Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Η Μνήμη ως γραφή: Γιατί θυμόμαστε τις ιστορίες που δεν ζήσαμε;


δημιουργία Τ.Ν.
  Κάθομαι σ΄ένα πεζούλι μιας παλιάς κατοικίας, στον δρόμο προς το Γελαδαριό, μαζί με όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ο ήλιος έχει πέσει για τα καλά δροσίζοντας την περιοχή από την καλοκαιρινή κάψα κι εμείς περιμένουμε να περάσουν ένας ένας οι γελαδάρηδες με τα ζώα που τους είχαν εμπιστευτεί, για να τα επιστρέψουν στη στάνη τους. Μας άρεσε να κριτικάρουμε τα ζώα, αν ήταν καλοταϊσμένα ή αν ήταν ισχνά, αν είχαν ζωηρό τρίχωμα ή ψωριασμένο, αν ο γελαδάρης ή ιδιοκτήτης τους ήταν μερακλής με τα ζώα του ή όχι. Κι αν τους ξέφευγε καμιά σβουνιά, τρέχαμε να την μαζέψουμε, στο σπίτι τις ήθελαν για προσάναμμα, αφού τις ξέραιναν στους τοίχους....
"

  Το παραπάνω στιγμιότυπο δεν το έχω ζήσει. Το μυαλό μου όμως ιδιοποιήθηκε στιγμές κάποιων άλλων και κατά κάποιον τρόπο το έκανε και δικό μου βίωμα. 

  Και το ερώτημα που τίθεται είναι, ποιος είναι ο μηχανισμός που λειτουργεί μέσα μας και μας επιτρέπει την παραπάνω διαδικασία;

  Η μνήμη δεν λειτουργεί αυστηρά ως φωτογραφική μηχανή. Κι αυτό γίνεται φανερό, όταν ο συγγραφέας διορθώνει συνεχώς το κείμενό του. Στο μυαλό του αναμειγνύονται ιστορίες που έζησε, άλλες που άκουσε, βιβλία που διάβασε, η πραγματικότητα που ζει καθημερινά, ακούσματα, μυρουδιές, αγγίγματα, ακόμα και όνειρα που είδε κι όλα αυτά αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, δημιουργώντας στο τέλος ψηφίδα, ψηφίδα μια νέα ιστορία, η οποία εντέλει είναι βαθιά προσωπική. Θυμόμαστε λοιπόν ιστορίες που δεν ζήσαμε οι ίδιοι, διότι βαθιά μέσα μας έχουμε την ανάγκη να εντάξουμε τον εαυτό μας σε κάτι μεγαλύτερο. Όχι μόνο κάτι που περιορίζεται στο δικό μας, αυστηρά βίωμα, αλλά καλύπτει τη συλλογική μνήμη, αυτή, που άγνωστο πως, εδρεύει στον εγκέφαλό μας εξαιτίας της ανάγκης μας να ανήκουμε σε μια  μεγαλύτερη ομάδα. Αρχικά της οικογένειας μας, της κοινότητας με την οποία μας συνδέουν κοινές παραδόσεις και βιώματα, αλλά γιατί όχι και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Επίσης το να γράφουμε για την χαρά και τον πόνο του άλλου, να εκφράζουμε συναισθήματα διαμέσου των φανταστικών ηρώων μας, είναι μια μορφή ενσυναίσθησης, η οποία εν τέλει αποκαλύπτει τον ανθρώπινο χαρακτήρα της γραφής.

  Η μνήμη συμπαρασύρει και τη φαντασία. Όχι μόνο αναπλάθει τις εικόνες, τα ακούσματα, όλα τα ερεθίσματα που κάποτε δεχθήκαμε, αλλά δημιουργεί νέες εικόνες και "βιώματα" και στη συνέχεια φτιάχνει νέες ιστορίες, αρχικά άγνωστες σε εμάς, αλλά στη συνέχεια ανακαλύπτουμε ότι πάντα ήταν δικές μας. Έτσι ώστε να γίνεσαι αυτός που φτιάχνει νέους μύθους, που αναδεικνύουν αξίες, που είτε τις πιστεύεις είτε σε απασχολούν βαθιά. 

