έλληνα την ιστορία.
πώς να μάθω, ποιος την ξέρει,
πες μου πού θα βρω γαλήνη
στων προγόνων μου το σπίτι;

Διάβασέ μου απ΄την Οδύσσεια
στίχους από την Ιλιάδα
κι ας τον Όμηρο να παίξει
στην ψυχή μου μαγικά!
Κι ύστερα θα στρέψω ίσια,
προς του Ολύμπου τη συστάδα, 
και θα τραγουδήσω ύμνους
κι ότι ξέρω από ορφικά!

Διάβασε να ξεχειλίσει
απ΄το πνεύμα των Ελλήνων,
που όσο πάει με τα χρόνια
τείνει να εξαφανιστεί.
Θέλω μόνο με την ποίηση,
την ψυχή μου να ξεπλύνω,
απ΄τη μαύρη περιφρόνια
του Βαρβάρου, του ληστή!

Φθινόπωρο

Φύλλα σκεπάζουν την αυλή
το δέντρο εμαράθει
του φθινοπώρου το πουλί
κουρνιάζει στο καλάθι.

Δεν ξέρω τι αισθάνεσαι
κάθε που συννεφιάζει
νιώθω πως λιώνω χάνομαι
και η καρδιά σπαράζει,

Δεν έχω κέφι για χαρά
για γέλιο, για τραγούδι
ειμ΄ αετός χωρίς φτερά
δέντρο χωρίς λουλούδι.

Του φθινοπώρου ο ερχομός
και του χειμώνα η φτάση
είναι του χρόνου ο χαμός
και της ζωής η στάση.

Η δική μου ηρεμία

Είναι φορές που αγανακτώ
που όλα τα βαριέμαι

Φεύγω πάω στη θάλασσα
και κάθομαι στην άμμο
κοιτάζω τον ορίζοντα
έτσι μόνο ξεχνιέμαι,
παρέα με τα κύματα
κι αλμύρα να ανασαίνω.

Έτσι ησυχάζει το μυαλό
σ΄ αυτόν τον τρελοκόσμο.

Αχ! ξελογιάστρα θάλασσα
που μου χτυπάς τα πόδια
και μου ξεπλένεις την ψυχή.
Θεέ, δύναμη δώσε μου
δύναμη να 'μαι μαχητής
στης τρέλας τα εμπόδια.

Χιροσίμα

Από τη Χιροσίμα
αγόρασα ένα σήμα
που είχε χαραγμένα
σπίτια ερειπωμένα.

Από το Ναγκασάκι
αγόρασα τασάκι
χωρίς καπνό καπνίζει
μάνα, τι μου θυμίζει!

R)Δεν ξέρω τι με πιάνει
κάθε που το κοιτάζω
και μα τον Άη-Γιάννη
τρέμω και αναστενάζω!

Απ' το Βιετνάμ το νότιο
αγόρασα κιβώτιο
που είχε ζωγραφισμένο
φαντάρο κρεμασμένο!

R)Και μέσα στη μουτζούρα
μια μάνα σιγοκλαίει
με πόνο στη μουρμούρα
για το παιδί της λέει!

Μια νύχτα στη Βαγδάτη
συνάντησα σακάτη
του είπα: "Πόσο λυπάμαι,
φίλε μου Αμερικάνε!"

R)Έρημη Παλαιστίνη
από τις φωτιές συντρίμμι
θεοί τι θα απογίνει
σαν σβήσει αυτή η σελήνη;

Θυμάμαι τη Σερβία
βομβαρδισμοί και βία
τόσοι ξεκληρισμένοι
κι ακόμα τι μας μένει!



Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025

Φταίει, φταίει ο Ποιητής! Φταίει για το φως, για τη σκιά του φταίει.

 

Καρδιασμός

 

Η Ζωή σημαδεύει και σημαδεύεται.

Δεν κρύβεται.

Ζει ακόμη στο δικό της νησί

με ίδια τα ονόματά μας. τις ίδιες εποχές,

καθώς μας μιλά,

τους χωρισμούς συλλογάται…

Δυο των ανθρώπων οι χρόνοι!

Η 9η Νοέμβρη… ακόμη ψιθυρίζει.

Ψάχνει η Ζωή, ν΄ αγαπήσει τον Ποιητή της,

να ψηλαφίσει τους αρμούς του,

στο μάγουλο μας.

Καθώς το τέλος μας αφορά όλους,

μείναμε μόνοι στις σχεδίες των κορμιών,

στην άδικη μοιρασιά της Νύχτας.

