Η Όλγα χαιρόταν την εγγονή της, που έκανε τα πρώτα της βήματα στην αυλή του σπιτιού τους βγάζοντας επιφωνήματα ικανοποίησης. Η ματιά της συνεχώς ήταν πάνω της, μα το μυαλό της χανόταν σε όλα αυτά που απασχολούσαν το σπίτι τους. Ο γιος και η νύφη της, βρίσκονταν μπροστά στην πιο καθοριστική απόφαση της κοινής τους ζωής. Κάποια στιγμή θα έπαιρναν την τελική τους απόφαση. Το ήξερε, οι δουλειές στον κάμπο δεν πήγαιναν καλά, ο οικογενειακός κλήρος που τους αναλογούσε ήταν μικρός και η φετινή τους σοδειά φτωχή. Είχαν βάλει κάτω τα έξοδα που είχαν κάνει, το καλλιεργητικό δάνειο που όφειλαν στην τράπεζα, τα πιθανά έσοδα τους από τις πωλήσεις και την επιδότηση, ο επόμενος χειμώνας θα ήταν δύσκολος γι' αυτούς.
Πριν λίγες μέρες, είχε αποχαιρετήσει τον άλλον της γιο, ο οποίος για ένα ακόμα καλοκαίρι τους είχε επισκεφτεί με την οικογένεια του. Μετανάστης στη Γερμανία εδώ και έξι χρόνια, από τότε που ξέσπασε η κρίση στην χώρα. Αμέσως μόλις τον απέλυσαν από την επιχείρηση που δούλευε στη Θεσσαλονίκη, τα μάζεψε και έφυγε. Το δίπλωμα οδήγησης Δ΄ τάξης που είχε, του εξασφάλισε μια καλή δουλειά σε μια εταιρία του Μονάχου, που εκτελούσε μεταφορές μεταξύ των μεγάλων βιομηχανιών της κεντρικής Ευρώπης. Εύκολα βρήκε δουλειά και η γυναίκα του, έπαιρναν και τα επιδόματα των παιδιών, είχαν ξεφύγει από τη φτώχεια.
Στο αποχαιρετιστήριο τραπέζωμα στο πατρικό τους, εκείνος τους επανέλαβε για πολλοστή φορά την παραίνεσή του, να ακολουθήσουν το παράδειγμα του, η Γερμανία τους ήθελε, τους χρειαζόταν όπως τους είπε, όρεξη μόνο να είχες για δουλειά. Στην αρχή θα έμεναν στο σπίτι του, για λίγες εβδομάδες θα πήγαιναν σχολείο να μάθουν στοιχειωδώς τη γλώσσα, αυτό το θεωρούσαν απόλυτα αναγκαίο και πολύ γρήγορα η γερμανική υπηρεσία διαχείρισης του εργατικού προσωπικού, θα τους έβαζε στη δουλειά, ανάλογα με τα προσόντα τους. Επιπλέον θα έπαιρναν και 350 μάρκα για το παιδί τους κάθε μήνα. Θα έπιαναν δικό τους σπίτι, θα ζούσαν αξιοπρεπώς, θα έφτιαχναν τη ζωή τους δίχως το καθημερινό άγχος στο οποίο ζούσαν.
Τι προσόντα όμως; Ο Ιορδάνης παιδί του κάμπου ήταν, πέρα από ένα δίπλωμα οδήγησης τρακτέρ, τίποτα άλλο δεν είχε. Η Άννα, είχε μια βεβαίωση σπουδών από τεχνική σχολή, νοσηλεύτριας, αν και χωρίς προϋπηρεσία. Ο αδελφός του τους ενθάρρυνε, οι άξιοι εργαζόμενοι ποτέ δεν έμεναν δίχως δουλειά, συμπληρώνοντας ότι θα ζούσαν δίχως την καθημερινή αγωνία, που τους κατέτρωγε όλα αυτά τα χρόνια. Αν θα βρέξει, αν θα έχει καύσωνα, αν η τιμή θα είναι καλή, αν θα κατατεθούν έγκαιρα οι επιδοτήσεις, αν τα χρήματα θα τους φτάσουν να βγει ο χειμώνας. Λίγο πριν αποχαιρετιστούν, κάθισε απέναντι τους και ως τελευταίο επιχείρημα, τους παρουσίασε τον εαυτό του
"Δείτε εμένα. Έφυγα έγκαιρα, δίχως πολλές πολλές σκέψεις, τότε που μ' έδιωξαν από τη δουλειά. Σήμερα όμως το θεωρώ μεγάλη τύχη για την οικογένεια μου. Έχουμε ένα σταθερό εισόδημα, τα παιδιά μας μεγαλώνουν άνετα, δεν με τρώει το άγχος για το μέλλον τους, κάνω τις διακοπές μου κάθε χρόνο, έρχομαι και σας βλέπω και βάζω και κάτι λίγα στην άκρη για να φτιάξω το πατρικό μας για τα γεράματα, καλά να είμαστε μέχρι τότε!"
Η Όλγα και ο άντρας της άκουγαν, μα δεν μιλούσαν. Ήξεραν ότι ο μεγάλος τους γιος είχε δίκιο. Ο Ιορδάνης με τα λίγα χωραφάκια που καλλιεργούσε, δεν είχε μέλλον αν έμενε στο χωριό. Κάθε μήνα μέρος της σύνταξής τους κάλυπτε τα διάφορα έξοδα τους. Μια τα ψώνια απ' τη λαϊκή, μια την υποχρέωση του δανείου, μια το χαράτσι για το σπίτι τους, μια τα ρούχα της μικρής. Μια κουβέντα μόνο είπε στο τέλος κοιτάζοντας τους στα μάτια:
"Όπου κι αν πάτε, μαζί σας να πάρετε το παιδί σας... να το έχετε πάντα κοντά σας."
