Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάρπαθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάρπαθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Οι λογοτεχνικές μου διαδρομές στην Κάρπαθο.

  Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από τη συλλογή διηγημάτων μου, που εκδόθηκε το 2017, με τίτλο ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Τα αποσπάσματα αφορούν μνήμες και περιγραφές της Καρπάθου, κυρίως από το χωριό μου το Όθος, από τις δεκαετίες του 70' και του 80'. Η πρώτη είναι μια φθινοπωρινή ανάμνηση από το χωριό μου, το Όθος:      

ΟΘΟΣ 1982

Μπροστά της απλωνόταν το χωριό τους, πιο πίσω η κορυφή του προφήτη Ηλία και πίσω το ατελείωτο γαλάζιο της θάλασσας. Μικρά τα σπιτάκια του, συνήθως δίχωρα με δώμα. Κάποια λίγα, με τα χρήματα που έστελναν οι ξενιτεμένοι συγχωριανοί τους, διάσπαρτα από εδώ κι εκεί, κτίζονταν με περισσότερες ευκολίες, χωριστές κρεβατοκάμαρες, εσωτερική τουαλέτα αλλά με μικρότερες ή ακόμα και ανύπαρκτες αυλές. Το προχωρημένο φθινόπωρο περισσότερο με άνοιξη έμοιαζε. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος, ελάχιστα σύννεφα φαίνονταν προς το βάθος της θάλασσας και μια ανάερη απογευματινή ζέστα γλύκαινε τη ψυχή τους. Οι ελιές είχαν γεμίσει καρπό, οι αμυγδαλιές είχαν ρίξει τα φύλλα τους και μια παράξενη ησυχία, όχι όμως ασυνήθιστη για το χωριό αυτή την ώρα. Οι απαγορευμένες ώρες που επέβαλαν οι δάσκαλοι, κρατούσαν τα παιδιά στα σπίτια τους ή κρύβονταν, προσπαθώντας να παίξουν στα βουβά, πίσω απ' τα στενά σοκάκια με σκυφτά κεφάλια μην τα πάρει είδηση κάποιο μάτι, που την άλλη μέρα θα τα κατέδιδε στο δάσκαλο.

Σε λίγο η μάνα της, της έφερε το δίσκο με τον τούρκικο καφέ - έτσι τον έλεγαν ακόμα τότε στο χωριό της, πριν την εισβολή στην Κύπρο - κι ένα δροσερό ποτήρι νερό. Κάθισε δίπλα της! Η συζήτηση σχεδόν τυπική! Πώς πάει το Πανεπιστήμιο, πώς είναι η ζωή στη Θεσσαλονίκη, τι κάνουν οι παρέες της. 

Από το Κυριακάτικες εκδρομές μας στο Φοινίκι:

Μόλις έφτανε το λεωφορείο στο μικρό ψαροχώρι, άνοιγαν οι πόρτες του και σε ελάχιστα λεπτά, οι νεολαίοι του χωριού έκαναν την πρώτη τους βουτιά από το λιμανάκι, δίπλα στις βάρκες και ξανοίγονταν στη μέση του κλειστού, απάνεμου κόλπου ενώ οι μητέρες με τα βλαστάρια τους, πλατσούριζαν στα ρηχά, με την ψιλή λασπώδη άμμο που θόλωνε τα νερά, σε αντίθεση με τις λαμπρές, καταγάλανες και διαυγέστατες παραλίες του υπόλοιπου νησιού.

Ο ήλιος μας έκαιγε, ούτε κρυβόμαστε κάτω από πολύχρωμες ομπρέλες παραλίας, ούτε γυαλιά ηλίου και καπελάκια να μας προστατεύουν και το αντηλιακό, είδος πολυτελείας, κάποιες κοπέλες μόνο το διέθεταν κι εκείνες για να κάνουν ωραίο μαύρισμα, τίποτα δεν γνώριζαν για τον όποιο δείκτη προστασίας του.

Κάποια στιγμή, όταν ο ήλιος πια κατέβαινε χαμηλά, προς τη δύση, κάποιοι ανέβαιναν προς το εκκλησάκι του Άη Νικόλα, απ΄ όπου αντίκριζες τη γειτονική Κάσο τυλιγμένη στον θολό αχνό των κυμάτων, κάποιοι άλλοι έπιναν τον ελληνικό τους, μοιρασμένοι στα δύο καφενεδάκια της πλατείας και εμείς τα παιδιά βρισκόμασταν στον μικρό μόλο, έξω από την "ξετρυπητή", όπου παλιές ιστορίες μιλούσαν για τις μακρινές, χαμένες πια, ένδοξες μέρες που γνώρισε ο τόπος, τότε που φιλοξενούσε την ιταλική ακτοφυλακή.

Κι από έναν παραδοσιακό γάμο:

Κι έφτασε η μέρα της χαράς. Από νωρίς το πρωί το χωριό ολόκληρο βρισκόταν σε συναγερμό. Η κουζίνα στην αίθουσα εκδηλώσεων είχε γεμίσει με κόσμο. Τα επιδέξια χέρια των μαγείρων, τεμάχιζαν το φρεσκοσφαγμένο μοσχάρι σε μερίδες, τα τεράστια, φρεσκοπλυμένα καζάνια στη σειρά στέγνωναν στον ήλιο, συνέχεια αυτοκίνητα ξεφόρτωναν, μια το κρασί, μια τα κηπευτικά για τη σαλάτα, μια το ψωμί, το ρύζι, τις σάλτσες και τις πατάτες. Μετά την πρωινή λειτουργία, ένα συνεργείο γυναικών, μπήκε στην εκκλησία να τη συγυρίσει, όλα έπρεπε να αστράφτουν την ώρα της τελετής. Στην αυλή των σπιτιών των συμπεθέρων, είχαν στηθεί οι παντιέρες, έθιμο παλιό από την Τουρκοκρατία ή το Βυζάντιο ακόμα, ποιος ξέρει. Η νύφη, στο δικό της σπίτι, αυτό που θα δεχόταν το νέο ζευγάρι, την πρώτη νύχτα του γάμου τους, είχε φροντίσει να βγάλει σε δημόσια θέα όλη της την προίκα. Υφαντά όλων των ειδών, που τα έφτιαξε η ίδια, αμερικάνικα γυαλιστερά σεντόνια, πολύχρωμες κουβέρτες ως και τα εσώρουχα της. Σε περίοπτη θέση το καλό το κινέζικο σερβίτσιο του καφέ, δίπλα του σερβίτσιο του φαγητού από το Λονδίνο, δίπλα ο δίσκος με τα κουφέτα και το ρύζι. Στη σειρά μέσα σε πανέρια, τα μαντίλια που θα κρέμαγαν στο στήθος των καλεσμένων, οι ποδιές και τα κεράσματα. Κρασί, ούζο, σισαμόμελες, ξεροτήγανα, ψιλοκούλουρα, φυστίκια και καραμέλες ροδίτικες. Κι αυτή, καθισμένη στο νυφοκρέβατο δεχόταν τις περιποιήσεις και τα σιγοψιθυριστά πειράγματα, απ' τις φίλες και ξαδέλφες της.

Και στο σπίτι του γαμπρού, όλα έτοιμα. Ο Γιώργης φρεσκοξυρισμένος, αντάλλασσε φιλοφρονήσεις με τους φίλους του, υποδεχόταν με χαρά τους συγγενείς του, που έφταναν με τα δικά τους δώρα. Χειροποίητα γλυκά, που στοιβάζονταν σε έναν δίσκο, σχηματίζοντας έναν λαχταριστό κώνο, έτοιμο να φαγωθεί κομμάτι κομμάτι. Δύο λικέρ, πάνω σε ένα κουτί λουκούμια. Ένα ή δύο πεντάρια κονιάκ. Κι όλα αμπαλαρισμένα με πολύχρωμα σελοφάν και στριφογυριστές κορδέλες.