Ήθελα τη Ζωή, στιγμή και αιώνα!

Να ξυπνάμε μαζί.

Να την περιμένουμε!

Οι μνήμες αιχμαλωτίζουν‧

δεν τραβούν τις κουρτίνες από τα μάτια μας.

Με τα σημάδια στα χέρια,

καμμιά Μαρία δεν με γνώρισε…

Κι ας αντηχούν τα μολύβια

κι οι λέξεις σε μικρές στάσεις,

ας δωροδοκούν.

Το χαρτί όλο φλόγες.

Κι εγώ, στην ανοιχτή πόρτα μπροστά, τρέχω ως το νήμα,

ως το ελάχιστο τέρμα, να μάθω γι΄ αυτήν.

Αυτή που λείπει, είν΄ η Ζωή.

Φταίει, φταίει ο Ποιητής!

Φταίει για το φως, για τη σκιά του φταίει.

Τη ξέρω αυτή τη Ζωή…

 

   Αυτό το ποίημα έλαβα, προ καιρού είναι αλήθεια, από τον Δραμινό φίλο και συνάδελφο Δημήτρη Τσουρούπη. Και όλοι σας μπορείτε να αισθανθείτε την χαρά μου, βλέποντας το μυθιστόρημά μου Στη Σκιά του Ποιητή, να έχει την ικανότητα να υποβάλλει έναν άνθρωπο στη βάσανο της γραφής ενός ποιήματος. Αλλά και για όσα συμπυκνώματα της γραφής μου περιέχει, τα οποία με έκαναν να σκεφτώ και πάλι την ιστορία που είχα γράψει. Βλέπετε η ποίηση, τέχνη την οποία δεν κατέχω, έχει τη δύναμη, κατ' άλλους τη χάρη, να μην χρειάζεται πολλές λέξεις για να εκφράσει όσα πραγματικά έχουν κάποια αξία στη ζωή του ανθρώπου.

  Με τον Δημήτρη κατά καιρούς, έχω κάνει πραγματικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τα εκδοτικά πεπραγμένα της χώρας μας, γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα, αλλά κυρίως ο λόγος του με στήριξε, όταν απέναντι μου έβρισκα πόρτες κλειστές. Με βοήθησε να θυμηθώ ότι η γραφή είναι κυρίως μια πράξη εσωτερικής αναζήτησης και ευχαρίστησης, γι΄ αυτό γράφουμε, χωρίς να παραγνωρίζει και την χαρά μιας έκδοσης.

  
Ο Δημήτρης βέβαια γράφει ποίηση εδώ και πολύ καιρό, σεμνός όμως καθώς είναι, ποτέ δεν θέλησε να "παίξει" με τα λογοτεχνικά κυκλώματα. Αυτό "έσπασε" κατά κάποιον τρόπο πριν λίγο καιρό, όταν κατόπιν παρότρυνσης αγαπημένων φίλων του, αποφάσισε να αυτοεκδώσει πέντε συλλογές ποιημάτων του, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που μου τις δώρισε. Και με μεγάλη χαρά θα παρουσιάσω από το ιστολόγιο μου, ένα μικρό δείγμα της δουλειάς του, αποσπάσματα που ερέθισαν τις εσωτερικές χορδές μου πάλλοντας τη ψυχή και την καρδιά. Αν αυτό δεν είναι το ζητούμενο στην ποίηση, τότε ποιο είναι;

...Απριλίου 1987
 
 "Το ήξερα πως δε θα ξαναχαιρόσουν...
Το ότι οι όχθες Σου, γκρέμισαν για μένα, το ήξερα.
Μαζί μου, είσαι με άρτια και σπασμένα φτερά...
Σ'  άφηνα στη μοναξιά και τό 'ξερα,
δίχως πουκάμισο στην Ολυμπιάδα και τό ήξερα.
Με περίμενες.
Με πηλό και φλέβα, με περίμενες...
Κι έγινες νερό που σκούριασε.
Νηολόγιον Ιερισσού 1265.
Ίτσα εγώ, δακράκι εσύ."
                                               είπε η Μαρία

την ίδια μέρα

  "Λεπτά τα νήματα τής Ζωής
μήτε ψίθυρο δεν αντέχουν.
Όταν πηγαίνανε μαζί σχολείο...
Η ώχρα του Χρόνου, μας πάει όλο Νότια.
Το βότσαλο βαθούλωσε.
Στον ορίζοντα τών ψυχών
το παρελθόν παρελαύνει.
Όταν ήρθα!
Τι ν'  αρνηθώ!
Στιγμές και μεσημέρια στο κοχύλι..."
                                                είπε η Μαρία