Στο χωριό τους τότε ζούσαν πάνω από 5000 χιλιάδες άτομα. Στις αίθουσες του σχολείου ασφυκτιούσαν οι μαθητές, στριμωγμένοι τρεις τρεις στα ξύλινα θρανία. Λίγοι τα κατάφερναν στα γράμματα. Οι περισσότεροι πήγαιναν στο σχολείο, ίσα ίσα για να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν. Οι γονείς τους φτωχοί άνθρωποι, δούλευαν σκληρά στο κάμπο, το κύριο εισόδημα τους προερχόταν από την καλλιέργεια των καπνοχώραφων. Δουλειά ατελείωτη για όλη την οικογένεια, για όλο το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και τον χειμώνα, μέχρι να εμφανιστούν οι καπνέμποροι. Περνούσαν από σπίτι σε σπίτι, έλεγχαν τα δέματα με τα παστάλια, καθόριζαν κατά το δοκούν την ποιότητά τους κι έδιναν την τιμή τους. Πολύς κόπος, λίγα τα χρήματα, τα έβγαζαν όμως πέρα. Ως την ώρα που μεγάλωναν τα παιδιά τους. Η γη που αναλογούσε στον καθένα ήταν μικρή, κι αν μοιραζόταν και σε όλα τα παιδιά της οικογένειας, γινόταν ελάχιστη, τόσο που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε καλλιέργεια να τους ζήσει. Κάποιοι έπρεπε να φύγουν. Κάποιοι έπρεπε να απελευθερώσουν τον χώρο για τους υπόλοιπους που θα έμεναν πίσω. Μέσα σε αυτούς, τους διωγμένους από την πατρίδα, ήταν και οι γονείς της Όλγας.
Το τρένο που θα έκανε δυόμισι ημέρες για να τους μεταφέρει στοΜόναχο, υπερπλήρες. Στα βαγόνια του στριμωγμένα πάνω από χίλια άτομα, πολλοί κάθονταν χάμω, πάνω στις βαλίτσες τους. Ως καλόπιασμα, οι Γερμανοί μεταφορείς, έδωσαν σε κάθε έναν από ένα δεματάκι με δυο κονσέρβες, ένα καρβέλι ψωμί, λίγες ελιές και ένα κομμάτι τυρί. Σε όλο το ταξίδι, τους έκαναν παρατηρήσεις, να μην φωνάζουν, να μην πετάνε χαρτιά έξω, τους συνήθιζαν στην αρμόζουσα συμπεριφορά που ήθελαν, εκεί στον βορά. Όλοι ταξίδευαν με την αγωνία για το που θα βρεθούν, με τη στενοχώρια για τους δικούς τους που άφηναν πίσω, ειδικά για τα παιδιά τους και όλοι ονειρεύονταν ένα γρήγορο πλουτισμό για να γυρίσουν στην πατρίδα τους, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Συγχρόνως όμως η καρδιά τους σκλήραινε, αδυνατώντας να αποδεχθούν στο “στενάχωρο” μυαλό τους, την όποια αιτία αυτού του διωγμού. Γιατί η Πατρίδα τους ανάγκαζε να αφήσουν τον τόπο στον οποίο είχαν μεγαλώσει; Δύσκολος ο τόπος τους, σκληρή η φτώχεια που τους βάραινε, σκληρή και η πολιτεία απέναντι τους... μα ήταν ο τόπος τους. Μέσα τους είχε ανοίξει μια πληγή, που ο χρόνος δεν θα τη γιάτρευε ποτέ, που θα τους πονούσε ακόμα περισσότερο όσο καταλάβαιναν ότι καμία ελπίδα επιστροφής δεν τους έδινε η Πατρίδα, αντίθετα τους ήθελε εκεί στα ξένα, για να στέλνουν τα εμβάσματα τους κάθε μήνα στη μάνα τους, στα παιδιά τους και έτσι η χώρα να αποκτά... συνάλλαγμα!
Η Γερμανία με τα χιλιάδες εργοστασιακά φουγάρα θα γινόταν η δεύτερη πατρίδα τους, την οποία θα ευγνωμονούσαν για όλη τους τους τη ζωή, διότι τους έδωσε την ευκαιρία να ζήσουν με αξιοπρέπεια, παραβλέποντας ακόμα και το αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ήταν υποχρεωμένοι να κινούνται, ως καλοί εργάτες που έρχονταν από τις φτωχές χώρες του ευρωπαϊκού νότου.
Φτάνοντας στο Μόναχο στην αποβάθρα 11, στον "σταθμό της Ελπίδας", όπως τον ονόμασαν οι Ιταλοί εργάτες που προηγήθηκαν των Ελλήνων, τους μετέφεραν για να διανυκτερεύσουν, σε έναν τεράστιο υπόγειο χώρο, που στον πόλεμο χρησιμοποιούταν ως καταφύγιο. Την άλλη μέρα, το αντρόγυνο χωρίστηκε. Τον πατέρα της Όλγας, τον Νίκο, τον έστειλαν στο Βίτεν, σε ένα χυτήριο που έφτιαχνε εξαρτήματα για τρένα και καράβια. Την Ελένη, τη μητέρα της, την έστειλαν στην Στουτγάρδη, σε μια βιοτεχνία κατασκευής κουμπιών. Δεν τους ρώτησαν τίποτα! Μόνο έλεγξαν το μεγάλο νούμερο που υπήρχε πάνω στα χαρτιά τους. Αυτό καθόριζε, όπως έμαθαν αργότερα, σε ποια πόλη θα πήγαιναν. Πάντα την είχαν αυτή τη συνήθεια οι Γερμανοί. Δυσκολεύονταν να δουν τους ξένους με ένα, κάποιο όνομα. Έβλεπαν νούμερα και τεμάχια. Στο επίσημο γραφείο εύρεσης εργατών στη Θεσσαλονίκη, όταν έφταναν οι οδηγίες έλεγαν: "Θέλουμε 500 τεμάχια για το Μόναχο, 50 για τη Βρέμη..."