Το μεσημέρι έφτασαν στα σπίτια τους και τα όργανα. Οι παινευτικές μαντινάδες για τους δύο νέους, για τους γονείς τους, για τους παππούδες τους, ακόμα και γι΄ αυτούς που παρακολουθούσαν το ευτυχές συμβάν από τον ουρανό, γέμιζαν τις τσέπες τους με εκατοστάρικα και δολάρια. Οι καλεσμένοι δέχονταν τα πρώτα κεράσματα, εύχονταν και αντεύχονταν σε καθένα αυτό που ποθούσε, και τα κεφάλια ευθυμούσαν κάτω από τον εορταστικό Αυγουστιάτικο ήλιο.

Την καθορισμένη ώρα, σχηματίστηκαν οι δύο οικογενειακές πομπές προς την εκκλησία. Ένα δάκρυ είχε προλάβει να κυλήσει από τα μάτια της μητέρας της νύφης, ήξερε ότι τα γράμματα από τη ξενιτιά θα ήταν αυτά πια, που θα τη συνέδεαν με την Ελενίτσα της. Η μητέρα του γαμπρού πάλι, η κόρη του Γιώργη που καθόταν παραπίσω, αγωνιούσε για τους καλεσμένους της... αν σε όλους κρεμάστηκε το σωστό μαντήλι, αν οι στενοί συγγενείς δέχτηκαν τις αρμόζουσες περιποιήσεις, αν οι ποδιές δόθηκαν σωστά, αν όλα γίνονταν όπως τα είχε σχεδιάσει.

Μπροστά πήγαιναν οι πιτσιρικάδες της γειτονιάς, που περήφανοι κρατούσαν ψηλά τις παντιέρες, πίσω τα όργανα και οι τραγουδιστάδες, οι μελλόνυμφοι υποβασταζόμενοι από τους κουμπάρους και τους περήφανους πατεράδες τους, οι συγγενείς τους, οι φίλοι τους, όλο το χωριό.

Ο γαμπρός και η νύφη στήθηκαν στην εκκλησία, το μυστήριο τελέστηκε, στο χορό του Ησαΐα τα κτυπήματα στη πλάτη του γαμπρού από τους φίλους του έδιναν το σήμα ότι ο γαμπρός μπορούσε να αντέξει τα βάσανα του έγγαμου βίου, το ρύζι και τα κουφέτα γέμισαν τα μαλλιά τους, πέρασαν οι συγγενείς να τους ευχηθούν, να κρεμάσει καθένας το δικό του δώρο, χρυσές λίρες, κάποιοι και χαρτονομίσματα, μα η κολαΐνα(1) της νύφης τα επισκίαζε όλα. Πέρασαν και οι υπόλοιποι καλεσμένοι και το πανέρι γέμισε κι αυτό χαρτονομίσματα.

(1) κολαΐνα: αρμαθιά με χρυσά φλουριά, που κρέμεται από το λαιμό της νύφης.

Γάμος στο Όθος, Κωστή Μαντινάου και Ρούλας Νικολαΐδου,
"λάλημα του γαμπρού"*, δεκαετία του 80.
  * Ο γαμπρός με όλη τη συνοδεία του, πηγαίνει προς το σπίτι της νύφης. Στη συνέχεια και οι δύο πομπές θα πάνε προς την εκκλησία για να τελεστεί το μυστήριο του γάμου.

Και κάτι καλοκαιρινό, μυστηριώδες, ερωτικό:

Στο βάθος φαινόταν ο φάρος του λιμανιού, που αναβόσβηνε και η σιλουέτα του θεόρατου βράχου... ίσα που ακουγόταν η μουσική από το πάρτι που συνεχιζόταν. Την τράβηξε κοντά του, τα χείλη τους έσμιξαν σε ένα φιλί όλο πάθος.

- Θέλω να βουτήξω... δεν έχω κάνει ποτέ μου νυχτερινό μπάνιο, έλα πάμε! είπε εκείνη. Και πριν προλάβει να της απαντήσει, ήδη ήταν γυμνή και κατευθυνόταν προς το νερό. Σταμάτησε για λίγο, όταν τα πόδια της ένιωσαν την δροσιά του νερού, έκανε δύο ακόμα βήματα και χάθηκε στο σκοτάδι.

Ο Βαγγέλης κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Στο πυκνό σκοτάδι, ήταν αδύνατον να τη διακρίνει. Η θάλασσα ήταν πιο σκοτεινή από ποτέ, τίποτα δεν φαινόταν. Ακουγόταν μόνο, που και που, τα κτυπήματα των χεριών της στο νερό. Με μια αίσθηση αμφιβολίας, έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε. Όταν έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό ένιωσε τη μοναξιά της στιγμής. Δεν έβλεπε τίποτα. Απόλυτο σκοτάδι. Μόνο το φως του φάρου όριζε τη θέση του. Γύρισε το κεφάλι του, το σώμα του, μα και πάλι ήταν μόνος. Έκανε μερικές απλωτές κατά μήκος της παραλίας, έτσι πίστευε, σταμάτησε, προσπάθησε να αφουγκραστεί τις κινήσεις της. Μόνος, στο απόλυτο τίποτα. Να αιωρείται στο νερό, να τον καταπίνει το σκοτάδι, να μην ακούει τίποτα.

Το χέρι της τον έπιασε από το ώμο. Κόλλησε το σώμα της πάνω του. Τα στόμα τους ενώθηκε σε ένα λυτρωτικό φιλί, εκεί στο απόλυτο τίποτα, ισορροπώντας ανάμεσα στο πάθος και το βυθό. Ελευθερώθηκε και κρατώντας το χέρι της, την οδήγησε προς την ακτή. Μόλις ένιωσε την άμμο στα πόδια του, σταμάτησε και την τράβηξε κοντά του. Ο ένας δόθηκε στον άλλο με έναν πρωτόγνωρο, μαγικό τρόπο. Το μυαλό άδειασε, μόνο τα σώματα υπήρχαν. Τα σώματα και οι καρδιές τους να χορεύουν στο ρυθμό της νιότης τους. Δυο κραυγές ικανοποίησης, τα σώματα χαλάρωσαν, αφέθηκαν.

Και κλείνω με μία εικόνα, από τα πανηγύρια του νησιού:

Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου. Ο ήλιος ξασπρίζει τους τοίχους. Το πέργερο** της Παναγίας γεμάτο κόσμο! Η λειτουργία μόλις σκόλασε. Οι απανταχού απόδημοι ανταλλάσσουν σφιχτές χειραψίες. Οι κυρίες τους χαιρετιούνται με επιδειχτικούς ασπασμούς. Οι νεολαίοι ετοιμάζονται για τη σπονδή προς το Διόνυσο. Κι εσύ εκεί, ανάμεσα τους! Το μελτέμι χαλάει τα μαλλιά σου. Με το ένα σου χέρι κρατάς το λευκό φόρεμα κοντά στο πόδι σου. Με το άλλο μεταφέρεις την ένταση της νιότης σου! Το γέλιο σου ακούγεται όλο υποσχέσεις!

Σελήνη ολόγιομη και λαμπρή! ... είσαι μόλις στα δεκάξι σου!


 

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Η Κάσος και η Κάρπαθος κατά τον 19ο αιώνα.

   Το παρακάτω κείμενο έχει μόνο ιστορικό ενδιαφέρον (με κάποιες επιφυλάξεις) και αφορά την οικονομία και την ευημερία των δύο νησιών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με κάποιες δικές μου παρατηρήσεις. 