από τη συλλογή: Προθεσμία ως την αυγή 2


Απουσία

Παλιές εικόνες
με γαλάζιες ποδιές, δε λένε
να κοιμηθούν.
Ποιήματα με σημαδεύουν.
Χέρια που κατέβασαν σύννεφα,
για απάντηση στη μάγισσα βροχή.
Όνειρα προς το Βερτίσκο...
Πριν το Αθάνατο Νερό,
σ΄ ένα ποτάμι, ξεδιψούν τα δέντρα.
Στην πρώτη κρίση γυρίζω,
στο άγιο κακό.
Ψάχνω πληγές στις λέξεις.
Το αύριο, βλέμμα, δίχως καμπούρα
την Αυγή, δίχως τσακμακόπετρα...
Μάταιο τραίνο στην ανηφόρα.
Δίπλα οι πορτοκαλεώνες.
Κι όλο ασβεστώνεται ο σταχτής λύκος,
νους μου!
από τη συλλογή: άρνης αΜΜωτά


Εκεί έξω

Ακρωτήριο Λίκερι.
Σκουριά!
Το τοπίο στην κανέλα του.
Τεταρτημόρια Σι-δι-ρο-κά-στρου,
σπαραγμοί Βυρώνειας.
Εικόνες από αντηχείο.
Μνήμες στο ράφι, ως την Πανσέληνο στάση.
Ασπρόμαυρα ουράνια τόξα η επαρχία μου.
Διάτρηση στο βλέμμα Σου,
η ανοξείδωτη της γέφυρας νιότη.
Με δικό της μαντείο η χώρα μου.
Με δικό της χρησμό.
Στην πρώτη πέτρα, η Οφηλία στ΄ άσπρα,
γυρνά τις σελίδες μας.
από τη συλλογή: αΜοργός Καία




Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024

Μικρό αφιέρωμα στην αραβική ποίηση

Αυτό που κυρίως ενώνει τις Αραβικές φυλές, που κατοικούν σε μια
τεράστια έκταση από την Αραβική χερσόνησο, την ανατολική Μεσόγειο ως τη Σαχάρα και την βόρεια Αφρική, είναι η κοινή τους γλώσσα. Από κει και πέρα υπάρχει η κοινή ιστορία με μία περίοδο θαυμαστής προόδου σε κάθε τομέα (8ος - 14ος αιώνα μ.Χ), η θύμηση της κυριαρχίας τους στη Μεσόγειο, τα κοινά πολιτισμικά στοιχεία τους, αλλά και το Ισλάμ το οποίο καλύπτει περίπου το 97% του πληθυσμού τους.

Στη σημερινή μου εγγραφή θα περιοριστώ στην ποίηση των Αράβων, αξιόλογη και σημαντική, η οποία όμως δεν μας είναι γνωστή. Σίγουρα δεν έχω βρει τα σπουδαιότερα ποιήματα, καθότι οι μεταφράσεις τους δεν είναι και τόσο διαδεδομένες, αλλά και πάλι πιστεύω ότι η προσπάθεια αξίζει.

Το παλαιότερα γνωστά αραβικά ποιήματα που έχει διασωθεί, από την προ - ισλαμική περίοδο, είναι τα Mu'allaqat al-Hinzab, γνωστά και ως "Οι Κρεμασμένες Ποιήσεις". Αυτή η συλλογή των επτά ή δέκα ποιημάτων, αντίστοιχων ποιητών, του 6ου μ.Χ. αιώνα, γράφονταν και κρεμιούνταν σε υφαντά στον τοίχο του Κάαμπα στη Μέκκα, του ιερότερου σημείου των Αράβων από την αρχαιότητα ακόμη, έτσι ώστε να εκτίθενται προς τέρψη όλης της ευρύτερης φυλής.

