Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από τη συλλογή διηγημάτων μου, που εκδόθηκε το 2017, με τίτλο ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Τα αποσπάσματα αφορούν μνήμες και περιγραφές της Καρπάθου, κυρίως από το χωριό μου το Όθος, από τις δεκαετίες του 70' και του 80'. Η πρώτη είναι μια φθινοπωρινή ανάμνηση από το χωριό μου, το Όθος:
![]() |
| ΟΘΟΣ 1982 |
Μπροστά της απλωνόταν το χωριό τους, πιο πίσω η κορυφή του προφήτη Ηλία και πίσω το ατελείωτο γαλάζιο της θάλασσας. Μικρά τα σπιτάκια του, συνήθως δίχωρα με δώμα. Κάποια λίγα, με τα χρήματα που έστελναν οι ξενιτεμένοι συγχωριανοί τους, διάσπαρτα από εδώ κι εκεί, κτίζονταν με περισσότερες ευκολίες, χωριστές κρεβατοκάμαρες, εσωτερική τουαλέτα αλλά με μικρότερες ή ακόμα και ανύπαρκτες αυλές. Το προχωρημένο φθινόπωρο περισσότερο με άνοιξη έμοιαζε. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος, ελάχιστα σύννεφα φαίνονταν προς το βάθος της θάλασσας και μια ανάερη απογευματινή ζέστα γλύκαινε τη ψυχή τους. Οι ελιές είχαν γεμίσει καρπό, οι αμυγδαλιές είχαν ρίξει τα φύλλα τους και μια παράξενη ησυχία, όχι όμως ασυνήθιστη για το χωριό αυτή την ώρα. Οι απαγορευμένες ώρες που επέβαλαν οι δάσκαλοι, κρατούσαν τα παιδιά στα σπίτια τους ή κρύβονταν, προσπαθώντας να παίξουν στα βουβά, πίσω απ' τα στενά σοκάκια με σκυφτά κεφάλια μην τα πάρει είδηση κάποιο μάτι, που την άλλη μέρα θα τα κατέδιδε στο δάσκαλο.
Σε λίγο η μάνα της, της έφερε το δίσκο με τον τούρκικο καφέ - έτσι τον έλεγαν ακόμα τότε στο χωριό της, πριν την εισβολή στην Κύπρο - κι ένα δροσερό ποτήρι νερό. Κάθισε δίπλα της! Η συζήτηση σχεδόν τυπική! Πώς πάει το Πανεπιστήμιο, πώς είναι η ζωή στη Θεσσαλονίκη, τι κάνουν οι παρέες της.
Από το Κυριακάτικες εκδρομές μας στο Φοινίκι:
Μόλις έφτανε το λεωφορείο στο μικρό ψαροχώρι, άνοιγαν οι πόρτες του και σε ελάχιστα λεπτά, οι νεολαίοι του χωριού έκαναν την πρώτη τους βουτιά από το λιμανάκι, δίπλα στις βάρκες και ξανοίγονταν στη μέση του κλειστού, απάνεμου κόλπου ενώ οι μητέρες με τα βλαστάρια τους, πλατσούριζαν στα ρηχά, με την ψιλή λασπώδη άμμο που θόλωνε τα νερά, σε αντίθεση με τις λαμπρές, καταγάλανες και διαυγέστατες παραλίες του υπόλοιπου νησιού.
Ο ήλιος μας έκαιγε, ούτε κρυβόμαστε κάτω από πολύχρωμες ομπρέλες παραλίας, ούτε γυαλιά ηλίου και καπελάκια να μας προστατεύουν και το αντηλιακό, είδος πολυτελείας, κάποιες κοπέλες μόνο το διέθεταν κι εκείνες για να κάνουν ωραίο μαύρισμα, τίποτα δεν γνώριζαν για τον όποιο δείκτη προστασίας του.
Κάποια στιγμή, όταν ο ήλιος πια κατέβαινε χαμηλά, προς τη δύση, κάποιοι ανέβαιναν προς το εκκλησάκι του Άη Νικόλα, απ΄ όπου αντίκριζες τη γειτονική Κάσο τυλιγμένη στον θολό αχνό των κυμάτων, κάποιοι άλλοι έπιναν τον ελληνικό τους, μοιρασμένοι στα δύο καφενεδάκια της πλατείας και εμείς τα παιδιά βρισκόμασταν στον μικρό μόλο, έξω από την "ξετρυπητή", όπου παλιές ιστορίες μιλούσαν για τις μακρινές, χαμένες πια, ένδοξες μέρες που γνώρισε ο τόπος, τότε που φιλοξενούσε την ιταλική ακτοφυλακή.