  Τα στοιχεία της εγγραφής αυτής τα άντλησα από το Βρετανικό περιοδικό  JOURNAL OF THE SOCIETY OF ARTS του τεύχους του 1872, και το Βρετανικό, Εικονογραφημένο, Παγκόσμιο Γεωγραφικό Λεξικό The illustrated Universal Gazetteer του 1863, τα οποία βρήκα στην βιβλιοθήκη της Google. 
  Το περιοδικό ήταν ετήσιο και είχε θέματα σχετικά με την οικονομία και τις επιχειρήσεις, την εκπαίδευση, την ιστορία των επιστημών και της τεχνολογίας, την ιστορία των κοινωνικών επιστημών, την τέχνη και την ιστορία της. Εκεί λοιπόν ανακάλυψα μία αναφορά του Βρετανού υποπρόξενου στη Ρόδο, του κ. Biliotti που γράφτηκε το 1869 για τις Σποράδες. Κυρίως τον ενδιαφέρει η οικονομική κατάσταση των νησιών, αλλά παραθέτει κι άλλα στοιχεία. Στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως Σποράδες νοούνται τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, από την Ικαρία ως την Κάσο και το Καστελόριζο. Εξαιρουμένης της Ρόδου, ως πιο ενδιαφέρον οικονομικά νησί, θεωρεί την Κάλυμνο, εξαιτίας της μοναδικής ασχολίας των κατοίκων της με την σπογγαλιεία και τα μεγάλα έσοδα που της απέφεραν. 
  Το Παγκόσμιο Γεωγραφικό Λεξικό πάλι υποστηρίζει, ότι οι πληροφορίες που περιέχει είναι πρόσφατες και έγκυρες, κι έχουν συλλεχθεί από ταξιδευτές που επισκέφτηκαν τα καταγραφόμενα σημεία του πλανήτη. Η έκδοση ολοκληρώθηκε σε 50 εβδομαδιαία τεύχη, από τον W. F. AINSWORTH
  Ως πιο έγκυρη, θα θεωρούσα την αναφορά του κ. Biliotti, με την απλή σκέψη ότι ως υποπρόξενος που ζούσε στη Ρόδο και συνέλεγε πληροφορίες για εμπορικούς λόγους, θα πρέπει να είχε μια άποψη αυτών που έγραψε από πρώτο χέρι.

Θα ξεκινήσω με την Κάσο και την αναφορά του Λεξικού:

  CASSOS, CAXOS ή KASSUS είναι νησί του Οθωμανικού Αρχιπελάγους, που βρίσκεται νότια της νήσου Καρπάθου. Ένας πορθμός πλάτους 6 μιλίων χωρίζει τις δύο νησίδες. Υπάρχει επαρκές βάθος νερού στο κανάλι για τα μεγαλύτερα σκάφη. Το νησάκι της Κάσου έχει περιφέρεια 36 μιλίων, είναι τραχύ και ορεινό σε όλη του την έκταση. Περίπου 100 χρόνια πριν η Κάσος είχε δύο κοιλάδες, μία στα Βόρια και μία στα Ανατολικά, ήταν δασωμένη σε πολλά σημεία και καλά αρδευόμενη. Πριν από την Ελληνική Επανάσταση υπήρχε αφθονία οπωροφόρων δέντρων, με καλούς αμπελώνες και προσεκτικά καλλιεργημένα χωράφια. Αλλά τώρα, ως συνέπεια της καταστροφής των δασών, το νησί είναι άγονο, χωρίς γλυκό νερό, το οποίο μεταφέρεται εκεί από την Κάρπαθο, με μεγάλα έξοδα. Δεκαπέντε πλοία χρησιμοποιούνται συνεχώς για το σκοπό αυτό. Ο πληθυσμός αποτελείται από περίπου 5000 ψυχές, όλοι Έλληνες και κατοικούν σε πέντε χωριά, την (Παν)αγιά, το Αρβανιτοχώρι, το Φρυ, την (Αγία) Μαρίνα και την Πόλι. Όλες οι εμπορικές υποθέσεις διεκπεραιώνονται και όλα τα πλοία κατασκευάζονται στο Φρυ, το οποίο βρίσκεται στο Β. τμήμα του νησιού στην ακτή. Το κλίμα είναι εξαιρετικά ευχάριστο και υγιεινό. Η παραγωγή του αποτελείται από ασήμαντη ποσότητα κριθαριού. Οι κάτοικοι κατέχουν περίπου 4000 αιγοπρόβατα, τα οποία τρέφονται στα γειτονικά νησιά. Έχει βρεθεί γύψος. Η σπογγαλιεία απασχολεί δύο βάρκες και δεκατέσσερις άνδρες. Η ναυπήγηση πλοίων συνεχίζεται σε κάποιο βαθμό, το μεγαλύτερο μέρος της ξυλείας εισάγεται λαθραία από την Ανατολία, καθώς η εξαγωγή της από εκεί απαγορεύεται από την Υψηλή Πύλη. Το νησί υπάγεται στη δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Καρπάθου, ο οποίος κατοικεί εκεί.

  Το λήμμα για την Κάσο δίνει αρκετές πληροφορίες, για το πως ήταν το νησί πριν την Καταστροφή, δεν ξέρω όμως κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα το να καούν τα δάση και οι καλλιέργειες όταν το κατέλαβαν οι Τούρκοι το καταλαβαίνω, αλλά να πάψει να έχει νερό, αφού κάποτε ήταν καλά αρδευόμενο, δεν έχει λογική. Γενικά δίνει την εντύπωση ότι η Κάσος είναι ένα εξαθλιωμένο νησί, το οποίο ίσως και να είναι αλήθεια, καθότι βρισκόμαστε μόλις 39 χρόνια από την Καταστροφή του νησιού, κατά την Ελληνική Επανάσταση. 

  Η αναφορά  του υποπρόξενου, μόλις εννέα χρόνια αργότερα, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για την Κάσο (Cassos): 

  Οι Κασιώτες είναι οι πιο δραστήριοι και τολμηροί από όλους τους κατοίκους των Σποράδων. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής εξέγερσης ήταν αρκετά ανταγωνιστικοί με το οθωμανικό ναυτικό. Η Κάσος, η οποία τότε υπέφερε πολύ, διαθέτει τώρα έναν ακμάζοντα πληθυσμό τουλάχιστον 7.000 ψυχών, που οφείλει την ευημερία τους στη ναυτιλία, την οποία υπηρετούν πιστά ανά πάσα στιγμή. Όλοι οι Κασιώτες είναι ναυτικοί και οι καλύτεροι στο οθωμανικό αρχιπέλαγος, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι αναγκάστηκαν, λόγω της έλλειψης λιμανιών στο νησί τους, να βρίσκονται στη θάλασσα όλο το χρόνο, αντί να αφοπλίζουν τα πλοία τους κατά τη χειμερινή περίοδο, όπως κάνουν οι άλλοι νησιώτες. Λίγα ξένα πλοία καταπλέουν στην Κάσο. Το μόνο είδος εξαγωγής είναι ο γυψόλιθος, ο οποίος βρίσκεται στο γειτονικό νησί Αρμάθια. Περίπου 20.000 cwt*. αποστέλλονται ετησίως στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Οδησσό και την Αθήνα. Τα σπίτια των Κασιωτών είναι καλύτερα επιπλωμένα και ζουν σε πιο άνετο στυλ από τους κατοίκους των άλλων νησιών των Σποράδων. Στο νησί καλλιεργούνται περίπου 2.000 δεμάτια σιτάρι και 4.000 δεμάτια κριθάρι. Διαθέτουν 6.000 αιγοπρόβατα, τα οποία παρακολουθούν σχεδόν 100 βοσκοί, οι οποίοι κερδίζουν 4.000 λίβρες βουτύρου και 8.000 λίβρες τυρί. Υπάρχουν στην Κάσο λίγες συκιές, ελιές και αμυγδαλιές, καθώς και λίγα στρέμματα αμπελιών. Κάθε σπίτι διαθέτει δύο ή τρεις δεξαμενές νερού, καθώς η μόνη πηγή στο νησί βρίσκεται σε κάποια απόσταση από την πόλη, και δίνει μόνο μια ασήμαντη ποσότητα νερού. Δεν υπάρχουν κοινοτικά σχολεία, όπως συμβαίνει στα άλλα νησιά αλλά υπάρχουν τρία ιδιωτικά σχολεία, στα οποία βρίσκονται οι μαθητές που μπορούν να πληρώσουν το αναγκαίο ποσό. Ωστόσο, οι Κασιώτες, κατά συνέπεια, των συνεχών ταξιδιών και των συναναστροφών τους με ξένους, έχουν περισσότερες γενικές γνώσεις από τους άλλους κατοίκους των Σποράδων.