  • Ένας από τους ποιητές της συλλογής αυτής ήταν ο Imru' al-Qais:

Μια μαυρισμένη μελωδία, σαν σημάδι φαίνεται.
Στο δίκαιο της πλευράς. 
Ή σαν σκούρη απόγονο του Κέδαρ που κατασκηνώνει εκεί. 
Πολλές φορές στην κοιλάδα 
έχει αντηχήσει το τρίξιμο της φωτιάς ανάμεσα στους θάμνους,
που άναψε η χειροπέδα του σκότους στα μαλλιά της
και όταν μιλά, οι καμηλιέρηδες σταματούν και ακούν.
Δες το βήμα της.
Στην απαλότητα του ανέμου κουνά τα λεπτά κλαδιά.
Πάνω από αυτήν!
Γλυκά φώναζε απευθυνόμενη σε μένα,
γευματίζοντας το ποτό των μελισσοστόμων της λέξεων.
Ο προσερχόμενος σου, εσύ που ιππεύεις το καμήλι.

  • Ο ποιητής Abū Nuwās (... - 814), θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Άραβες ποιητές. Το όνομά του σημαίνει «Φορέας του Μπροστινού Κόκκου», ένα παρατσούκλι που περιγράφει ένα ασυνήθιστο χτένισμα που πιθανώς συνδέεται με τον εξωφρενικό τρόπο ζωής του. 

Το ποίημά του, Άλογο (όλοι μας έχουμε ακούσει για τα περίφημα αραβικά άλογα), περιγράφει έναν νεαρό επιβήτορα, τον Colt, εκπληκτικής, μυθικής θα λέγαμε δύναμης. 

Ακτίνες φώτισαν τον ουρανό
Μαύρη νύχτα χτύπησε το στρατόπεδο-
Απόδειξη ότι ήταν μέρα.
Έβγαλα το Colt - έναν επιβήτορα ωμής δύναμης και γενεαλογίας.
Η ενέργεια της φωτιάς κατευθύνθηκε
μέσα από τις σφιχτές, τεντωμένες αρθρώσεις του με σχοινί.
Στάλθηκε στη γη με νυχτερινά σύννεφα καθοδηγούμενα
από ένα ανερχόμενο αστέρι.
Πλημμύρισαν τα δώρα τους.
Ευλογημένο από σύννεφα μαύρα με βροχή
Σε συνεχείς βροχοπτώσεις.
Έπινε από τη γενναιοδωρία τους. Τα άκρα δυνάμωσαν.



  • Ο Abu al-Ala al-Ma'arri (973-1057) ήταν ένας από τους
μεγαλύτερους ποιητές της αραβικής παράδοσης. Το στυλ του
χαρακτηρίζεται από τη μελαγχολία, την αντίθεση προς τη θρησκεία
και την κοινωνία, καθώς και την εστίασή του στα ηθικά και
φιλοσοφικά ζητήματα.

Η ασθένεια εισβάλει στα άκρα μου, οι μέρες μου τελειώνουν.
Αλλά ο θάνατος ποτέ δεν έχει συνοδευτεί με την αναζήτηση του.
Δεν θα ήθελα να γευτώ την ανάσα του.
Ούτε θα την απέφευγα, αν φιλοξένησε τον θάνατο.
Η ζωή και ο θάνατος, δύο μόνο δώρα για δανεισμό.
Δεν θέλω ούτε να πουλήσω, ούτε να δανειστώ.

Εδώ θα πραγματοποιήσω ένα άλμα χιλίων χρόνων, για να δούμε κάποια αποσπάσματα από τη σύγχρονη αραβική ποιητική δημιουργία. Εξελίχθηκε πολιτιστικά και γλωσσικά με την πάροδο του χρόνου, και συνεχίζει να εξερευνά νέες μορφές και θέματα, αντανακλώντας τις αλλαγές στην κοινωνία και τον πολιτισμό.

  • Ξεκινώ με την Ιρακινή ποιήτρια Nazik al-Mala'ika (1923-2007) η οποία πέρα από το σπάσιμο της κλασικής αραβικής ποιητικής φόρμας, καταπιάνεται με φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα. Όπως στο ποίημα της:

Σε ένα κορίτσι που κοιμάται στον δρόμο

Στην Καράντα τη νύχτα, άνεμος και βροχή πριν την αυγή,
όταν το σκοτάδι είναι μια στέγη ή μια κουρτίνα που δεν τραβιέται ποτέ,
όταν η νύχτα είναι στο αποκορύφωμά της και το σκοτάδι είναι γεμάτο βροχή,
και η υγρή σιωπή κυλά σαν άγριος τυφώνας,
ο θρήνος του ανέμου γεμίζει τον έρημο δρόμο,
οι στοές στενάζουν από τον πόνο και τα λυχνάρια κλαίνε απαλά.
Ένας φρουρός συνοφρυώνεται καθώς περνάει με τρεμάμενα βήματα,
ο κεραυνός δείχνει το λεπτό του πλαίσιο, αλλά οι σκιές αναχαιτίζονται.