Κι από έναν παραδοσιακό γάμο:
Κι έφτασε η μέρα της χαράς. Από νωρίς το πρωί το χωριό ολόκληρο βρισκόταν σε συναγερμό. Η κουζίνα στην αίθουσα εκδηλώσεων είχε γεμίσει με κόσμο. Τα επιδέξια χέρια των μαγείρων, τεμάχιζαν το φρεσκοσφαγμένο μοσχάρι σε μερίδες, τα τεράστια, φρεσκοπλυμένα καζάνια στη σειρά στέγνωναν στον ήλιο, συνέχεια αυτοκίνητα ξεφόρτωναν, μια το κρασί, μια τα κηπευτικά για τη σαλάτα, μια το ψωμί, το ρύζι, τις σάλτσες και τις πατάτες. Μετά την πρωινή λειτουργία, ένα συνεργείο γυναικών, μπήκε στην εκκλησία να τη συγυρίσει, όλα έπρεπε να αστράφτουν την ώρα της τελετής. Στην αυλή των σπιτιών των συμπεθέρων, είχαν στηθεί οι παντιέρες, έθιμο παλιό από την Τουρκοκρατία ή το Βυζάντιο ακόμα, ποιος ξέρει. Η νύφη, στο δικό της σπίτι, αυτό που θα δεχόταν το νέο ζευγάρι, την πρώτη νύχτα του γάμου τους, είχε φροντίσει να βγάλει σε δημόσια θέα όλη της την προίκα. Υφαντά όλων των ειδών, που τα έφτιαξε η ίδια, αμερικάνικα γυαλιστερά σεντόνια, πολύχρωμες κουβέρτες ως και τα εσώρουχα της. Σε περίοπτη θέση το καλό το κινέζικο σερβίτσιο του καφέ, δίπλα του σερβίτσιο του φαγητού από το Λονδίνο, δίπλα ο δίσκος με τα κουφέτα και το ρύζι. Στη σειρά μέσα σε πανέρια, τα μαντίλια που θα κρέμαγαν στο στήθος των καλεσμένων, οι ποδιές και τα κεράσματα. Κρασί, ούζο, σισαμόμελες, ξεροτήγανα, ψιλοκούλουρα, φυστίκια και καραμέλες ροδίτικες. Κι αυτή, καθισμένη στο νυφοκρέβατο δεχόταν τις περιποιήσεις και τα σιγοψιθυριστά πειράγματα, απ' τις φίλες και ξαδέλφες της.
Και στο σπίτι του γαμπρού, όλα έτοιμα. Ο Γιώργης φρεσκοξυρισμένος, αντάλλασσε φιλοφρονήσεις με τους φίλους του, υποδεχόταν με χαρά τους συγγενείς του, που έφταναν με τα δικά τους δώρα. Χειροποίητα γλυκά, που στοιβάζονταν σε έναν δίσκο, σχηματίζοντας έναν λαχταριστό κώνο, έτοιμο να φαγωθεί κομμάτι κομμάτι. Δύο λικέρ, πάνω σε ένα κουτί λουκούμια. Ένα ή δύο πεντάρια κονιάκ. Κι όλα αμπαλαρισμένα με πολύχρωμα σελοφάν και στριφογυριστές κορδέλες.
Το μεσημέρι έφτασαν στα σπίτια τους και τα όργανα. Οι παινευτικές μαντινάδες για τους δύο νέους, για τους γονείς τους, για τους παππούδες τους, ακόμα και γι΄ αυτούς που παρακολουθούσαν το ευτυχές συμβάν από τον ουρανό, γέμιζαν τις τσέπες τους με εκατοστάρικα και δολάρια. Οι καλεσμένοι δέχονταν τα πρώτα κεράσματα, εύχονταν και αντεύχονταν σε καθένα αυτό που ποθούσε, και τα κεφάλια ευθυμούσαν κάτω από τον εορταστικό Αυγουστιάτικο ήλιο.
Την καθορισμένη ώρα, σχηματίστηκαν οι δύο οικογενειακές πομπές προς την εκκλησία. Ένα δάκρυ είχε προλάβει να κυλήσει από τα μάτια της μητέρας της νύφης, ήξερε ότι τα γράμματα από τη ξενιτιά θα ήταν αυτά πια, που θα τη συνέδεαν με την Ελενίτσα της. Η μητέρα του γαμπρού πάλι, η κόρη του Γιώργη που καθόταν παραπίσω, αγωνιούσε για τους καλεσμένους της... αν σε όλους κρεμάστηκε το σωστό μαντήλι, αν οι στενοί συγγενείς δέχτηκαν τις αρμόζουσες περιποιήσεις, αν οι ποδιές δόθηκαν σωστά, αν όλα γίνονταν όπως τα είχε σχεδιάσει.
Μπροστά πήγαιναν οι πιτσιρικάδες της γειτονιάς, που περήφανοι κρατούσαν ψηλά τις παντιέρες, πίσω τα όργανα και οι τραγουδιστάδες, οι μελλόνυμφοι υποβασταζόμενοι από τους κουμπάρους και τους περήφανους πατεράδες τους, οι συγγενείς τους, οι φίλοι τους, όλο το χωριό.