*cwt: μονάδα ογκομέτρησης στην ναυτιλία

  Η αναφορά αυτή μας δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα του νησιού. Από την πρώτη πρόταση μας εκπλήσσει θετικά η αναφορά του Βρετανού υποπρόξενου, ο οποίος χαρακτηρίζει τους Κασιώτες ως τους πιο δραστήριους και τολμηρούς ανάμεσα σε όλους τους νησιώτες των Σποράδων. Μας εντυπωσιάζει επίσης ότι μετά από μόλις 45 χρόνια από την Καταστροφή του νησιού από τον Τουρκοαιγυπτιακό στόλο, το νησί ακμάζει και πάλι, έχει ισχυρή ναυτιλία και πληθυσμό 7000 κατοίκων. Ο πλούτος από τη ναυτιλία είναι εμφανής, καθώς αυτός φαίνεται στα σπίτια των Κασιωτών και τις ανέσεις που προσφέρουν. Παρά το άγονο του νησιού καλλιεργούν ικανές ποσότητες σιτηρών και έχουν αξιόλογη παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων. Από τα γειτονικά Αρμάθια εξάγονται σημαντικές ποσότητες γύψου, βασικού υλικού για την οικοδομή τα χρόνια εκείνα. Η εκπαίδευση παρέχεται από τρία ιδιωτικά σχολεία δίχως παραπέρα επεξηγήσεις. Τέλος άνετα θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε ως τους πλέον κοσμοπολίτες νησιώτες της εποχής εκείνης.

Λεπτομέρεια από το Κασιώτικο σπίτι της κυρίας Ιουλίας Δασκαλάκη
 
  Ας διαβάσουμε τώρα το σχετικό λήμμα για την Κάρπαθο, από το Γεωγραφικό λεξικό του AINSWORTH:
  CARPATHOS ή SCARPANTOS είναι ένα νησί, που βρίσκεται σχεδόν στη μέση του καναλιού, μεταξύ του Ανατολικού άκρου της Κρήτης και της Νότιας Ρόδου. .... Μια σειρά από βουνά εκτείνονται από το ένα άκρο στο άλλο, με το υψηλότερο σημείο να είναι περίπου 4000 πόδια. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Είναι εύφορη, καλά δασωμένη και καλά αρδευόμενη. Στο νησί υπάρχουν 120 μεγάλες πηγές που αναβλύζουν, οι οποίες κινούν 42 υδρόμυλους. Μια από αυτές τις πηγές, ονομάζεται Snow Spring (Χιονισμένη πηγή;), από την υπερβολική ψυχρότητα του νερού, ... Το κλίμα είναι αρκετά υγιεινό. Στο Βόριο άκρο του νησιού είναι ένα εξαιρετικό ευρύχωρο λιμάνι, που ονομάζεται Τρίστομο, που σχηματίζεται από το μικρό νησάκι της Σαρίας προς τα Βόρια. Το λιμάνι είναι προστατευμένο από όλους τους ανέμους και είναι ικανό να κρατήσει οποιονδήποτε αριθμό σκαφών μεγαλύτερου μεγέθους. ... Υπάρχουν δύο άλλα λιμάνια προς τα Νοτιοανατολικά, που ονομάζονται Μακρύς Γιαλός και Pigtradia (εννοεί: Πηγάδια). Το αγκυροβόλιο είναι καλό και στα δύο, αλλά ανοιχτό σε Ανατολικούς. ανέμους. Υπάρχουν 7 χωριά στο νησί και συγκεκριμένα, Appolia (εννοεί το Απέρι) όπου βρίσκεται το Δημαρχείο, Vola (Βωλάδα), Othos, Menaihes (Μενετές), Pilais, Olymbos και Misohori (Μεσοχώρι). Ο πληθυσμός της είναι περίπου 7000 ψυχές, όλοι Έλληνες. Όλοι οι κάτοικοι έχουν γη, την οποία βρίσκουν χρόνο να καλλιεργήσουν, αν και το μεγαλύτερο μέρος τους είναι κτίστες, ξυλουργοί, ξυλοκόποι και βοσκοί. Βρίσκονται στην πιο άθλια κατάσταση από όλους τους κατοίκους του αρχιπελάγους. Πολλοί μεταναστεύουν ετησίως στην Ανατολία ή την Κάσο, έτσι ώστε ο πληθυσμός μειώνεται. Το νησί υπέφερε σοβαρά από το σεισμό του 1856, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των σπιτιών των χωριών να έχει καταστραφεί από αυτόν, επιπλέον οι ιθαγενείς δεν έχουν λάβει καμία αποζημίωση. Υπάρχουν αρκετοί αρχαιοελληνικοί τάφοι, στους οποίους έχουν βρεθεί χρυσά και ασημένια στολίδια. Η αγροτική παραγωγή του νησιού είναι ανεπαρκής για την κατανάλωση του πληθυσμού. Το μόνο είδος που εξάγεται είναι ξυλεία, για ναυπηγική, ετήσιας αξίας £700

  Εντύπωση κάνει η αναφορά στις 120 μεγάλες πηγές του νησιού, αν κι αυτή που ονομάζει (Snow Spring), μου είναι άγνωστη. Κατά την άποψή μου ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να απέχει από την αλήθεια, αν αναλογιστώ πόσες πηγές μόνο στην περιοχή του Όθους που γνωρίζω, έχουν στερέψει εδώ και χρόνια. Αναφέρει μόνο επτά από τα δέκα χωριά κι αυτά με πολλά λάθη. Ορίζει τους Καρπάθιους ως τους πιο άθλιους από τους κατοίκους όλων των νησιών. Πιθανόν διότι μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού μετανάστευε ετησίως, από άνοιξη ως αρχές χειμώνα, για να βιοποριστεί, κάνοντας οικοδομικές εργασίες. Αναφέρει δε ότι οι συνέπειες του μεγάλου σεισμού του 1856, είναι ακόμα ορατές και τονίζει ότι οι κάτοικοι του νησιού δεν έλαβαν καμία σχετική αποζημίωση από την Υψηλή Πύλη. Μιλά για τους αρχαιοελληνικούς τάφους του νησιού, που όπως γνωρίζουμε, κίνησαν το ενδιαφέρον των διαφόρων περιηγητών, οι οποίοι ανέσκαφαν ανενόχλητοι το νησί κατά τον 19ο αιώνα και μετέφεραν τα ευρήματά τους στα Μουσεία των χωρών τους. Τέλος αναφέρει ως μόνο εξαγώγιμο προϊόν την ξυλεία, όπου η ποιότητα αυτής μας είναι γνωστή από αναφορές των παλιότερων.
Η αναφορά του  υποπρόξενου κ. Biliotti τώρα για την Κάρπαθο

  Η Κάρπαθος, αν κι έχει ευεργετηθεί με πλούσιους φυσικούς πόρους, βρίσκεται στην πλέον άθλια κατάσταση απ΄ όλες τις Σποράδες. Είναι γενικά λοφώδης, αλλά αρδεύεται καλά και είναι ευνοϊκή για τη γεωργία. Ωστόσο, οι ιθαγενείς επέτρεψαν για πολλά χρόνια οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις τους να καλυφθούν με δέντρα, τα οποία η κυβέρνηση διεκδικεί τώρα ως αυτοκρατορικά δάση. Οι κάτοικοι προτιμούν να μεταναστεύουν ετησίως, για αρκετούς μήνες, σε διάφορα μέρη της Τουρκίας και της Ελλάδας, όπου εργάζονται ως κτίστες, ξυλουργοί κ.λπ., αντί να ασχολούνται αποκλειστικά με τη γεωργία. Ένα γεγονός το οποίο αξίζει να σημειωθεί είναι, ότι ακόμη και στα πιο φτωχά νησιά εισάγονται βρετανικά υφάσματα αντί για μάλλινα και βαμβακερά είδη που ύφαιναν οι γυναίκες και που ήταν παλαιότερα τα αποκλειστικά ενδύματα τους.

