![]() |
Image by Engin Akyurt from Pixabay |
δωματίου της, δένοντας κότσο τα μαλλιά της. Η Αντιγόνη, η μάνα της. περνά απέξω, κοντοστέκεται για λίγο, την παρατηρεί.
"Πως περνούν τα χρόνια... τριαντάρισες πια κόρη μου.... τη δική σου οικογένεια θα έπρεπε να ετοιμάζεις για την εκκλησία... με ποιον να φτιάξεις νοικοκυριό απ΄ εκεί; ..."
Μέσα της τα είπε βέβαια, πρωί Κυριακής, ποιος είχε όρεξη για καβγά; Μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε την τηλεόραση στο κρατικό, η λειτουργία είχε αρχίσει, χαμήλωσε λίγο τη φωνή. Έπιασε το μπρίκι, έβαλε νερό, άναψε το γκαζάκι. Έπιασε το φλιτζάνι της, έβαλε μια κουταλιά απ΄ το δυνατό καφέ που της άρεσε, μισή ζάχαρη. Όταν είδε το νερό να βγάζει τις πρώτες φουσκάλες, το έκλεισε και άδειασε το νερό στο φλιτζάνι. Ανακάτεψε βιαστικά και κάθισε στο ντιβάνι για να τον πιει. Μια ιεροτελεστία, καθημερινή, την οποία τηρούσε με θρησκευτική ευλάβεια. Έβαλε τα γυαλιά της, έπιασε το βιβλίο που διάβαζε αυτή την εποχή, το τελευταίο της Μαντά και το άνοιξε στη σελίδα, που το είχε αφήσει την προηγούμενη. Της άρεσαν οι ιστορίες της. Μιλούσαν για γυναίκες έξυπνες, δυναμικές αλλά που η τύχη τις έφερε να κακοπέσουν δίπλα σε έναν ανάξιο τους άντρα. Για γυναίκες που μάχονται για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα ή που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την πεθερά, που θεωρεί ότι ο γιος της άξιζε καλύτερης τύχης. Πολλές φορές πάλι η γυναίκα έχει το πάνω χέρι και τότε “σέρνει” στα πόδια της τον δύστυχο ερωτευμένο, παίρνοντας εκδίκηση επιτέλους, για όλα τα δεινά που υπέμειναν οι υπόλοιπες πρωταγωνίστριες της.
“Φεύγω μάνα! Να δω πότε θα 'ρθεις μαζί μου, ποια Κυριακή θα ΄ναι αυτή; Μα πώς σ΄ αρέσει η λειτουργία απ΄ την τηλεόραση; Μπα, ούτε αυτήν ακούς! Τέλος πάντων, τα ίδια θα λέμε; Γεια σου!”
Εκείνη έτσι το ήθελε. Να ακούγεται έτσι σιγανά, ίσα ίσα η μελωδία από την Μητρόπολη να χαϊδεύει τ΄ αυτιά της, δίχως να χρειάζεται να ακούει τα λόγια, δίχως τα συνεχή ανασηκώματα που θα έκανε αν βρισκόταν στο ναό της γειτονιάς της, ίσα ίσα τόσο όσο να καταλαγιάζει τις σκέψεις της.
Συνέχισε το διάβασμα της, μέχρι που, στην πόρτα εμφανίστηκε ο άντρας της.
“Καλημέρα Αντιγόνη!”
Κάθισε απέναντί της, έτοιμος, κουστουμαρισμένος, με τη γνώριμη μυρωδιά του after save που φορούσε.
“Να σου κάνω καφέ;”
“Όχι, όχι... θα πιω με την παρέα.”
Ποτέ δεν έπινε τον πρωινό του καφέ στο σπίτι. Πριν τη δουλειά, σταματούσε στο μπουγατσατζίδικο, που βρισκόταν στον κεντρικό δρόμο πριν τη λεωφόρο κι εκεί έπινε τον πρώτο καφέ της ημέρας, μαζί με όλους όσους ξυπνούσαν νωρίς, αδυνατώντας να μείνουν στο σπίτι τους. Η παρέα ίδια, εδώ και χρόνια. Μα ο άντρας της, τη συνήθεια αυτή την κρατούσε ακόμα και τις Κυριακές, που η δικαιολογία της δουλειάς δεν υπήρχε. Λες να έχει ξελογιαστεί με κείνη, την πονήρω, τη Μπουγατσατζού...