Έτσι χώρισαν τους γονείς της. Το πιο τραγικό ήταν ότι δεν υπήρχε κανένας τρόπος επικοινωνίας μεταξύ τους. Η Ελένη βρέθηκε μόνη της, χωρίς τον άντρα της, χωρίς τις κόρες, με μόνη συντροφιά τις άλλες πέντε συμπατριώτισσες της, που εργάζονταν στο ίδιο εργοστάσιο, να μοιράζονται εκτός από τη δουλειά και τον καημό τους, το ίδιο δωμάτιο με τα τρία δίπατα κρεβάτια, τα τρία τραπέζια, τις έξι καρέκλες, τους έξι φωριαμούς, την σόμπα με τα κάρβουνα, το ένα παράθυρο που έβλεπε προς το εργοστάσιο και το βαρύ, υγρό κρύο της πόλης. Έμαθε ότι, μετά από έναν χρόνο θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει να φύγει για άλλη πόλη ή άλλη δουλειά κι αυτό μόνο αν ήταν απόλυτα εντάξει στις υποχρεώσεις της έναντι της δουλειάς της. Μια δουλειά σχετικά εύκολη, καθόταν στη μηχανή συσκευασίας και την τροφοδοτούσε συνεχώς με τα ορθογώνια, χαρτονένια κουτιά, τα οποία γέμιζαν κουμπιά. Εύκολη δουλειά, αλλά μονότονη και βαρετή. Κάθε μία από τις συγκάτοικές της είχε ένα απόλυτα συγκεκριμένο πόστο, στην αλυσίδα της παραγωγής. Έτσι ήταν όλες οι δουλειές έμαθε αργότερα. Ο επιστάτης, ένας κοντόχοντρος, ροδαλός στο πρόσωπο Γερμανός, με ένα χαμόγελο πάντα στο πρόσωπό του, τις ρωτούσε το πρωί αν όλα ήταν καλά στη ζωή τους, αν είχαν κάποιο πρόβλημα. Προσωπικό ενδιαφέρον; Όχι! Απλά ήθελε οι εργαζόμενές του να έχουν την καλύτερη δυνατή διάθεση για να βγει το πλάνο της ημέρας. Καμιά τους δεν ξέχασε την ημέρα εκείνη, που σταμάτησε η μηχανή φινιρίσματος των κουμπιών, με αποτέλεσμα να σταματήσει όλη παραγωγή. Την αρχική έκπληξη του επιστάτη τους, την αμηχανία του όταν ο μηχανικός του μίλησε για ένα σπασμένο γρανάζι, το οποίο ήθελε τρεις ώρες για να αντικατασταθεί και το αδικαιολόγητο ξέσπασμά του, με φωνές που ακούστηκαν σε όλο το τμήμα, με λέξεις που εκστομίζονταν δίχως να μπορούν να τις κατανοήσουν, αλλά που πόνεσαν, σαν παλιά πληγή την καρδιά τους.
Κατάφεραν να βρουν τα ίχνη ο ένας του άλλου, μέσω των γραμμάτων, που αντάλλασσαν με τους γονείς τους στην Ελλάδα. Επικοινωνούσαν με γράμματα. Γράμματα που έστελναν στο χωριό τους με λίγα μάρκα για να μην λείψει κάτι στα παιδιά, γράφοντας τα συνηθισμένα, ότι όλα είναι καλά, εύκολη η δουλειά και ότι κερδίζουν αρκετά χρήματα. Έκρυβαν όμως τον πόνο τους για τους χωρισμούς που βίωναν, κάτω από την ελπίδα της καλυτέρευσης της ζωής τους. Τα μεταξύ τους γράμματα ήταν σαν απλές αναφορές της ζωής τους, δίχως συναισθηματισμούς, δίχως αληθινά λόγια αγάπης. Η ψυχή τους είχε πετρώσει πολύ γρήγορα, πολύ πριν τους χωρίσουν, πολύ πριν μπουν στο τρένο για τη ξενιτιά. Μετά από μια σειρά επιστολών που ανταλλάσσουν μεταξύ τους, αποφασίζουν να ζητήσει μετάθεση ο Νίκος για τη Στουτγάρδη. Η δουλειά της Όλγας είναι εύκολη, σε αντίθεση με αυτή του άντρα της, που δούλευε στην υψικάμινο του εργοστασίου. Μετά από δυο χρόνια τα καταφέρνει. Μετά από δυο χρόνια βρίσκονται ξανά μαζί, σε ένα από εκείνα τα ξύλινα σπίτια της πόλης, με εμφανή τα σημάδια του χρόνου πάνω τους, μα ήταν το σπίτι τους. Ένα διαμέρισμα με κεντρική θέρμανση, με δύο δικά τους δωμάτια τα οποία δεν θα τα μοιράζονταν με άλλους, με μια ξύλινη σκάλα που έτριζε ανυπόφορα όταν την ανεβοκατέβαινες. Ένα διαμέρισμα, στο οποίο θα έπρεπε να κτίσουν τη ζωή τους από τη αρχή. Να νιώσει ο ένας τις ανάγκες του άλλου, να εκμυστηρευτούν τα κρυμμένα μυστικά που τους κλείδωναν την ψυχή, να αγαπηθούν και πάλι. Μέρα τη μέρα η απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους μίκραινε, η κούραση και η μονοτονία της δουλειάς ήταν ελάχιστη απέναντι στη σιγουριά που τους εξασφάλιζε το μηνιάτικό τους, το οποίο τους έφτανε για να ζήσουν, που τους έφτανε να στέλνουν τα αναγκαία εμβάσματα στο χωριό τους, που τους έφτανε για να φτιάξουν τον πρώτο κουμπαρά της ζωής τους. Η δουλειά του Νίκου ήταν πλέον πιο εύκολη, δούλευε σ' ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε βίδες, κάθε είδους βίδες, εδώ δεν υπήρχε χυτήριο, αλλά μεγάλες πρέσες, τις οποίες απλώς παρακολουθούσε και ρύθμιζε.
Τότε συζήτησαν και το θέμα των κοριτσιών τους. Να τις φέρουν κοντάτους ή όχι; Είναι καλύτερα για εκείνες να παραμείνουν στο χωριό με τη γιαγιά ή να έλθουν στη Γερμανία; Η γιαγιά τους γράφει ότι όλα είναι καλά, τα χρήματα που τους στέλνουν φτάνουν για να ζουν σαν πριγκίπισσας, ότι στο σχολείο τα πηγαίνουν καλά, ότι είναι από τα καλύτερα κορίτσια του χωριού. Η Ελένη θέλει να είναι κοντά στα παιδιά της, ο άντρας της το σκέφτεται. Θα χρειαστούν μεγαλύτερο σπίτι, τα ενοίκια είναι πανάκριβα, τα έξοδα θα πολλαπλασιαστούν, ο στόχος τους να γυρίσουν κάποια στιγμή ευκατάστατοι στο χωριό τους θα απομακρυνθεί. Μα κι όταν γυρίσουν ποιον θα βρουν, αν τα κορίτσια τους τα φέρουν στη Γερμανία; Αν μεγαλώσουν στην ξένη χώρα, αν γευτούν τη γλύκα μιας σίγουρης και οργανωμένης κοινωνίας που θα τους προσφέρει κάθε ευκαιρία, θα θελήσουν άραγε να επιστρέψουν ποτέ στην Ελλάδα; Στο γερμανικό σχολείο θα ξεχάσουν τα ελληνικά - ζήτησαν Έλληνες δασκάλους, αλλά δεν φαινόταν να γίνεται γρήγορα αυτό - θα μάθουν τα Γερμανικά, θα μάθουν να σκέφτονται σαν Γερμανίδες. Κι αν παραστρατήσουν και ερωτευτούν κάποιον Γερμανό; Όχι, καλύτερα να μείνουν εκεί, στο χωριό, στο πατρικό του άντρα της. Αν χρειαστεί, όταν μεγαλώσουν, ας έλθουν στη Γερμανία, αλλά όχι τώρα.