Παρασυρμένη από τις πλημμύρες, σκισμένη από το κρύο,
η νύχτα τρέμει από σκοτάδι, ρίγη όταν κυλά η βροντή.
Σε μια στροφή του δρόμου, το κατώφλι μιας πόρτας
σε ένα σπίτι που κανείς δεν μένει πια,
ο κεραυνός αναβοσβήνει και δείχνει, ξαπλωμένη εκεί, κοιμισμένη βαθιά
μια νεαρή κοπέλα, δέρμα ακατέργαστο από το μαστίγιο του ανέμου του χειμώνα.

Στην αθωότητα των ματιών της, στο χλωμό των μάγουλων της,
τη λεπτότητα του σκελετού της, μιλάνε τα έντεκα χρόνια της.
Κοιμάται εκεί, στο παγωμένο μάρμαρο της γης,
ενώ γύρω της ο άνεμος του Νοεμβρίου ουρλιάζει,
μικροσκοπικά χέρια σφιχτά σφιχτά από την κούραση και τον φόβο,
το βρεγμένο πεζοδρόμιο το μαξιλάρι της, η κουβέρτα της ο αέρας.

Δεν μπορεί να κοιμηθεί από τον πυρετό, τις βροντές, τη φλόγα
που ανάβει η αϋπνία βαθιά μέσα στο μικρό της κάδρο.
Διψάει για ύπνο, αλλά ο ύπνος δεν πιάνει ποτέ.
Τι πρέπει να ξεχάσει πρώτα—πυρετό, πείνα ή κρύο;
Διπλασιασμένος από την αϋπνία, ο πόνος ακόμα ροκανίζει και
αναζωπυρώνεται στον πυρετό με τα ανελέητα νύχια.
Με τις διαβολικές κραυγές τους, αυτές οι σκληρές εικόνες εμπνέουν
φαντάσματα που σπεύδουν να τροφοδοτήσουν τη φωτιά του πυρετού,
και καλύπτει τα μάτια της, αλλά τα χέρια της δεν μπορούν να κρύψουν
ότι το σκοτάδι δεν ξέρει και ο πυρετός δεν μπορεί να νιώσει.
Το μικρό κορίτσι συνεχίζει να τρέμει μέχρι να δείξει ο ήλιος,
«μέχρι να σβήσει ο τυφώνας, και ακόμα κανείς δεν ξέρει.
Πέρασε κάθε μέρα της παιδικής της ηλικίας με δακρυσμένο
σώμα σπασμένο από την έλλειψη στέγης, την πείνα και τον φόβο,
για έντεκα πολλά χρόνια, η θλίψη δεν έληξε ποτέ
όλη της τη ζωή ήταν πεινασμένη, διψασμένη και κουρασμένη.

Σε ποιον να διαμαρτυρηθεί; Οι κραυγές της δεν ακούγονται,
γιατί η ανθρωπότητα είναι πλέον μια λέξη χωρίς νόημα,
και οι άνθρωποι είναι μια μάσκα, τεχνητή και ψεύτικη, η
γλυκιά, απαλή εξωτερική τους εμφάνιση κρύβει φλεγόμενο μίσος,
και όπου το έλεος κάποτε ευδοκιμούσε στην κοινωνία μας
τώρα είναι απλώς μια λέξη στο λεξικό.
Όσοι κοιμούνται στο δρόμο θα παραμείνουν δυσαρεστημένοι,
κανείς δεν λυπάται τον πυρετό τους ούτε καταπραΰνει τους θρήνους τους-
είναι άγρια ​​αδικία, χωρίς αντάλλαγμα -
τι φάρσα που αποκαλούμε αυτόν, τον παγκόσμιο πολιτισμό!