Τον κάρφωσε στα μάτια.
“Τι ρε Αντιγόνη; Αφού ξέρεις. Ο καφές χωρίς τσιγάρο δεν γίνεται κι εδώ απαγορεύεται...”
“Κάνε ότι θες. Ότι και να πω, δεν θ΄ αλλάξει τίποτε. Την κόρη μας την είδες; Πότε θ' ασχοληθείς μαζί της;”
“Τι έγινε με δαύτη;”
"Τι έγινε; Τριάντα φεύγα έγινε πια! Δουλειά, σπίτι κι από εκεί εκκλησία, λειτουργία για λειτουργία δεν αφήνει, θυμίαμα μυρίζουν τα ρούχα της, άβαφη και τώρα μου μόστραρε και τον κότσο στο κεφάλι.... και αύριο θα μου φύγει για κανένα μοναστήρι..... Εσένα δεν σε ανησυχούν αυτά; Τα θεωρείς φυσιολογικά; Μία την έχουμε; Μίλα της και συ κάποια φορά! Πατέρας της είσαι! Πες κάτι!"
"Τι να σου πω, ρε Αντιγόνη; Τι να σου πω; Αυτά που λέει όλος ο κόσμος. Θα τα ΄χεις ακούσει.... Τα ξέρεις!"
Ήξερε τι ακουγόταν. Για όλες εκείνες τις "θεούσες", έτσι τις έλεγαν στη γειτονιά, ανάμεσα τους και η κόρη τους... που κόλλησαν γύρω στον παπά που ήλθε στην ενορία τους, πριν από λίγα χρόνια. Νέος, πρόσχαρος, ακούραστος, είχε καταφέρει να αναστήσει τον ναό των Ταξιαρχών. Όμορφο δεν τον έλεγες αλλά σίγουρα είχε κάτι που μαγνήτιζε τον κόσμο. Μα πώς τα κατάφερε, να πείσει τόσο κόσμο, να προσφέρει όλα εκείνα τα χρήματα για να κάνει την εκκλησία τους σαν καινούρια; Άλλαξε τα μάρμαρα στην είσοδο, την παλιά σιδερένια πόρτα με μια περίτεχνα σκαλισμένη από ακριβό ξύλο, τα προσκυνητάρια, τα σκεύη του ιερού... και γύρω του, προσκολλημένες οι "θεούσες", ανάμεσα τους και η Ζωή τους. Αυτή ήταν ελεύθερη τουλάχιστον, καλό δεν είναι κι αυτό, μα κι εκείνες οι άλλες, οι παντρεμένες, με άντρα, με παιδιά, πότε προλαβαίνουν τις δουλειές του σπιτιού τους. Κι ύστερα λένε για τα κέρατα που τις φοράνε. Πώς θα γίνει;
"Της μίλησα ρε Αντιγόνη, δεν της μίλησα; Τότε που νόμιζα ότι περνούσε ακόμα ο λόγος μου. Το ξέχασες; Και ποιο το αποτέλεσμα; Από εκεί που ήμουν ο μπαμπάς της, τώρα είμαι ένας... ξένος. Πάει και το μπαμπάς, πάνε και τα χαριεντίσματα που κάναμε, πάνε και τα αστεία που λέγαμε... Τώρα: "πατέρα, να σου φτιάξω έναν καφέ;" Δεν είναι πια κοριτσάκι. Ολόκληρη γυναίκα είναι πια! Ότι και να της πεις... μπαινάκης και βγαινάκης!"
Δίκιο έχει, μονολόγησε από μέσα της η Αντιγόνη. Μήπως δεν της μίλησε κι εκείνη, τόσες και τόσες φορές. Και τι κατάλαβε; Αυτή εκεί, δίπλα στο παπά Δημήτρη, ότι έλεγε εκείνος νόμος απαράβατος, ότι έλεγε η μάνα της, ασήμαντο, ανάξιο σχολιασμού. Δεν μπορεί, κάτι άλλο συμβαίνει. Εκείνος είναι ένας ξένος. Εμείς είμαστε οι γονείς της. Εμείς ίσα που την βλέπουμε στο σπίτι. Σε αυτόν ξημεροβραδιάζεται. Πόσο κανονικό είναι αυτό για μια ελεύθερη γυναίκα στην ηλικία της;
"Τι σκέφτεσαι ρε Αντιγόνη; Πες μου κι εμένα να καταλάβω κάτι περισσότερο!"