Τις κόρες τους, την Όλγα και τη Μαρίκα, ποιος τις ρώτησε; Όλοι ήξεραν ποιο ήταν το καλό τους εκτός από αυτές τις ίδιες. Η Μαρίκα ήταν πια εφτά χρόνων και η Ελένη τεσσάρων. Ευτυχώς και οι φωτογραφίες που έρχονταν από τη Γερμανία και μπορούσαν να έχουν στο μυαλό τους την εικόνα των γονιών τους. Το ίδιο έκανε και η γιαγιά τους, κάθε χρόνο στην πανήγυρη του χωριού, αφού τις έντυνε με τα καλά τους, ζητούσε από το φωτογράφο να εκτυπώσει δύο φωτογραφίες τους, σε σκληρό χαρτί. Μια για το σπίτι τους και μια για να την στείλει στη Γερμανία. Στο σχολείο δεν ήταν μόνες τους. Σχεδόν το ένα τρίτο των παιδιών του χωριού, ζούσαν μακριά από τους γονείς τους. Κάποιοι ελάχιστοι μόνο, είχαν την τύχη να ανακοινώσουν στο σχολείο, ότι θα έρχονταν οι γονείς τους το καλοκαίρι και θα τους έπαιρναν μαζί τους. Με αυτή την ελπίδα ζούσαν και οι δυο αδελφές. Στο παιχνίδι τους έφτιαχναν βαλίτσες, έβαζαν μέσα τα πράγματα τους και στέκονταν στην αποβάθρα των τρένων, κρατώντας σφιχτά τα χέρια των γονιών τους για το ταξίδι, ζούσαν τη στιγμή που θα αποκτούσαν και πάλι μπαμπά και μαμά. Όσο κι αν τις παρηγορούσε η γιαγιά τους, όσο κι αν τους έλεγε ότι αυτή ήταν εκεί για αυτές, ότι κι εκείνη τις αγαπούσε το ίδιο και διπλά, εκείνες όσο μεγάλωναν ήθελαν την αγκαλιά της μάνας τους, τα γλυκόλογα της που τα ονειρεύονταν στο ύπνο τους, την αυστηρή μορφή του πατέρα που τους έλειπε.
Η Ελένη και ο Νίκος επέστρεψαν μετά από πέντε χρόνια. Την ημέρα, που έφτασαν στο σπίτι, κατεβάζοντας τις βαλίτσες και πληρώνοντας το ταξί, τα κορίτσια κόλλησαν δίπλα στη γιαγιά τους προσπαθώντας να γνωρίσουν τα πρόσωπά τους. Τα πέντε χρόνια ήταν πολλά, αλλά ευτυχώς οι φωτογραφίες που λάβαιναν από τη Γερμανία, είχαν αποτυπώσει στο μυαλό τη μορφή τους, ναι αυτοί ήταν οι γονείς τους. Τα δάκρυα της μάνας που κυλούσαν στα μάγουλά της παραξένεψαν την Όλγα. Εκείνη χαιρόταν, επιτέλους την κρατούσε στην αγκαλιά της, αφέθηκε σε εκείνο το σφιχταγκάλιασμα. Στη συνέχεια ο πατέρας της τη σήκωσε στον αέρα, την έκανε ένα κύκλο γύρω γύρω, τη θαύμασε για το πόσο είχε μεγαλώσει, την έσφιξε σφιχτά στην αγκαλιά του. Αυτή η στιβαρή αγκαλιά του πατέρα της, τις άρεσε. Την ίδια ώρα, η Ελένη, αγκάλιασε τη μεγάλη της κόρη τη Μαρίκα, δέκα χρόνων είχε γίνει πια, τα δάκρυα της, συνέχιζαν να τρέχουν, και της Μαρίκας τα μάτια βούρκωσαν στην αρχή, μέχρι που ξέσπασε σε ένα κλάμα γεμάτο αναφιλητά, το οποίο κρατούσε όλον αυτόν τον καιρό μέσα της, για τον εαυτό της. Ξέσπασε, η μάνα της ήταν επιτέλους εκεί, μπροστά της, ένιωθε τη ζεστασιά της. Όταν ο πατέρας της την πλησίασε, πήρε μια βαθιά ανάσα, με το μανίκι της σφούγγισε τα μάτια της, εκείνος την κάθισε στο γόνατο του, την παρηγορούσε με κάθε λόγο που μπορούσε να σκεφτεί, εκείνη έσκυψε το κεφάλι της σαν να ντράπηκε για την αδυναμία που έδειξε πρωτύτερα, ήταν η μεγαλύτερη, έπρεπε να είναι δυνατή, υπεύθυνη, να μην δίνει δικαιώματα. Τι θα σκεφτόταν τώρα γι' αυτήν ο πατέρας της;
Στην πανήγυρη της Αγίας Κυριακής, όλοι μαζί κίνησαν για το ξωμονάστηρο. Τα κορίτσια κράταγαν σφιχτά τα χέρια, η μεγάλη της μάνας και η μικρή του πατέρα τους. Για πρώτη φορά αισθάνονταν τόσο υπερήφανες, τόσο χαρούμενες. Για πρώτη φορά θα αντίκριζαν την μικρή κοινωνία του χωριού τους, δίχως να σκύβουν το κεφάλι. Η αμηχανία των πρώτων ημερών σιγά σιγά, είχε υποχωρήσει. Οι χειραψίες, οι αγκαλιές, τα καλωσορίσματα τους συνόδευαν σε κάθε τους βήμα. Μετά τη λειτουργία και την περιφορά της εικόνας που ακολούθησε, επισκέφτηκαν το αυτοσχέδιο παζάρι που είχε στηθεί έξω από το μοναστήρι. Ήταν καθιερωμένο, μέχρι τώρα το έκανε η γιαγιά τους, να διαλέξουν τα κορίτσια από ένα παιχνίδι και να τους το αγοράσει. Φέτος αυτό θα το έκαναν οι γονείς τους. Της Όλγας της αγόρασαν μια κούκλα