  Απ' ότι καταλαβαίνουμε ο κ. Biliotti, δεν αντιμετωπίζει διόλου θετικά την Κάρπαθο, καθότι κι αυτός την κατατάσσει στην αθλιότερη κατάσταση απ' όλα τα νησιά των Σποράδων. Δεν αναφέρεται διόλου στην εκπαίδευση, αν και σχολεία υπήρχαν σε όλα τα χωριά την εποχή αυτή. Επίσης δεν παραθέτει κανένα στοιχείο για τον πληθυσμό του νησιού, σαν να μην τον ενδιαφέρει καθόλου το βασικό αυτό στοιχείο. Παρατηρεί ότι οι Καρπάθιοι μεταναστεύουν μια φορά τον χρόνο, είτε στην ελεύθερη Ελλάδα είτε στην Τουρκία, και ασχολούνται κυρίως ως οικοδόμοι. Μια παράδοση που ήταν ισχυρή  στο νησί μας, ως τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα. Τέλος του κάνει εντύπωση, ότι τα βρετανικά υφάσματα, βρίσκονται ακόμη και στα πιο φτωχά νησιά, σε αυτά κατατάσσει και την Κάρπαθο. Απ' ότι αντιλαμβάνομαι, αυτό που περίμενε να βρει ήταν μια γεωργική κοινωνία, όπου θα άκμαζε η οικοτεχνία, αγνοώντας όμως το γεγονός ότι το ιδιαίτερο κληρονομικό δίκαιο του νησιού, άφηνε πολλά τέκνα του νησιού εκτός κάθε δικαιώματος επί της γης, με αποτέλεσμα ως μόνη διέξοδό τους να βρίσκουν την μετανάστευση. 

    Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω, παρότι οι παραπάνω πληροφορίες σίγουρα είναι ελλιπείς, σε γενικές γραμμές η κατάσταση απ' ότι ξέρουμε, ήταν αυτή  τότε. Η Κάσος συσσώρευε πλούτο από την ανεπτυγμένη της ναυτιλία (αν έχεις την τύχη να επισκεφτείς παλιό Κασιώτικο σπίτι το αντιλαμβάνεσαι μεμιάς αυτό) ενώ η Κάρπαθος προσπαθούσε να επιβιώσει από τα διάσπαρτα κτήματα των κανακαρών και των κανακάρηδων* και τα έσοδα που έφερναν στο νησί οι περίφημοι κτιστάδες της. Και σίγουρα μια εξωστρεφής οικονομική δραστηριότητα όπως είναι η ναυτιλία, κάνει τους κατοίκους πιο ανεξάρτητους από μια κοινωνία, που στηριζόταν στην αγροτική οικονομία, με ένα σύστημα που όχι μόνο απέκλειε τα δευτερότριτα παιδιά της από αυτήν, αλλά και απαιτούσε από αυτά, ειδικά αν ήσουν ανύπανδρη αδελφή, να υπηρετείς την οικογένεια στην υπόλοιπη ζωή σου.

* Κανακαρά: Η πρωτοκόρη η οποία κληρονομεί όλη τη μητρική περιουσία.     Κανακάρης: Ο πρωτογιός, ο οποίος κληρονομεί όλη την πατρική περιουσία.  (Δες σχετικό άρθρο από τα Καρπαθιακά Νέα)

Η καταπράσινη Κάρπαθος των αρχών της δεκαετίας του 80,
από καρτ ποστάλ  του Γ. Παραγιού




Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Μίμης Πανάρετος, ο Καρπάθιος καλλιτέχνης...

   Ο Μίμης για μας που τον γνωρίζουμε από παλιά, είναι ένας άνθρωπος με αβίαστη καλλιτεχνική φλέβα, η οποία εκδηλώνεται σε πολλά επίπεδα. Μουσικός με την ευρύτερη έννοια της λέξης, ευφάνταστος αργυροχρυσοχόος, ζωγράφος.

  Ως μουσικό τον πρωτοθυμάμαι να τραγουδά με την κιθάρα του. Μα και ότι μουσικό όργανο "πέσει" στα χέρια του, εκείνος κατορθώνει να του δώσει ζωή, χαρίζοντας στον κόσμο την υπέροχη μελωδία του. Γράφει δικά του τραγούδια, τα οποία διακρίνονται για την  ευαισθησία και τη μουσικότητά τους.

  Ως αργυροχρυσοχόος διατηρεί κατάστημα στην πόλη της Καρπάθου εδώ και πολλά χρόνια. Ο ίδιος ο χώρος συγχρόνως λειτουργεί και ως εργαστήρι μουσικής, μιας και δίπλα στον τουμπουρλέ, τους κόφτες, τις λίμες, τα σφυράκια και τα άλλα εργαλεία βρίσκονται και τα μουσικά του όργανα. Πολλές φορές περνώντας έξω από το μαγαζί του ακούς μέσα τις γλυκιές μελωδίες, από ένα μουσικό σχήμα που στήνεται στη στιγμή. Παίζει ο Μίμης (συνήθως μπαγλαμαδάκι), ο γιός του που ακολουθεί τα χνάρια του, κι άλλοι μουσικοί, κάποιο τραγούδι που σε κάνει να σταθείς εντυπωσιασμένος από την αρμονική συνύπαρξη των δύο τεχνών, μουσικής και αργυροχρυσοχοΐας.

Ο ίδιος μας αυτοσυστήνεται:

Ο εαυτός μου ο Μίμης 
 
Μ αρέσει να πλέκω ιστορίες 
Παραμύθια και ψέματα λέω 
Και προσωπικές εμπειρίες 
Που συχνά διηγούμαι και κλαίω 

στιχάκια και ποιήματα  γράφω 
Και τα ντύνω με την μουσική 
Και τα παίζω τα κόβω τα ράβω 
Κι έτσι φτιάχνω ζωή βολική 

Πότε πάλι τα χρώματα πιάνω 
Ζωγραφίζω σαν να'μαι παιδί 
Και ξεχνιέμαι τον έλεγχο χάνω 
Μα χαμόγελο φτιάχνω φαρδύ 

Σίγουρα έχω τη κλίση στις τέχνες 
Και ευαίσθητη είμαι ψυχή 
κάπως έτσι θαν' οι καλλιτέχνες

Που μ' έργα δροσίζουν τη Γη .

                          Ο Μίμης τραγουδά δίπλα στη θάλασσα, σε παραλία της Καρπάθου

  Στη σημερινή μου εγγραφή όμως θα σταθώ σε μια ποιητική συλλογή  στην οποία προχώρησε ο Μίμης Πανάρετος, με τίτλο Στιχοπλέγματα. Η οποία συλλογή απαρτίζεται από μια σειρά ποιημάτων με έντονη φιλοσοφική διάθεση. Στίχοι απλοί, εύκολα κατανοητοί, που σε κάνουν να σκέφτεσαι για την καθημερινή μας ζωή, πόσο απλή μπορεί να είναι και πόσο αφόρητη την καταντούμε. Αυτή η απλότητά είναι που τον χαρακτηρίζει και ως άτομο. Απλότητα που αγγίζει την ευτυχία, εκεί στην ακριτική Κάρπαθο, όπου ζει και δημιουργεί με την γυναίκα του την Κόνι.