"Άκου Περικλή! Όλο αυτό που συμβαίνει δεν μου αρέσει... Στα νιάτα της πάνω, εικοσιπέντε ήταν όταν άρχισε αυτή η ιστορία... και χαιρόμουν ο βλάκας, έλεγα κοντά στην εκκλησία θα είναι, καλό θα είναι γι΄ αυτήν. Και μήνα με το μήνα άλλαζε... κι έλεγα εγώ, ο δρόμος του Θεού είναι αυτός. Ούτε ξενύχτια πια, ούτε τις παρέες εκείνες που τότε με ανησυχούσαν, είχε πια. Τώρα ούτε εξόδους ούτε φίλους ούτε ψώνια,καλά καλά δεν κάνει για τον εαυτό της. Δεν είναι ο δρόμος του Θεού αυτός! Οικογένεια έπρεπε να έχει τώρα! Σήμερα Κυριακή θα έπρεπε να μου φέρνει τα εγγόνια μου εδώ! Κι αν μου φύγει; Κι αν μου κλειστεί σε κανένα μοναστήρι; Τι θα κάνω εγώ μόνη μου εδώ... και εσύ μόνος σου εκεί;"
Ένιωθε ο Περικλής τι του έλεγε η γυναίκα του. Τη μοναξιά τη βίωναν και οι δυο τους, κάθε ένας με το δικό του τρόπο, με ολοένα και σκληρότερο τρόπο, χρόνο με το χρόνο όλο και χειρότερα την αισθάνονταν. Σαν δυο ξένοι κάτω από την ίδια στέγη. Τη συνήθισαν πια. Παρηγοριόταν λέγοντάς στον εαυτό ότι, ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος ήταν. Ζήλευε όμως, πίσω από τα χαμόγελα έκρυβε τον πόνο του, όταν ο ένας του φίλος, πάντρευε τον γιο του, όταν ο άλλος κερνούσε για το πρώτο του εγγόνι, όταν ο τρίτος έφευγε κάθε τόσο διήμερα ταξίδια, με τη γυναίκα του. Όλα στη ζωή έχουν μια προβλέψιμη κατάληξη. Όχι όμως η δική τους, όχι όπως θα την ήθελε τουλάχιστον.
"Αντιγόνη, πες μου... εκείνον τον, πως τον λέγανε... τον Αναστάση, τον καθηγητή, που της είχαν προξενέψει, ποτέ μου δεν κατάλαβα, γιατί δεν τον πήρε. Καλό παιδί φαινόταν, ήσυχο, της εκκλησίας και αυτός, λογικά θα ταίριαζαν. Δεν της άρεσε! Τι περιμένει ακόμα, τον πρίγκιπα; Λες και θα της δοθούν κι άλλες ευκαιρίες! Δεν της άρεσε! Μαζί θα γύριζαν στις εκκλησίες τους... που θα βρει άλλον τέτοιο;"
"Άστο ρε Περικλή, άστο!"
Μην το σκαλίζεις, θα ΄θελε να του πει. Δεν μπορούσε όμως ούτε η ίδια, να αποδεχθεί αυτό που υποψιαζόταν τόσο καιρό. Τα σημάδια είναι φανερά... οι πατεράδες μπουνταλάδες μια ζωή σ' αυτά. Αυτή δεν ξεγελιόταν, ένιωθε τι γινόταν... απλώς δεν μπορούσε να το αποδεχθεί.
"Αντιγόνη φεύγω, θα γυρίσω το μεσημέρι. Τουλάχιστον σήμερα να φάμε όλοι μαζί σαν οικογένεια" Προτού τελειώσει τον λόγο του, η πόρτα κτύπησε πίσω του. Η λειτουργία ακουγόταν απ΄ την τηλεόραση, το βιβλίο της Μαντά ακουμπισμένο ανάποδα για να μην χάσει τη σελίδα, ο καφές είχε κρυώσει.