  Το συμπέρασμα είναι ότι γράφουμε για όσα κρύβουμε μέσα στο νου, την καρδιά και τη ψυχή μας. Και μπορεί οι δύο τελευταίες έννοιες να εγείρουν αντιρρήσεις για την ύπαρξή τους, αλλά σίγουρα για κάποιον που γράφει, αποτελούν την πηγή της έμπνευσης, για να βάλει τη μια λέξη δίπλα στην άλλη, για να φτιάξει μια ιστορία.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Η λήθη που θα γίνουμε ΕΚΤΟΡ ΑΜΠΑΔ ΦΑΣΙΟΛΙΝΣΕ

Ζούμε, πεθαίνουμε, ξεχνιόμαστε.

  Όσο κι αν έχει προοδεύσει, σε κάθε τομέα ο άνθρωπος, ο θάνατος εξακολουθεί να είναι αξεπέραστος. Αυτό πιστεύω ότι, αν και δεν μας αρέσει να το λέμε, το γνωρίζουμε όλοι μας. Αυτό που απασχολεί τον συγγραφέα στο βιβλίο τούτο, είναι η λήθη που επέρχεται στη συνέχεια. Ακόμα και για ανθρώπους, όπως τον πατέρα του, τον Έκτορ Αμπάδ Γκόμες. Γιατρός, υγιεινολόγος, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια Κολομβία, όχι αυτήν του μαγικού ρεαλισμού του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αλλά μιας Κολομβίας διχασμένης, όπου τα τάγματα θανάτου σκοτώνουν κάθε έναν που εκφέρει έναν λόγο επικίνδυνο, ενάντια στους οικονομικά ισχυρούς της χώρας, που αποτελούν την πραγματική εξουσία της χώρας.
  Ο συγγραφέας αισθάνεται την υποχρέωση να παρατείνει τη μνήμη του πατέρα του, όσο περισσότερο μπορεί. Ξέρει, ότι λίγοι, έχουν την τύχη (;)... το όνομα τους να γραφτεί στα τεφτέρια της ιστορίας και να μνημονεύεται για πολλά χρόνια ακόμα μετά το θάνατό τους. Θεωρεί υποχρέωση του να γράψει ένα βιβλίο, μέσα στο οποία θα ιστορείται η ζωή του πατέρα του αλλά κυρίως η δική του, ξεχωριστή σχέση με εκείνον.
Αξίζει το εγχείρημα; Αληθινά δύσκολη η απάντηση. Αξιέπαινο το εγχείρημα του, αλλά για μένα είναι ένα ακόμα θύμα, μιας ταραχώδους περιόδου στην ιστορία της Κεντρικής Αμερικής. Για τους απογόνους του, σίγουρα θα νιώθουν υπερηφάνεια. Για τους συμπατριώτες του; Δεν ξέρω! Για όσους διάβασαν το βιβλίο, πέρα από την ιστορία, σίγουρα θα σκεφτούν πολλά για τη ζωή και το θάνατο.
 Και μπαίνουν λοιπόν τα ερωτήματα:
Για πόσο η ύπαρξη μας θα καταγράφεται και μετά τον θάνατό μας; Ένα χρόνο, δύο, πέντε, είκοσι; 
Και τι σημασία έχει αυτό αν δεν ζούμε; Έχει σημασία για τους άλλους, τα αγαπημένα μας πρόσωπα στη ζωή.
Και τι είναι η ζωή; .... εδώ το σταματάω γιατί η ατμόσφαιρα βαραίνει πέρα από τις δυνάμεις μου!