για να κάνει παρέα στην άλλη, εκείνη με τις ξανθιές μπούκλες που τους έφεραν από τη Γερμανία και της Μαρίκας μια όμορφα ζωγραφισμένη κασετίνα, από εκείνες που άνοιγαν σέρνοντας το καπάκι τους. Μετά κάθισαν σε ένα από εκείνα τα αυτοσχέδια καφενεδάκια που είχαν στηθεί για την πανήγυρη, με τη τσίκνα του κρέατος να γεμίζει την ατμόσφαιρα και τις μπύρες να γεμίζουν τα τραπέζια. Ήδη ο νταχαρές και η γκάιντα έπαιζαν τις μελωδίες του τόπου τους, το χοροστάσι είχε στηθεί, κάτω από τα θεόρατα πλατάνια, που εμπόδιζαν τις ακτίνες τις ήλιου, να γίνουν ενοχλητικές. Σε λίγη ώρα σηκώθηκε και ο πατέρας και κρατώντας τη μητέρα τους με το μαντήλι του, έσυρε το χορό με βήματα που πατούσαν τη μια τη γη βαριά, τον τόπο που τους έδιωξε και στη συνέχεια ορθωνόταν προς τα πάνω, σαν να ήθελε να προσπεράσει τη στιγμή εκείνη. Ένα χορό όλο λεβεντιά και καμάρι, αλλά κι έναν πόνο στο πρόσωπό του, που φαινόταν ολοκάθαρα όταν έκλεινε τα μάτια του και κρυφά, η χαρά της στιγμής του έπνιγε την ψυχή. Τα δυο κορίτσια κάθονταν στις καρέκλες τους και χαίρονταν με την εικόνα των γονιών, ήταν εκεί, μπροστά τους, μαζί τους, έτσι θα ήταν από εδώ και πέρα.
Η χαρά τους δεν κράτησε για πολύ. Σε τρεις εβδομάδες θα έπρεπε οι γονείς τους να επιστρέψουν στη Στουτγάρδη. Ήδη στην πρώτη κουβέντα, που έκανε η Μαρίκα με τη γιαγιά της, για το πότε θα φύγουν, κατάλαβε ότι δεν είχε καν τεθεί το ζήτημα για να ακολουθήσουν κι αυτές τους γονείς τους. Κάθισε κάτω από την παχιά συκιά, στη άκρη της αυλής τους γεμάτη οργή, απελπισία, δεν μπορούσε να κατανοήσει πως γινόταν να μην τις θέλουν κοντά τους οι γονείς τους. Ειδικά η μάνα της. Τα δάκρυα της έτρεχαν, δεν ακούστηκε όμως ούτε ένας ήχος, ένας λυγμός που θα πρόδιδε τον πόνο που ένιωθε στην καρδιά της. Δεν τις ήθελε η μητέρα τους; Μα πως γινόταν; Οι στίχοι του Πολέμη για την μητέρα, τους οποίους είχε απαγγείλει με τόση ένταση στην τάξη της ώστε να εισπράξει ένα χαμόγελο επιδοκιμασίας από τον πάντα αυστηρό δάσκαλό της, άλλα έλεγαν. "... Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω φιλά να γιάνει την πληγή. Αυτή, τι πρέπει να αφήσω και τι να κάμω μ΄ οδηγεί...". Σε λίγο την βρήκε και η Όλγα. Κάθισε δίπλα της, ήξερε την αδελφή της, αισθάνθηκε μεμιάς ότι κάτι άσχημο γινόταν. Η Μαρίκα της το είπε αμέσως:
"Δεν θα μας πάρουν μαζί τους..... εδώ θα μας αφήσουν."
Η Όλγα την κοίταξε στα μάτια, μην μπορώντας να κατανοήσει αμέσως τι σήμαιναν τα λόγια της αδελφής της, αλλά τα βουρκωμένα μάτια της Μαρίκας, τη συνέφεραν μεμιάς.
"Ψέματα, που το ξέρεις εσύ;"
"Το ξέρω... μου το είπε η γιαγιά!"
Τις επόμενες ημέρες τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Όταν η μικρή Όλγα, εκεί που κάθονταν στη αυλή του σπιτιού με όλη την οικογένεια, πλησίασε τον πατέρα της και τον ρώτησε αν είναι αλήθεια, ότι δεν θα τους πάρουν μαζί τους. Η συζήτηση που είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή σταμάτησε κι όλοι γύρισαν προς τον πατέρα. Εκείνος κάθισε την Όλγα στα πόδια του και αφού ζήτησε και το βλέμμα της γυναίκας του, άρχισε να τους λέει ότι η Γερμανία δεν είναι καλός τόπος για τα παιδιά, ότι στα σχολεία τους δεν θα μάθουν ελληνικά, ότι θα ξεχάσουν τον τόπο τους και σε λίγα χρόνια θα γίνουν Γερμανάκια, ότι αυτοί θα έρχονται κάθε χρόνο πια και θα τις βλέπουν από κοντά, ότι όταν μεγαλώσουν θα μπορέσουν κι αυτές να τους επισκέπτονται στην Γερμανία, ότι ελπίζουν να μην χρειαστεί, να μπορέσουν να επιστρέψουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στην Πατρίδα τους. Ήξερε ότι σε αυτό το τελευταίο έλεγε ψέματα, η φτώχεια εξακολουθούσε να βασανίζει τον τόπο τους.
"Μαμά, δεν μας αγαπάτε;" ρώτησε η Μαρίκα.
Η Ελένη κόμπιασε προς στιγμή, αλλά γρήγορα συνήλθε και της απάντησε με έντονη φωνή.