Τι να του πει; Για τη λάμψη, στο πρόσωπο της κόρης της, όταν μιλούσε για “τον παπά της”. Για τις γεμάτες παύσεις προτάσεις της, όταν της ανέλυε τα κηρύγματα του και τις συμβουλές του. Για τους κρυφούς αναστεναγμούς που δεν τολμούσε να βγάλει, αλλά εκείνη τους άκουγε.
"Πώς την πάτησε έτσι το κοριτσάκι μου; Πώς την πάτησε..."
Να της μιλήσει δεν μπορούσε. Όλο για την αγάπη του Χριστού μιλούσε, όλο για την αθωότητα του καλού Χριστιανού της έλεγε, όλο για την αμόλυντη ψυχή που πρέπει να διατηρήσουμε... Δεν θα παραδεχόταν τίποτα, τίποτα, θα την κατσάδιαζε κιόλας για τις βδελυρές της σκέψεις. Δεν είχε τη δύναμη, δεν είχε το κουράγιο για μια τέτοια σύγκρουση.
"Μάνα της είμαι όμως , εγώ έχω την ευθύνη να της ανοίξω τα μάτια. Μόνο εγώ... μόνο εγώ. Πώς όμως; Πώς; Κι αν της το πω τι θα κερδίσει; Θα αλλάξει ζωή, θα δει την αλήθεια κατάματα, το αδιέξοδο; Κι αν νιώσει ότι το μυστικό της είναι πια φανερό, ποιο θα είναι το επόμενο της βήμα; Να φύγει, να μου κλειστεί σε κανένα μοναστήρι; Το θέλω αυτό;"
Το μεσημέρι, το τραπέζι ήταν στρωμένο, το κοκκινιστό στη μέση, τα πιάτα στη θέση τους. Ο Περικλής τσούγκρισε τα ποτήρια τους με το κόκκινο κρασί, ευχόμενος όπως πάντα υγεία. Η Ζωή με ένα διάπλατο χαμόγελο ανταπέδωσε λέγοντας: "Με τη βοήθεια του Κυρίου!" Χαμογέλασε και η Αντιγόνη, με σφιγμένα τα χείλη της. Δεν είπε τίποτε. Έτσι ήταν καλύτερα... για όλους τους.
Θαυμάσια περιγραφή και εμβάθυνση στα συναισθήματα και τους προβληματισμούς της μάνας που αφουγκράζεται την κατάσταση της κόρης, αγωνιά και ανήμπορη , προσπαθεί σιωπηλά να διαχειριστεί το όλο θέμα....Πραγματικά το χάρηκα!
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ! Είναι ακριβώς έτσι όπως το περιγράφεις.
ΔιαγραφήΚαλό βράδυ!!!
Βασίλη βάζεις επί τάπητος όλα τα διλλήματα και τις αγωνίες μιας μάνας για το μέλλον του παιδιού της. Σκέφτεται αν πρέπει να μιλήσει αλλά ο φόβος μήπως κάνει χειρότερα τα πράγματα την κάνει να σιωπά. Δύσκολο το έργο του γονιού.
ΑπάντησηΔιαγραφήΣυγχαρητήρια, πολύ ωραία γραφή!
Σίγουρα και είναι δύσκολο το έργο του γονιού, σε οποιαδήποτε ηλικία κι αν είναι τα παιδιά και για όσο δεν έχουν απογαλακτιστεί από την οικογενειακή αγκάλη. Κι εδώ έχουμε ένα τέτοιο παράδειγμα. Κι αυτή είναι μόνο η μία παράμετρος του θέματος που αναπτύσσω.
ΔιαγραφήΧαίρομαι που σου αρέσει η γραφή μου! Καλό Βράδυ!
Πολύ δύσκολες καταστάσεις, Βασίλη μου! Δύσκολες και επώδυνες. Και θα έλεγε κανείς όχι και τόσο σπάνιες.