  Θάνατος! Απώλεια

  Άλλες φορές τον αντιμετωπίζουμε με ανακούφιση, όπως όταν η οικογένεια του συγγραφέα χάνει την πανέμορφη Μάρτα , στα μόλις 16 χρόνια της, από καρκίνο. Με ανακούφιση διότι βλέπεις το παιδί σου, το οποίο δεν έχει προλάβει καν να γευτεί την αληθινή ζωή, να υποφέρει, να πονάει κι εσύ δεν το αντέχεις. Συγχρόνως αυτή η απώλεια είναι οδυνηρή, αξεπέραστη, γιατί ζεις εσύ και δίπλα σου θα ήθελες να βρίσκεται η αγαπημένη σου κόρη, αδελφή η οποία χάθηκε για πάντα. Την πλασματική ύπαρξη της συντηρεί μόνο, η μνήμη σου. Και πονάει!
  Αναμενόμενος ο θάνατος του ιδεολόγου καθηγητή, αλλά η οικογένεια του δεν πίστεψε ποτέ ότι θα άγγιζε και τη δική τους οικογένεια η τρέλα των στυγνών δολοφονιών, που οργανώνονταν από αυτούς που με κάθε θυσία θέλουν να κουμαντάρουν τη χώρα και τις ζωές των ανθρώπων της. Ο γιος του πονάει, δεν συγχωρεί, γνωρίζει όμως γιατί δολοφονήθηκε, δεν μπορεί να αντιδράσει, φεύγει, εγκαταλείπει τη χώρα! Βλέπει ότι η θυσία του ξεχνιέται γρήγορα, το θεωρεί άδικο, γράφει ένα βιβλίο για να ματαιώσει τη λησμονιά της ύπαρξης του, μόνο για λίγο όμως το κατορθώνεις αυτό. Είναι

Μεδεγίν - Κολομβία
γεμάτος αναμνήσεις για αυτά που έζησε μαζί του, η γραφή ανασύρει μια μια τις στιγμές εκείνες. Στιγμές τρυφερότητας, ελευθερίας, διδασκαλίας των αξιών της ζωής!
Θυμάται. Αυτός δεν τον έχει ξεχάσει αλλά μετά από αυτόν; Ποιος θα τον θυμάται; Έχουμε ξεχαστεί πριν ακόμα πεθάνουμε.
"Είμαστε ήδη η λήθη που θα γίνουμε", αναφέρει ο συγγραφέας από ένα ποίημα του Μπόρχες....
  Πόση απελπισία περιέχει η παραπάνω ρήση; Πόσο μάταιη φαντάζει η ζωή του καθενός μας, αν την παραπάνω επικεφαλίδα, την πάρουμε τοις μετρητοίς; Αυτό είναι το νόημα της ζωής μας;
Κατά τη γνώμη μου όχι!

  Κανένας δεν ζει για το μέλλον αλλά για το σήμερα. Όλοι μας, φτιάχνουμε τη ζωή μας με μόνο γνώμονα, την ικανοποίηση των αναγκών μας, με μικρό χρονικό ορίζοντα μπροστά μας.
Ποιος αλήθεια μπορεί να νοιάζεται για την υστεροφημία του; Για να μην είμαι απόλυτος, πιθανόν υπάρχουν κι αυτοί. Εκτιμώ ότι πρέπει να είναι λίγοι.
Ο δολοφονημένος λοιπόν, Έκτορ Αμπάδ Γκόμες, ο ιδεαλιστής καθηγητής, ο λίγο αγαθός ακτιβιστής, δεν πάλευε για την υστεροφημία του αλλά για τα πιστεύω του, αυτά που του επέτασσε η συνείδηση του κάθε μέρα. Το σημείωμα, που βρέθηκε στη τσέπη του, το ποίημα του Μπόρχες, με πρώτο στίχο "Είμαστε ήδη η λήθη που θα γίνουμε"  τον εξέφραζε απόλυτα. Ο γιος του αρνείται να το αποδεχθεί....

ΥΓ. Ένα από τα βιβλία που λες, γιατί το διάβασα τώρα αυτό;

Μια διαφορετική ανάγνωση του βιβλίου, της συνταξιδιώτισσας Χριστίνας Παπαγγελή, δείτε εδώ

Η Μνήμη ως γραφή: Γιατί θυμόμαστε τις ιστορίες που δεν ζήσαμε;

δημιουργία Τ.Ν.    Κάθομαι σ΄ένα πεζούλι μιας παλιάς κατοικίας, στον δρόμο προς το Γελαδαριό, μαζί με όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ο ήλιος έ...