"Αυτό να μην το ξαναπείς, ασφαλώς και σας αγαπάμε, γ' αυτό βρισκόμαστε τόσο μακριά από το σπίτι μας, γιατί εκεί βγάζουμε χρήματα και με αυτά ζείτε εσείς καλά, με αυτά θα μπορέσετε να τελειώσετε το σχολείο, μα αυτά θα σπουδάσετε, θα προκόψετε στη ζωή, εδώ στην Πατρίδα σας... Σας αγαπάμε, αλλά για σας είναι καλύτερα να ζήσετε εδώ, κοντά στη γιαγιά σας, στον τόπο μας, που τον ξέρετε και τον αγαπάτε!"
Η κουβέντα σταμάτησε εκεί. Και οι δύο αδελφές κατάλαβαν ότι δεν υπήρχε κανένας τρόπος για να αλλάξει αυτή η απόφαση των γονιών τους. Τις επόμενες μέρες οι Όλγα, συνέχεια ήθελε να βρίσκεται κοντά στους γονείς της, να νιώθει τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, το άγγιγμα τους με κάθε ευκαιρία. Αντίθετα η Μαρίκα κλείστηκε στον εαυτό της, τα λόγια της ήταν λίγα, η όψη της πάντα θλιμμένη, όλοι ήξεραν τι αισθανόταν, είχαν όμως την ελπίδα ότι γρήγορα θα αποδεχόταν την πραγματικότητα.
Η ημέρα του αποχαιρετισμού ήταν δύσκολη για όλους. Η Ελένη κράτησε τα παιδιά της στην αγκαλιά της σφιχτά για αρκετή ώρα, αδυνατούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της, οι κόρες της της όμως, στέκονταν σαν ξύλα, ανέκφραστες, η σκληρότητα φώλιασε πολύ γρήγορα στην ψυχή τους. Ο πατέρας τους τις αγκάλιασε κι αυτός, μία μία, τις φίλησε και η τελευταία του κουβέντα ήταν: "Να ακούτε τη γιαγιά σας!"
Τα επόμενα χρόνια κύλησαν στο ίδιο μοτίβο. Οι γονείς τους επέστρεφαν για λίγες ημέρες το καλοκαίρι, κάθε ένα ή δύο χρόνια, οι επιταγές έρχονταν από τη Γερμανία για να έχουν ότι χρειάζονταν, στο σχολείο προόδευαν και οι δύο - πιο καλή η Μαρίκα που ήθελε να γίνει γιατρός. Με τα χρόνια όμως, μεγάλωναν και οι δικές της ευθύνες. Φερόταν σαν αυτή να ήταν η μητέρα της Όλγας, βοηθούσε τη γιαγιά της στις δουλειές του σπιτιού, είχε γεράσει πια, χρειαζόταν όλο και περισσότερη βοήθεια. Τα πράγματα έγιναν πιο δύσκολα στο σπίτι, όταν πετυχαίνει το στόχο της, περνά στη Θεσσαλονίκη και στο χωριό μένει μόνη της η Όλγα με τη γιαγιά. Και είναι μόλις δεκαπέντε χρόνων. Η απουσία της αδελφής της την στενοχωρεί, όσο κι αν προσπαθεί η γιαγιά της δεν είναι ο άνθρωπος εκείνος στον οποίο μπορεί να βρει το στήριγμα που χρειαζόταν. Η γιαγιά το μόνο που της δίνει, αυτό μπορούσε, ήταν το φαγητό της, τα καθαρά ρούχα της και πολλές πολλές συμβουλές και απαγορεύσεις.
Τώρα πια αυτό που περίμενε, ήταν οι διακοπές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, το καλοκαίρι, τότε που η αδελφή της, θα γύριζε στο χωριό και θα την είχε κοντά της, δίπλα της στο ίδιο δωμάτιο, να μοιράζονται τα όνειρά τους. Μα κι αυτό αλλάζει. Μαζί της κουβαλά τα βαριά βιβλία της σχολής της, διαβάζει αρκετά, θέλει να πάρει γρήγορα το πτυχίο της, να πιάσει δουλειά, να μην έχει κανέναν ανάγκη. Αυτό συμβουλεύει και την Όλγα. Να είναι καλή στο σχολείο ώστε να μπορέσει να κερδίσει και τη δική της ανεξαρτησία.
Την άνοιξη που η Όλγα κλείνει τα δεκαεπτά της, μέσα από μια σειρά γραμμάτων που ανταλλάσσουν και ενός τηλεφωνήματος, μαθαίνει ότι εκείνο το καλοκαίρι δεν θα έλθουν στο χωριό οι γονείς της. Τους πείθει ν' ανέβει αυτή για ένα μήνα στη Γερμανία. Αρχές Ιουλίου την παραλαμβάνουν από τον σταθμό του Μονάχου και σε λίγες ώρες βρίσκονται στη Στουτγάρδη, στο σπίτι που μοιράζονται τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια οι γονείς της. Ένα μικρό διαμέρισμα, περιποιημένο, με ελάχιστα πράγματα να θυμίζουν Ελλάδα, σίγουρα όχι με ιδιαίτερο γούστο στολισμένο, αλλά ήταν το σπίτι των γονιών της. Πίστευε ότι μια θέση τη δικαιούταν κι αυτή εκεί μέσα. Το βράδυ της έστρωσαν να κοιμηθεί στον καναπέ απέναντι στην τηλεόραση, δεν καταλάβαινε τη γλώσσα, γρήγορα την πήρε ο ύπνος όπως ήταν κουρασμένη. Το άλλο πρωί που ξύπνησε ήταν μόνη, οι βάρδιες και των δυο γονιών της ήταν πρωινές. Έφτιαξε κάτι να φάει, όλα της φαίνονταν διαφορετικά, το ψωμί ήταν πιο γλυκό, έτοιμο κομμένο σε φέτες, το βούτυρο πιο βαρύ, το γάλα πιο ελαφρύ, σαν νερό. Απ' το παράθυρο κοίταξε προς το δρόμο, λίγα αυτοκίνητα περνούσαν, τα σπίτια στη σειρά όλα στο ίδιο στυλ, ως τρεις ορόφους το πολύ. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, φωτεινή, καλοκαιρινή μα χωρίς την κάψα του χωριού τους. Έψαξε κάτι στο σπίτι για να περάσει την ώρα της, βρήκε τη "Βεντέτα", που διάβαζε η μάνα της, την ξεφύλλισε αρκετές φορές, η ώρα δεν περνούσε. Σκέφτηκε να βγει έξω, αλλά δεν έβλεπε πουθενά κανένα κλειδί για να κλειδώσει το σπίτι. Θα έφτιαχνε κάποιο φαγητό, να βρουν έτοιμο οι γονείς της, μα κι αυτό δεν στάθηκε δυνατόν, για ότι ήξερε να φτιάχνει, της έλειπαν τα απαραίτητα υλικά.