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ προσέγγιση των παιδιών μας είναι δύσκολη. Συναντά κανείς τοίχους και αφορισμούς, προκατ αρνήσεις. Πάντα ο αγώνας είναι διαρκής και δεν σταματά ποτέ.
Μπήκα μέσα στην αγωνία της μητέρας, Βασίλη όπως και του πατέρα. Τους ένιωσα, τους κατάλαβα.
Φίλε να είσαι καλά. Πάντα γράφεις με ματιές στις σχέσεις των ανθρώπων και αυτό το αγαπώ πάρα πολύ.
Την καλησπέρα μου.
Ναι, είναι δύσκολες καταστάσεις τις οποίες ειλικρινά εύχομαι να μην τις ζήσει κανένας γονιός. Τα διλήμματα είναι εκεί και είναι ισχυρά κι αυτά προβληματίζουν τους γονείς, στη συγκεκριμένη περίπτωση περισσότερο την μητέρα.
ΔιαγραφήΟι ανθρώπινες σχέσεις είναι ένα θέα που με ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, κι αυτές επεξεργάζομαι, τουλάχιστον προσπαθώ, στη γραφή μου.
Καλό βράδυ, φίλε μου!
Δύσκολο και ευαίσθητο το θέμα της ιστορίας σου, Βασίλη. Κι όμως, το τόλμησες. Μπήκα στα παπούτσια των γονιών και ένιωσα τα διλήματα και την απόγνωσή τους. Θεωρώ πως αυτή η προσκόληση στην εκκλησία & και δη σ' έναν εκπρόσωπό της, είναι απ' τα χειρότερα είδη εξάρτησης που δύσκολα μπορεί κάποιος να ξεκόψει. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη δολοφονία του Αρχιμανδρίτη Άνθιμου απ' την Κάτια Γιαννακοπούλου, μια πολύ σκοτεινή ιστορία με τραγική κατάληξη.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑν και δεν είναι "εορταστική" η αναφορά σου στη σημερινή μέρα της μητέρας, είναι όμως απόλυτα ταιριαστή με τις πραγματικές έγνοιες μιας μάνας για το παιδί της. Με το ψυχικό άχθος που κουβαλάει και με τις μοιραίες παραχωρήσεις που κάνει για να μην το χάσει εντελώς... Συγχαρητήρια, Βασίλη! Ψηλάφισες με χειρουργική ακρίβεια, την ψυχοσύνθεση μιας μάνας!
Σίγουρα δεν μπορούσε να είναι εορταστική η σημερινή μου εγγραφή, τον ρόλο της μητέρας τον βλέπω πολύ πιο πέρα από γιορτές και γλυκανάλατες αναφορές. ( χωρίς να μέμφομαι αυτούς που το κάνουν όμως)
ΔιαγραφήΗ εκκλησία όσο σημαντικό ρόλο κι αν παίζει στη ζωή μας, τόσο μπορεί να δυσκολέψει τις ζωές των ανθρώπων, αν και στην ιστορία μου, πιστεύω ότι τα λανθάνοντα αισθήματα είναι αυτά που δημιουργούν το πρόβλημα.
Χάρηκα τα καλά σου λόγια! Καλό βράδυ, Μαρία!
Ωραίο διήγημα. Εμβάθυνες στις σκέψεις και τα συναισθήματα της μάνας για την κόρη της, νιώσαμε την αγωνία της. Το θέμα λεπτό και δύσκολο...πώς να το πιάσεις; Όσο ετών και να γίνει το παιδί ο γονιός και ειδικά η μάνα που όπως λες πιάνει όλες τις ιδιαιτερότητες του παιδιού και τα συναισθήματά του, αυτή η μάνα αγωνιά, ζει με το άγχος μη δυστυχήσει το παιδί, μην το χάσει. Χρόνια πολλά σε όλες τις μαμάδες του κόσμου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλησπέρα Βασίλη
Έτσι είναι Άννα! Όσα χρόνια κι αν περάσουν η μάνα ( και ο πατέρας) αγωνιούν για την ευτυχία του παιδιού τους. Δύσκολο θέμα, χαίρομαι που σου άρεσε!
ΔιαγραφήΚαλό Βράδυ!