  • Ο Muhammad Al-Maghut (1934-2006), ήταν Σύριος ποιητής, ένας από τους πρωτοπόρους του αραβικού πεζού ποιήματος:

Τατουάζ

Τώρα
Την τρίτη ώρα του εικοστού αιώνα
Εκεί που τίποτα δεν χωρίζει τα πτώματα
από τα παπούτσια των πεζών
εκτός από άσφαλτο
Θα ξαπλώσω στη μέση του δρόμου
σαν βεδουίνος σεΐχης
και δεν θα σηκωθώ
μέχρι όλα τα κάγκελα των φυλακών και τα αρχεία των υπόπτων του κόσμου
μαζευτούν και τοποθετηθούν μπροστά μου
για να μπορώ να τα μασάω
σαν καμήλα στον ανοιχτό δρόμο.
Μέχρι όλα τα ρόπαλα της αστυνομίας και των διαδηλωτών
αποδράσουν από τις λαβές
και πάνε πίσω (για άλλη μια φορά)
εκκολαπτόμενα κλαδιά στα δάση τους.
Στο σκοτάδι γελάω
κλαίω
γράφω
Δεν ξεχωρίζω πια το στυλό μου από τα δάχτυλά μου
Κάθε φορά που κάποιος χτυπά ή κινείται μια κουρτίνα
Κρύβω τα χαρτιά μου
σαν ιερόδουλη σε αστυνομική επιδρομή.
Από ποιον κληρονόμησα αυτόν τον φόβο
και αυτό το αίμα
φοβάσαι σαν λεοπάρδαλη του βουνού;
Μόλις δω επίσημο χαρτί στο κατώφλι
ή ένα καπέλο από την πόρτα
τα κόκαλα και τα δάκρυά μου τρέμουν
το αίμα μου τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις
σαν αιώνια περιπολία προγονικής αστυνομίας
το κυνηγάει από τη μια φλέβα στην άλλη.
Ω! αγαπητέ
Μάταια προσπαθώ να ανακτήσω το κουράγιο και τη δύναμή μου
Η τραγωδία δεν είναι εδώ
στο μαστίγιο, στο γραφείο ή στις σειρήνες
Είναι εκεί
Στην κούνια. . .
Στη μήτρα
Σίγουρα δεν ήμουν δεμένος στη μήτρα με ομφάλιο λώρο

Ήταν μια θηλιά δήμιου

  • Ο Σύριος, Ali Ahmad Said Esber  ( 1930 - .....), γνωστός με το ψευδώνυμο Άδωνις, ίσως είναι σήμερα ο πιο αναγνωρίσιμος Άραβας ποιητής, αν και ζει στην Γαλλία. Παρακάτω ένα μικρό απόσπασμα από την ποίησή του.

Κάθε μέρα, το σώμα του εραστή
διαλύεται στον αέρα,
μετατρέπεται σε άρωμα,
γυρίζει, επικαλείται όλα τα αρώματα
που μαζεύονται στο στρώμα του,
καλύπτει τα όνειρά του,
εξατμίζεται σαν λιβάνι,
επιστρέφει σαν λιβάνι.
Τα πρώτα του ποιήματα είναι πόνος
ενός παιδιού χαμένου στη δίνη των γεφυρών,
χωρίς να ξέρει να κρατιέται στο νερό
ούτε να το περάσει.

  •   Και κλείνω το σίγουρα ατελές αφιέρωμά μου, με τον πρόσφατα σκοτωμένο από τους βομβαρδισμούς στη Γάζα, Παλαιστίνιο ποιητή Refaat  AlareerΤο τελευταίο ποίημα του που ανάρτησε στο Χ την 1η Νοεμβρίου 2023:
ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ

Αν πρέπει να πεθάνω
θα πρέπει να ζήσεις εσύ
να πεις την ιστορία μου
να πουλήσεις τα πράγματα μου
για να αγοράσεις ένα κομμάτι πανί
και κάμποσο σπάγκο,
(να τον φτιάξεις άσπρο με μακριά ουρά)
έτσι ώστε ένα παιδί, κάπου στη Γάζα
σαν θα κοιτάει τον ουρανό κατάματα
προσμένοντας τον πατέρα που έφυγε μες τη φωτιά—
και δεν αποχαιρέτησε κανέναν
ούτε και την ίδια του τη σάρκα,
ούτε τον ίδιο του τον εαυτό –
βλέπει τον χαρταετό, τον χαρταετό μου που έφτιαξες,
να πετάει επάνω ψηλά
και σκέφτεται προς στιγμήν πως είναι ένας άγγελος εκεί
που φέρνει πίσω την αγάπη
Αν πρέπει να πεθάνω
Ας φέρει αυτό ελπίδα
Ας γίνει μια ιστορία
Μετάφραση: Χρήστος Τσιάμης



ΕΡΤ και Πολιτισμός

  Η ΕΡΤ φέτος κλείνει 60 χρόνια παρουσίας στη ζωή μας. Για πολλά χρόνια ήταν ο μόνος ραδιοτηλεοπτικός φορέας της χώρας μας. Η συνεισφορά τη...