Κατά τις 5 το απόγευμα η πόρτα άνοιξε, οι γονείς την αγκάλιασαν, την ρώτησαν πως πέρασε τη μέρα της... τι να τους έλεγε; Η μητέρα της άφησε τα ψώνια στο τραπέζι, άλλαξε στα γρήγορα και μπήκε στην κουζίνα για να φτιάξει το φαγητό. Ο πατέρας της άνοιξε την τηλεόραση, κάθισε στο καναπέ και άρχισε να διαβάζει το ΒΗΜΑ της χτεσινής μέρας, που αγόρασε ερχόμενος στο σπίτι. Η Όλγα μπήκε στην μικρή κουζίνα, με τον στενάχωρο διάδρομο και το τραπεζάκι με τις δυο καρέκλες, όχι για να βοηθήσει αλλά για να έχει την ευκαιρία να ανταλλάξει κάποιες κουβέντες μαζί της. Εκείνη της μίλησε για την Μαρίκα, που όπου να 'ταν θα τελείωνε την ιατρική, για τη χαρά τους, που θα είχαν μια κόρη γιατρό. Ρώτησε για την υγεία της πεθεράς της, των γονιών της, των υπόλοιπων συγγενών τους. Για όλα είπαν εκτός για το γεγονός της δικής της άφιξης και τη δική της ζωή. Της είπε να στρώσει το τραπέζι στο καθιστικό και η μητέρα σέρβιρε το φαγητό. Η κούραση των γονιών της ήταν εμφανής, η δυσκολία με την οποία αντάλλαζαν τις κουβέντες τους, ιδιαίτερα ο πατέρας της ήταν σαν να μην ήταν παρόν, τη μια κοίταζε το πιάτο του, μιλούσε χωρίς να τις κοιτάζει και την άλλη την τηλεόραση, που μάλλον είχε ειδήσεις. Η Όλγα ζήτησε ένα κλειδί, να βγει λίγο έξω ήθελε την επόμενη μέρα. Η μητέρα της χαμογέλασε, της είπε δεν θα χρειαστεί, πήρε άδεια για όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, θα βγούνε μαζί. Χάρηκε η Όλγα!
Την άλλη μέρα το πρωί, μάνα και κόρη σηκώθηκαν την ίδια ώρα, έφτιαξαν πρωινό, αυτή τη φορά κάθισαν στο τραπεζάκι της κουζίνας, συνέχισαν την κουβέντα τους, πάλι για τη Μαρίκα, για το αν γνώριζε αν υπήρχε κάποιος φίλος στη ζωή της, η Όλγα απάντησε ότι δεν ήξερε, ελάχιστα της είχε πει η αδελφή της, ήξερε βέβαια ότι υπήρχε ο Γιώργος, ο συμφοιτητής της, αλλά ήταν από εκείνα τα μυστικά που δεν είχε δικαίωμα να πει... στη μητέρα της, που τώρα προσπαθούσε να μάθει αυτά που θα όφειλε να ξέρει. Τη συμβούλεψε, επιτέλους είπε κάτι που αφορούσε κι εκείνην, να μοιάσει στην αδελφή της, να περάσει σε μια καλή σχολή, να σπουδάσει και να μην σκέπτεται τα έξοδα, αυτοί ήταν εκεί για να τη στηρίξουν.
Η Όλγα εκείνη τη στιγμή βρήκε το θάρρος, κι επιτέλους ξεστόμισε αυτό που κρατούσε μέσα της τόσο καιρό, αυτό που είχε κόψει το εφηβικό της χαμόγελο και γέμιζε με θλίψη τα ωραία της μάτια, τα μάτια της μάνας της όπως της έλεγαν όλοι:
"Μάνα δεν θέλω να σπουδάσω. Δεν μπορώ άλλο να είμαι μόνη μου. Η Μαρίκα έφυγε, η γιαγιά δεν καταλαβαίνει τίποτα από αυτά που της λέω, εσείς με αφήσατε μακριά σας. Αυτό που θέλω είναι να βρίσκομαι εδώ, κοντά σας, μαζί σας!"
Η Ελένη σαν να περίμενε να ακούσει αυτά τα λόγια της κόρης της, σήκωσε το βλέμμα της και το κάρφωσε ίσα στα μάτια της κόρης της. Η Όλγα κατάλαβε. Η συνέχεια δεν ήταν διόλου ευχάριστη. Η Ελένη της υπενθύμισε ότι αυτά τα είχαν συζητήσει πριν από πολύ καιρό, είχε την εντύπωση ότι είχε γίνει μια συμφωνία μεταξύ τους, ότι αυτοί θα έτρωγαν με το κουτάλι τη Γερμανία, για να φτιάξουν τη ζωή τους, να ξεφύγουν οριστικά από τη φτώχεια που έδερνε τις δικές τους οικογένειες, για να μην τους λείψει τίποτα. Κι αυτές, οι κόρες της, μία μόνο υποχρέωση είχαν, να μείνουν και να προκόψουν στην Ελλάδα.
"Μα, μάνα, δεν ζήσαμε ποτέ σαν οικογένεια!"
Εκεί η Ελένη κόμπιασε, για πολύ λίγο όμως, και με σίγουρες λέξεις της απάντησε ότι οικογένεια, είναι όλα αυτά που έχει και πάνω απ' όλα η φροντίδα που απολαμβάνει και από τη γιαγιά της και από τους γονείς της... Κλείνοντας αυτή τη σύντομη κουβέντα, της τόνισε ότι δεν ήθελε να πει τίποτα από αυτά στον πατέρα της. Η κουβέντα έγινε μεταξύ τους και μεταξύ τους θα έμενε.