Ανησυχίες μιας μάνας και σκέψεις ζοφερές για το μέλλον του παιδιού της. Σε οποιοδήποτε τόπο, όποιο χρόνο, απόλυτα σεβαστές! Επιθυμία των γονιών να έχουν τα παιδιά μια μόρφωση που θα ξεπερνά τις δυσκολίες επιβίωσης και έναν ¨καλό¨ γάμο. Αν μάλιστα γίνονται με ανοιχτό μυαλό και χωρίς πειθαναγκασμό, όλα καλά. Όμως δεν μπορούμε να προσπεράσουμε τα προβλήματα που ενέχει σήμερα η ¨αποκατάσταση¨ των παιδιών, σε έναν ακατάλληλο όσο και επικίνδυνο γάμο, από επιπολαιότητα, άγνοια, εξαναγκασμό και επιρροές από την οικογένεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα σταθώ σ’ αυτό που γαληνεύει την ψυχή, στην αναζήτηση της στήριξης της ψυχής, όχι με την έννοια της κατηχητικής καθοδήγησης, (πλύση εγκεφάλου για λόγους σκοπιμότητας) αλλά της αγάπης που συμπορεύεται με την οικογένεια, την αγάπη του ανθρώπου και του Θεού. Αυτή που νοηματοδοτεί τη ζωή και προσφέρει τη χαρά. Βέβαια μια τέτοια αναζήτηση, είναι σαϊτιά στην ψυχή της μάνας. Όχι πιο φαρμακερή απ’την σαϊτιά στην καρδιά της μάνας της Κυριακής, της Ελένης, της Καρολάιν.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑπλός, καθαρός ο λόγος Βασίλη, γεμάτος αλήθειες που υπαινικτικά θίγουν την κατήχηση και την καταγραφή της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά και τη σημασία στις επιλογές μας. Συγχαρητήρια!
Μου αρέσει το σκεπτικό σου σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουμε το μέλλον των παιδιών μας. Και σίγουρα έχεις δίκιο όταν αναφέρεσαι και σε κείνα τα κορίτσια, θύματα εγκληματιών που έτυχε να γνωρίσουν. Άτυχες, θύματα της μοίρας, όπως κι αν είναι ο πόνος που προκαλεί στους γονείς τους η απώλεια τους είναι αβάσταχτος. Σίγουρα οι επιλογές μας παίζουν καθοριστικό ρόλο αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιούται κανένας, κανενός είδος ελαφρυντικού.
ΔιαγραφήΚαλό βράδυ, Αννίκα, χαίρομαι που σου άρεσε το διήγημά μου!
Η συμπεριφορά τής μάνας, μου θύμισε τον γιο μου μικρό που κάπνιζα τότε ακόμα (το έκοψα αργότερα) και μου έλεγε ότι δεν μπορούσα να επιχειρηματολογώ περί -μη- καπνίσματος, την στιγμή που .. κάπνιζα! (απροπό, ο γιος μου δεν κάπνισε ποτέ, ευτυχώς).
ΑπάντησηΔιαγραφήΜια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, Βασίλη μου, όπου προβάλουν τα προβλήματα και τών τριών μελών μιας οικογένειας. Γιατί η καθημερινότητά τους, δείχνει ότι υπάρχει χάσμα κι ανάμεσα στους γονείς, άρα τί να λέμε; Όφειλαν να είχαν "δει" το δικό τους χάος, μπας και καταλάβαιναν έστω και λίγο, το χάος στην ψυχή τού παιδιού τους.. Αντ' αυτού, προτίμησαν να συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο για να μη διαταραχθεί η -ανύπαρκτη- ισορροπία.. Τροφή για σκέψη το διήγημά σου! Καλό βράδυ.
Πολύ σωστά επισημαίνεις τα αδιέξοδα και των τριων μελών της οικογένειας. Και τον φόβο των γονιών να στραφούν προς το παιδί τους και να αντιμετωπίσουν την κατάσταση η οποία έχει δημιουργηθεί. Πάνω σε αυτόν τον φόβο βασίζεται η λογική του διηγήματός μου.
ΔιαγραφήΧαίρομαι που αποτέλεσε τροφή για παραπέρα σκέψη, Πέτρα!
Την Καλημέρα μου!!!