  Ξεφυλλίζοντας τα Στιχοπλέγματα με τα 181 ποιήματα που περιέχει, είναι δύσκολο να κάνεις μια επιλογή από αυτά. Όλα έχουν κάτι να πουν, όλα ακουμπούν κάποιο σημαντικό θέμα, όλα χαρακτηρίζονται λιγότερο ή περισσότερο από τον ποιητικό ίστρο της στιγμής κι όλα μαζί συνθέτουν την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του δημιουργού τους. Το κριτήριο μου λοιπόν, για να παρουσιάσω ελάχιστο μέρος από το ιδιαίτερο αυτό πλέγμα στίχων, θα είναι προσωπικό. Δηλαδή κατά πόσο ακουμπούν και σε μένα, ως άτομο, ως ψυχή και χαρακτήρα, ... ως παραστρατημένο νησιώτη.

Διαβάστε μου

Διάβασέ μου Καββαδία,
τον Ελύτη τον Σεφέρη,
διάβασέ μου Καζαντζάκη,
Ρίτσο και Βαλαωρίτη.
Του Έλληνα την ιστορία.
πώς να μάθω, ποιος την ξέρει,
πες μου πού θα βρω γαλήνη
στων προγόνων μου το σπίτι;

Διάβασέ μου απ΄την Οδύσσεια
στίχους από την Ιλιάδα
κι ας τον Όμηρο να παίξει
στην ψυχή μου μαγικά!
Κι ύστερα θα στρέψω ίσια,
προς του Ολύμπου τη συστάδα, 
και θα τραγουδήσω ύμνους
κι ότι ξέρω από ορφικά!

Διάβασε να ξεχειλίσει
απ΄το πνεύμα των Ελλήνων,
που όσο πάει με τα χρόνια
τείνει να εξαφανιστεί.
Θέλω μόνο με την ποίηση,
την ψυχή μου να ξεπλύνω,
απ΄τη μαύρη περιφρόνια
του Βαρβάρου, του ληστή!

Φθινόπωρο

Φύλλα σκεπάζουν την αυλή
το δέντρο εμαράθει
του φθινοπώρου το πουλί
κουρνιάζει στο καλάθι.

Δεν ξέρω τι αισθάνεσαι
κάθε που συννεφιάζει
νιώθω πως λιώνω χάνομαι
και η καρδιά σπαράζει,

Δεν έχω κέφι για χαρά
για γέλιο, για τραγούδι
ειμ΄ αετός χωρίς φτερά
δέντρο χωρίς λουλούδι.

Του φθινοπώρου ο ερχομός
και του χειμώνα η φτάση
είναι του χρόνου ο χαμός
και της ζωής η στάση.

Η δική μου ηρεμία

Είναι φορές που αγανακτώ
που όλα τα βαριέμαι

Φεύγω πάω στη θάλασσα
και κάθομαι στην άμμο
κοιτάζω τον ορίζοντα
έτσι μόνο ξεχνιέμαι,
παρέα με τα κύματα
κι αλμύρα να ανασαίνω.

Έτσι ησυχάζει το μυαλό
σ΄ αυτόν τον τρελοκόσμο.

Αχ! ξελογιάστρα θάλασσα
που μου χτυπάς τα πόδια
και μου ξεπλένεις την ψυχή.
Θεέ, δύναμη δώσε μου
δύναμη να 'μαι μαχητής
στης τρέλας τα εμπόδια.

Χιροσίμα

Από τη Χιροσίμα
αγόρασα ένα σήμα
που είχε χαραγμένα
σπίτια ερειπωμένα.

Από το Ναγκασάκι
αγόρασα τασάκι
χωρίς καπνό καπνίζει
μάνα, τι μου θυμίζει!

R)Δεν ξέρω τι με πιάνει
κάθε που το κοιτάζω
και μα τον Άη-Γιάννη
τρέμω και αναστενάζω!

Απ' το Βιετνάμ το νότιο
αγόρασα κιβώτιο
που είχε ζωγραφισμένο
φαντάρο κρεμασμένο!

R)Και μέσα στη μουτζούρα
μια μάνα σιγοκλαίει
με πόνο στη μουρμούρα
για το παιδί της λέει!

Μια νύχτα στη Βαγδάτη
συνάντησα σακάτη
του είπα: "Πόσο λυπάμαι,
φίλε μου Αμερικάνε!"

R)Έρημη Παλαιστίνη
από τις φωτιές συντρίμμι
θεοί τι θα απογίνει
σαν σβήσει αυτή η σελήνη;

Θυμάμαι τη Σερβία
βομβαρδισμοί και βία
τόσοι ξεκληρισμένοι
κι ακόμα τι μας μένει!



Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Ο σεισμός του 1948 στην Κάρπαθο

  Στις 9 Φεβρουαρίου του 1948, έγινε ένας μεγάλος σεισμός στην Κάρπαθο, μεγέθους 7,3 ρίχτερ. Από τον τύπο της εποχής μαθαίνουμε ότι υπήρξαν ζημιές σε πολλά σπίτια  των Κάτω χωριών. Στις Πυλές, Όθος Βωλάδα και Απέρι κατέρρευσαν 52 οικίες, 137 υπέστησαν σοβαρές ζημιές και 113 ελαφριές ζημιές. Δεν υπήρξε κανένα ανθρώπινο θύμα. Πληροφορίες για τα χωριά της μεσαίας και βόρειας ζώνης του νησιού δεν υπάρχουν. Το αξιοσημείωτο είναι ότι 10 λεπτά μετά τον σεισμό σημειώθηκε ένα δυνατό τσουνάμι, το οποίο σάρωσε τα Πηγάδια σε βάθος περίπου 250 μέτρων αλλά και το Διαφάνι σε μικρότερο βαθμό.
(πληροφορίες: ΚΑΡΠΑΘΙΑΚΑ ΝΕΑ)
  Για καλή μου τύχη, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70, από την γιαγιά μου από την μεριά του πατέρα μου, μου δωρήθηκε ένα ντοκουμέντο, που αναφέρεται στα γεγονότα εκείνα. Βλέποντας την έφεση μου στα γράμματα, θεώρησε ότι θα ήμουν ο καταλληλότερος να το φυλάξω, και ποιος ξέρει, ίσως και να το αξιοποιούσα με κάποιον τρόπο κάποια στιγμή. 
  Πρόκειται για μια σειρά μαντινάδων, αγνώστου συγγραφέα, οι οποίες γράφτηκαν στην Αμερική ως απόηχος των όσων δραματικών έφταναν στα αυτιά των εκεί αποδήμων μας. Υπάρχει μια σαφής χρονική σειρά, από την φήμη και την εικασία, στις ειδήσεις και τις αναφορές από το νησί. Υπάρχει όμως και μια ξεκάθαρη απόσταση που χωρίζει πλέον τον Καρπάθιο μετανάστη που έχει γράψει τις μαντινάδες από την προγονική του γη. Πιθανότατα ο στιχοπλόκος είναι Οθείτης, δεν ξέρω αν η εγγραφή που έχω εγώ είναι η πρωτότυπη ή μεταγραφή. Σίγουρα όμως διαφαίνεται μέσα στους στίχους η αγωνία του μαντιναδόρου για την τύχη του νησιού του, άλλοτε αυτό γίνεται με πόνο κι άλλοτε με σκωπτικό τρόπο. Αναφέρει σχεδόν όλα τα χωριά της Κάτω Καρπάθου, για ανθρώπους που γνωρίζει και στο τέλος κάνει μια πρόταση, η οποία σήμερα μας κάνει τουλάχιστον να χαμογελάσουμε.
  Ας τις διαβάσουμε λοιπόν:

 Σεισμός μεγάλος έγινε και πήρε τα Πηγάδια
και τα χωριά σου Κάρπαθος εγίνανε κομμάτια.
Φόβος και τρόμος έπιασε όλους με την αράδα
το τέλος εφωνάξανε ήρτε μες την Ελλάδα.
Τέλος του κόσμου φώναξαν οι κάτοικοι με τρόμο
κι όλοι συγχωρεθήκανε και τρέχαν μες τον δρόμο.
Η Κάρπαθος μας έτρεμε ως τρέμει το καλάμι
κι η βουή που έβγαινε τρεμούλα τους επιάνει
και προς στιγμήν νομίζανε τέλος του κόσμου θάναι
και εσυγχωρεθήκανε και λέγαν τώρα πάμε.
'Ετρεμεν όλο το νησί και τρέμαν και οι δικοί μας
που τέτοια καταστροφή δεν είδε το νησί μας.
Όλοι οι Καρπάθιοι εφαίνοντο στα μούτρα λυπημένοι
πως το νησί μας σήμερον έρημος απομένει.
Βαπόρι ήρθεν κι έτρεχε κάτω που την Ελλάδα
βοήθεια τους έδωσε σ΄ όλους με την αράδα.
Και τώρα περιμένουμε κι ανυπομονούμε
να μάθουμε τα χάλια των και να τους λυπηθούμε.
Το πρώτον τηλεγράφημα Πυλών το Δημαρχείον
πως κατεστράφη το χωριό κι είναι νεκροταφείον.
Έρημες μείναν οι Πυλές τα σπίτια της επέσα
και σπίτι δεν απόμεινε άνθρωποι να μπούνε μέσα.
Εις την πλατείαν εις τ΄ Ακρί όλοι εμαζευτήκαν
την τύχη των εκλαίανε τα βάσανα που βρήκαν.
Και τώρα περιμένουμε ειδήσεις απού τ΄'Οθος
να δούμε τι απέγινε πουναι δικός μας πόθος.
Στα σίγουρα θε νάπεσε και το καμπαναριό μας
κακό μεγάλο θάγινε μέσα εις το χωριό μας.
Κι ο Κούπας πούναι δήμαρχος μέσα εις την Βωλάδα
έδινε θάρρος στο χωριό σ΄ όλους με την αράδα.
Τύχην κακή και κάψιμο ως καύγει το πιπέρι
γιατί έπεσεν ο Τσούλακας και πλάκωσε τ΄ Απέρι.
Έπεσεν η Μητρόπολης μαζί και τα σχολεία
εσύστηκεν ο Μοροούς μαζί και η Παναγία.
Ακούσαμε στις Μενεταίς μεγάλας απωλείας
επλάκωσε το χωριό ο Άγιος Ηλίας,
έπεσεν το καμπαναριό πούταν ένα στολίδι
εκεί που εγκρεμίσανε και τον Νικολαΐδη.
Οι Μενεδιάτες τρέξανε μακριά εις τον Αφιάρτη
γιατί εφοβηθήκανε κι άλλος σεισμός πως θάρθει.
Ας αφήσουμε τις Μενεταίς κι ας πάμε  στα Πηγάδια
την προκυμαία έκαμε χίλια δυο κομμάτια.
Και τρέξανε εις τα βουνά να σώσουν τη προβιά των
στ΄ ανάθεμα ελέγανε να πάνε τα καλά των.
Η θάλασσα εσκέπασε όλην την προκυμαία
τρία καΐκια σπάσανε με θάλασσα ραγδαία
κι ο Μικροπανδρεμένος  μας απούτον εις τα Πέρι
τώρα τον περιμένουμε χαπάρια να μας φέρει.
Γράμματα περιμένομε και ο καθείς να μάθει
ο Άης Παντελέμονας αν έχει κάτι πάθει.
Κι ο Δημελλάς επόθανε πούθε να στρονομίσει
πούθε να τρέξει στο χωριό για να ειδοποιήσει.
Κι ο Δημελλάς επόθανε απούθε να το νιώσει
κι είθε να τρέξει στο χωριό χαμπάρι για να δώσει.
Οι καταχρασταί του νησιού που κάνουν αμαρτίας
εφέραν τούτο το σεισμό και τας απελπισίας.
Αν είν και πλέει η Κάρπαθος και μέλλει να βουλιάξει
αφήστε την κακόμοιροι Καρπάθιοι να ρημάξει.
Πόσα αναστενάγματα, σταυροί και καρδιοκτύπια
να γίναν μέσα στις Πυλές σαν πέφτανε τα σπίτια.
Τώρα σ΄ αυτούς ο σύλλογος πρέπει να βοηθήσει
και δω τους Αμερικανούς να ερανολογήσει.
Ω καημένη Κάρπαθος αν θα χαθεί η φανιά σου
θε να χαθού τα γλέντια σου κι όλα τα έθιμά σου.
Πως θα βουλιάξει η Κάρπαθος μηχανικοί το ξέρουν
κι ακούσαμεν οι Έλληνες πως θα σας μεταφέρουν.
Αν είναι μεταφέρου σας παράπονο μεγάλο
μη πα και σας εβγάλουνε σε άλλο νησί επάνω.
Μεγάλη νάναι η στεριά καλά να στηριχθείτε
και ναν και μέρος καρπερό νάχει τροφή να ζείτε.
Ω πρόκριτοι των Μενετών καλά να το σκεφτείτε
γιατί δεν είναι Ιταλοί να αντιπαραταχθείτε.
Τώρα θε να το χάσουμε το Σούλι Μενεδιάτες
αν ξαναγίνει ένας σεισμός θα μείνομε στις στράτες.
Έμαθα πως ετρέξατε μακριά εις τον Αφιάρτη
γιατί εφοβηθήκατε κι άλλος σεισμός πως θάρθει.
Πιο όξω το Δεσποτικό το πήρανε τα κύματα
και τι λιμάνι θα γενεί με τα μισά τα χρήματα.
Και θα γλιτώσουμε κι μεις πο τα ερανολογήματα
γιατί τον λιμενοβραχίονα τον έφτιαξαν τα κύματα.
Και τα Πηγάδια σκέπασαν εμπρός στην παραλίαν
τέτοιο κακό οι κάτοικοι ούτε ήκουσαν ούτε είαν.
Λένε πως ήρθε το κακό τρεις που το μεσημέρι
κι ευχόμεθα εις τον Θεόν να μην το ξαναφέρει.
Τρεις ήτο απομεσήμερο  κ' εννεα του Φλεβγάρη
που χίμηξεν η θάλασσα την Κάρπαθο να πάρει.
Τούτο το 48 αξέχαστο θα μείνει
που κόντεψε την Κάρπαθο ψυχή να μην πομείνει.
η εικόνα δημιουργήθηκε με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης

Ο Πέτρος και η Μέλουρα αναποδογυρίσα
κι σπίτι μέσα στο χωριό να στέκει δεν εφήσα.
Εκαταστράφη το Όθος μας πούχε τα μεγαλεία
κι ας κλάψει κι ο Όμηρος πούκαμε τα σχολεία.
Εκλαίαν οι Οθείτισσες που χάσα τα καλά τους
κι στρώμα δεν επόμεινε να θώκουν τα παιδιά τους.
Άλλες ετρέξαν εις τις Στες κι άλλες στα μετόχια
και κλαίασι την τύχη των ως του σεισμού τη φτώχια.
Ήτο καλή η εποχή γιατί ΄χεν αμανίτες
και καλαούρους στα βουνά και τρώαν οι Οθείτες.
Ο Άη Γιώργης έπεσε μόλα τα σύγυρα του
ως κι ο Τσαμπούκης έμεινε στο δρόμο κ΄η κυρά του.
Στο Άλι κάτω ήκοψε κ΄έχει κατασκηνώσει
το Δράκο την Κανέλα του κι αυτούς τους έχει σώσει.
Και μόλις εξημέρωσε και ήρτε στα σύγκαλά του
στη Γιάφνη κάτω όρσαρε να εβ την αελά του.
Όλοι οι Δημάρχοι γράψανε κι ούλοι τηλεγραφήσαν
μόνο που τ΄ Όθος το χωριό δεν μας ειδοποιήσαν.
Δεν ξέρουμε τι έγινε τι νάναι η καταστροφή του
κι ο Χανιώτης Δήμαρχος τι νάναι η σιωπή του.
Γιατί δεν τηλεγράφησεν εδώ εις τους Οθείτες
να μας πει όλα καλά και μην ανησυχείτε.
Φαίνεται πως εχάσανε όλοι το ηθικό τους
εχάσανε τα φρένα τους μαζί και το μυαλό τους.
Ας περιμένει ο Όμηρος κι ογλήορα θα μάθει
άλλοι θα μας τα γράψουσι τ΄ Όθος τι έχει πάθει.
Το πρώτο γράμμα έφτασε απού τον Παπαδάκη
κι όσοι κι αν τ΄ ακούσασι τους πότισε φαρμάκι.
Τι νάναι τούτο το κακό πούπαθε το νησί μας
κι από το φόβο χάσαμε την εμισή ζωή μας.
Εφθάσανε τα γράμματα και μας ειδοποιήσαν
τα πάθη των εγράψανε και τα εξιστορήσαν.
Και το Γιαφάνι βούλιαξε καθώς και το Φοινίκι
η θάλασσα τα σκέπασε κ΄ είναι μεγάλη φρίκη.
Κοντάτωνε η Κάρπαθος όλη να βουλιάξει
κι αν έλθει κι άλλος και τα βουνά θα χάψει.
Κ΄ εμείς από την Αμερική που ανυπομονούμε
τραγούδια των εγράψαμε ως τους παρηγορούμε.
Αίτηση θε να κάνουμε εδώ στον πρόεδρό μας
να φέρει τους Καρπάθιους μας στο κράτος το δικό μας.
Μέσα στην Καλιφόρνια που έχει έκταση μεγάλη
εκεί θε νάρθει Κάρπαθος όλοι μικροί μεγάλοι.
Να την δεντροφυτέψετε αμπέλια και χωράφια
τα σπίτια σας θε να κτιστούν διαμάντια και χρυσάφια.
Κι αφήστε την Κάρπαθο ατού για να ρημάξει
γιατί θε νάρθει κι άλλος σεισμός κι θε να τη βουλιάξει.
Πολλά θαρρώ σας γράψαμεν κ' εδώ τα σταματούμε
κι έπεται συνέχεια άλλοτε να σας πούμε.
Κάρπαθος 2015



Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Γλυκύς Σεπτέμβρης

   Το είχα πει από καιρό, το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, ότι μόνο Σεπτέμβριο θα γύριζα στο νησί μου.

  Οι λόγοι προφανείς: Ξέρετε εσείς κανένα νησί που πορεύεται από τον τουρισμό, στο οποίο ο Ιούλιος ή ο Αύγουστος, μπορούν να σου εγγυηθούν ότι δεν θα ταλαιπωρηθείς τουλάχιστον;

  Έτσι και η Κάρπαθος! Παραλίες κατάμεστες στις οποίες θα πρέπει να βρίσκεσαι από νωρίς το πρωί, αν θέλεις να έχεις τύχη με κάποια ομπρέλα (κι αν είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις το αντίτιμο της βέβαια), πάρκινγκ που σε αναγκάζει να βάλεις χίλια δυο σημάδια για να θυμάσαι, που έβαλες τελικά το αυτοκίνητό σου, πλήθος κόσμου, που σου στερεί τη χαρά να δεις επιτέλους, αυτούς που πραγματικά θέλεις. Και δεν εννοώ να παραμείνεις σε έναν απλό χαιρετισμό, αλλά να μπορέσεις να ανταλλάξεις δυο κουβέντες παραπάνω, σαν άνθρωπος προς άνθρωπο. Είναι βλέπεις οι μήνες που ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστών αλλά και των μεταναστών, αναζητά να ζήσει το θερινό του όνειρο. Οι πρώτοι βάζουν στο στόχαστρο τους τις παραλίες, την παρούσα ακόμη παράδοση, την άγρια ομορφιά του νησιού. Οι δεύτεροι να ικανοποιήσουν έστω για λίγο τον Νόστο για την ιδιαίτερη Πατρίδα τους, να συμμετάσχουν σε χαρές και Πανηγύρια, να ανοίξουν και πάλι τα κλειστά τους σπίτια.

  Ο Σεπτέμβρης έχει άλλη χάρη!

  Έχει τη γλυκιά μελαγχολία του καλοκαιριού που φεύγει και την απατηλή προσδοκία ότι στο τέλος του, μπορεί να μας δώσει όσα δεν πρόλαβε πιο μπροστά. Σου δίνει τη χαρά να συναντάς και να συζητάς με ανθρώπους με τους οποίους στο παρελθόν σε έδεναν πολλά μαζί τους κι ο αχός του καλοκαιριού σας περιορίζει σε έναν χαιρετισμό κάποιων δευτερολέπτων. Τον μήνα αυτόν κανένας δεν βιάζεται, ότι βιάση υπήρχε εξαντλήθηκε στην κοσμοχαλασιά του Αυγούστου. 

  Αλλά και η φύση έχει μια ημερότητα, μια ηρεμία, που αληθινά σε ξεκουράζει. Τα μελτέμια έχουν εγκαταλείψει πλέον τον τόπο, η θάλασσα είναι ζεστή, παραδόξως σου δίνει την αίσθηση ότι είναι πιο ζεστή από το καλοκαίρι, ο πρωινός καφές στον παραλιακό με θέα το Επαρχείο, τη θάλασσα και το λιμάνι σου εγγυάται ένα καλό ξεκίνημα για την μέρα σου και η βραδινή σου βόλτα γίνεται πανηγύρι μιας κι όλοι οι παλιοί γνωστοί, δείχνουν απροκάλυπτα τη χαρά τους, που σε συναντούν και πάλι. Κι αυτό, πιστέψτε με, για μένα ήταν ιδιαιτέρως σημαντικό!

  Λίγα αυτά που απόλαυσα θα μου πείτε, μα νομίζω ιδιαιτέρως σημαντικά.

  Κλείνω με ένα φωτογραφικό αφιέρωμα από τις λίγες μέρες που ξέκλεψα για να βρεθώ και πάλι στην πατρώα γη, την αγαπημένη Κάρπαθο!


karpathos

Πρωινό στα Πηγάδια με θέα το Επαρχείο

Karpathos
Καρπάθιο Πέλαγος, θέα από ψηλά

Karpathos
Θέα προς τον κόλπο του Βρόντη και
την πρωτεύουσα του νησιού, τα Πηγάδια (Κάρπαθος)

Kasos
Θέα προς την γειτονική Κάσο

Karpathos
Παραλία στην Άφωτη


Karpathos
Άγιος Νικόλαος Αρκάσα, πριν το δειλινό.

Karpathos
Σε πρώτο πλάνο οι νέες ξενοδοχιακές μονάδες που φυτρώνουν σαν μανιτάρια
και στο βάθος, ψηλά, το Όθος, τόπος καταγωγής μου.

Aperi_Karpathos
Πανσέληνος από τη Μητρόπολη στο Απέρι.



















Προσωρινός Αποχαιρετισμός ...

 Όπως κάθε χρόνο έτσι κι για τη φετινή σεζόν, έφτασε ή ώρα της προσωρινής παύσης του ιστολογίου μου, διαμέσου του οποίου σας κράτησα και κυρ...