Τις επόμενες ημέρες, η μητέρα της την γύρισε σε όλη την περιοχή, το Σαββατοκύριακο ήταν μαζί και ο πατέρας τους. Γύρισαν στο κέντρο της πόλης, στα μεγάλα πολυκαταστήματα της περιοχής, αγόρασαν τα δώρα που θα έπαιρνε μαζί της φεύγοντας, έφαγαν στο εστιατόριο ενός συμπατριώτη τους. Σε κάθε ευκαιρία απαξίωναν τη ζωή τους στη Γερμανία, τον ήλιο που τους έλειπε, η υγρασία που τους τσάκιζε τα κόκαλα, το φαγητό που δεν είχε τη νοστιμιά του τόπου τους, τα αφεντικά που όλο διατάσσουν.
Η Όλγα άκουγε, έβλεπε και μιλούσε όλο και λιγότερο. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Αφού ήταν όλα τόσο άσχημα γιατί εξακολουθούσαν να μένουν εκεί; Αφού τους έλειπε η Πατρίδα, γιατί δεν έρχονταν πιο συχνά σε αυτή; Τι ήταν τελικά γ' αυτούς η πατρίδα; Τα παιδιά τους τι θέση είχαν στη ζωή τους; Πως μπορεί μια μάνα να κρατά σε τόση απόσταση τα δικά της παιδιά; Κι ο πατέρας της; Το μόνο που της έλεγε ήταν να τελειώσει το Λύκειο και να περάσει σε μια καλή σχολή, όπως η αδελφή της. Κι ότι χρειαστεί, αυτοί θα ήταν εκεί. Ότι χρειαστεί; Μα αυτό που χρειαζόταν δεν το είχε όταν έπρεπε. Τι ζητούσε τώρα κι αυτή εκεί; Σίγουρα τους χάλασε την ησυχία τους, τη καθημερινή ρουτίνα τους. Μα πέρα από μια σταθερή εργασία τι άλλο έβρισκαν σε αυτήν τη ξένη χώρα, που όπως της επαναλάμβαναν συνεχώς, δεν έκανε για εκείνην;
Στο ταξίδι της επιστροφής έφερνε ξανά και ξανά στο μυαλό της όλα αυτά που της επαναλάμβαναν μονότονα οι γονείς της, όλες αυτές τις τρεις εβδομάδες που έζησε κοντά τους. Ίσως να έχουν δίκιο, δεν ήταν γι΄ αυτήν η Γερμανία. Οι γονείς της πέρα από τη μηνιαία επιταγή τους, δεν είχαν κάτι άλλο να της προσφέρουν. Την αγάπη τους που ήθελε να νιώσει, έστω και τώρα στα δεκαεπτά της, δεν τη βρήκε.
Μια χρονιά της έμενε για να τελειώσει το Λύκειο, αλλά για την Όλγα δεν είχε κανένα νόημα πια. Το διάβασμα της ήλθε σε δεύτερη μοίρα, όταν την φλέρταρε ο Θανάσης, ένας νέος από το χωριό τους, ο οποίος μόλις είχε καταφέρει να διοριστεί στα εξωτερικά συνεργεία της ΔΕΗ, της περιοχής τους. Λίγο μετά το Πάσχα κλέφτηκαν, και το καλοκαίρι, έγινε ο γάμος. Εκεί και οι γονείς της. Πιο πολύ έδειχνε να το χαίρονται η γιαγιά της και η αδελφή της, παρά εκείνοι. Την Όλγα δεν την ένοιαξε. Έτσι κι αλλιώς, ετοιμαζόταν να φτιάξει πια τη δική της οικογένεια, δίχως καμία ανάγκη να αποχωριστεί τα παιδιά της, δίχως καμία ανάγκη να εγκαταλείψει την πατρίδα της, το χωριό της για έναν τόπο ξένο... τόσο ξένο που να σε κάνει να βάζεις σε δεύτερη μοίρα, τα ίδια σου τα παιδιά.
Και σήμερα η Όλγα, στα 54 της, ζει ξανά τη διάλυση της οικογένειάς της. Κι αυτή τη φορά με το φευγιό και του δεύτερου γιού της, της νύφης της, της εγγονής της, προς τον ίδιο προορισμό, τη χώρα με τις πολλές δουλειές και τη σκληρή τη γλώσσα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι αυτή που αφήνει τα παιδιά της πίσω αλλά τα δικά της παιδιά, που θα την αφήσουν με μόνη παρέα τον άντρα της, το Θανάση, να ζουν τους χειμώνες περιμένοντας τα καλοκαίρια, για να δουν τα παιδιά τους ξανά, να αγκαλιάσουν τα εγγόνια τους.
Μα πόσο απρόβλεπτοι είναι αυτοί οι κύκλοι της ζωής; Εκεί που φαίνονται αμετακίνητοι, να λάμπουν στον ήλιο, να χωράνε μέσα τους τη χαρά της ζωής σου, ξαφνικά σπάνε σε ένα τους σημείο μόνο, ίσα ίσα για να ενωθούν με τους κύκλους του παρελθόντος, όχι μόνο του δικού σου, αλλά ενός ολόκληρου Λαού. Σαν να μην έχεις το δικαίωμα να ξεχάσεις ότι πάνω από αυτή τη χώρα πλανάται μια κατάρα σκοτεινή, πολύ παλιά, από εκείνα τα χρόνια που θυσίαζε τα παιδιά της, στέλνοντας τα να αποικίσουν ξένους τόπους, για να μείνει χώρος ελεύθερος γι' αυτούς που έμεναν πίσω. Μια χώρα που κάθε τόσο, υποχρεώνεται για να επιβιώσουν οι άνθρωποι της, να θυσιάζει στα ξένα κάποιους από αυτούς. Η πληγή να πονά κι εκεί που μετά από πολύ χρόνο επουλώνεται, μια κοφτερή νυχιά να την ανοίγει και πάλι. Μικρή η χώρα μας, φτωχή, όλο βουνά και πέτρα, δύσκολη η επιβίωση των ανθρώπων της, μα αυτό ήταν και το μεγάλο της πλεονέκτημα, έτσι άνοιξε τα πανιά της προς κάθε κατεύθυνση, έλεγαν οι δάσκαλοι στο σχολείο στα δικά της παιδικά χρόνια ... μα για το τίμημα, κανένας δεν μίλησε ποτέ.
29 Ιανουαρίου 2018