Ο γαμπρός και η νύφη στήθηκαν στην εκκλησία, το μυστήριο τελέστηκε, στο χορό του Ησαΐα τα κτυπήματα στη πλάτη του γαμπρού από τους φίλους του έδιναν το σήμα ότι ο γαμπρός μπορούσε να αντέξει τα βάσανα του έγγαμου βίου, το ρύζι και τα κουφέτα γέμισαν τα μαλλιά τους, πέρασαν οι συγγενείς να τους ευχηθούν, να κρεμάσει καθένας το δικό του δώρο, χρυσές λίρες, κάποιοι και χαρτονομίσματα, μα η κολαΐνα(1) της νύφης τα επισκίαζε όλα. Πέρασαν και οι υπόλοιποι καλεσμένοι και το πανέρι γέμισε κι αυτό χαρτονομίσματα.
(1) κολαΐνα: αρμαθιά με χρυσά φλουριά, που κρέμεται από το λαιμό της νύφης.
![]() |
| Γάμος στο Όθος, Κωστή Μαντινάου και Ρούλας Νικολαΐδου, "λάλημα του γαμπρού"*, δεκαετία του 80. |
Και κάτι καλοκαιρινό, μυστηριώδες, ερωτικό:
Στο βάθος φαινόταν ο φάρος του λιμανιού, που αναβόσβηνε και η σιλουέτα του θεόρατου βράχου... ίσα που ακουγόταν η μουσική από το πάρτι που συνεχιζόταν. Την τράβηξε κοντά του, τα χείλη τους έσμιξαν σε ένα φιλί όλο πάθος.
- Θέλω να βουτήξω... δεν έχω κάνει ποτέ μου νυχτερινό μπάνιο, έλα πάμε! είπε εκείνη. Και πριν προλάβει να της απαντήσει, ήδη ήταν γυμνή και κατευθυνόταν προς το νερό. Σταμάτησε για λίγο, όταν τα πόδια της ένιωσαν την δροσιά του νερού, έκανε δύο ακόμα βήματα και χάθηκε στο σκοτάδι.
Ο Βαγγέλης κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Στο πυκνό σκοτάδι, ήταν αδύνατον να τη διακρίνει. Η θάλασσα ήταν πιο σκοτεινή από ποτέ, τίποτα δεν φαινόταν. Ακουγόταν μόνο, που και που, τα κτυπήματα των χεριών της στο νερό. Με μια αίσθηση αμφιβολίας, έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε. Όταν έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό ένιωσε τη μοναξιά της στιγμής. Δεν έβλεπε τίποτα. Απόλυτο σκοτάδι. Μόνο το φως του φάρου όριζε τη θέση του. Γύρισε το κεφάλι του, το σώμα του, μα και πάλι ήταν μόνος. Έκανε μερικές απλωτές κατά μήκος της παραλίας, έτσι πίστευε, σταμάτησε, προσπάθησε να αφουγκραστεί τις κινήσεις της. Μόνος, στο απόλυτο τίποτα. Να αιωρείται στο νερό, να τον καταπίνει το σκοτάδι, να μην ακούει τίποτα.
Το χέρι της τον έπιασε από το ώμο. Κόλλησε το σώμα της πάνω του. Τα στόμα τους ενώθηκε σε ένα λυτρωτικό φιλί, εκεί στο απόλυτο τίποτα, ισορροπώντας ανάμεσα στο πάθος και το βυθό. Ελευθερώθηκε και κρατώντας το χέρι της, την οδήγησε προς την ακτή. Μόλις ένιωσε την άμμο στα πόδια του, σταμάτησε και την τράβηξε κοντά του. Ο ένας δόθηκε στον άλλο με έναν πρωτόγνωρο, μαγικό τρόπο. Το μυαλό άδειασε, μόνο τα σώματα υπήρχαν. Τα σώματα και οι καρδιές τους να χορεύουν στο ρυθμό της νιότης τους. Δυο κραυγές ικανοποίησης, τα σώματα χαλάρωσαν, αφέθηκαν.
Και κλείνω με μία εικόνα, από τα πανηγύρια του νησιού:
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου. Ο ήλιος ξασπρίζει τους τοίχους. Το πέργερο** της Παναγίας γεμάτο κόσμο! Η λειτουργία μόλις σκόλασε. Οι απανταχού απόδημοι ανταλλάσσουν σφιχτές χειραψίες. Οι κυρίες τους χαιρετιούνται με επιδειχτικούς ασπασμούς. Οι νεολαίοι ετοιμάζονται για τη σπονδή προς το Διόνυσο. Κι εσύ εκεί, ανάμεσα τους! Το μελτέμι χαλάει τα μαλλιά σου. Με το ένα σου χέρι κρατάς το λευκό φόρεμα κοντά στο πόδι σου. Με το άλλο μεταφέρεις την ένταση της νιότης σου! Το γέλιο σου ακούγεται όλο υποσχέσεις!
Σελήνη ολόγιομη και λαμπρή! ... είσαι μόλις στα δεκάξι σου!


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Όλα τα σχόλια σας με χαροποιούν και τυγχάνουν απάντησης.