Πολλά έχουν γραφτεί για το βραβευμένο βιβλίο του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Διηγήματα σκληρά, που δεν εξωραΐζουν τον πόλεμο, που δεν ωραιοποιούν την σκληρή πραγματικότητα που βίωσαν οι Έλληνες στρατιώτες στη Μικρασιατική εκστρατεία, που απομυθοποιούν την έννοια του ήρωα πολεμιστή. Είναι ένα από εκείνα τα βιβλία, που οφείλεις να διαβάσεις, ως αντιστάθμισμα στην σχολική ιστορία, που όλοι μας έχουμε διδαχθεί. Ενώ όλη η ελληνική σχολική ιστοριογραφία, περιστρέφεται γύρω από πολέμους και μάχες, στις οποίες άλλοτε ήμασταν νικητές και άλλες ηττημένοι, το τι είναι ο πόλεμος, το τι σημαίνει να κρατάς ένα όπλο με την αίσθηση του κυρίαρχου, ποτέ μας δεν το διδαχθήκαμε. ( Ίσως και σε αυτό να οφείλεται το γεγονός, να βλέπουμε πολλούς συμπατριώτες μας σήμερα, να μην μπορούν να κατανοήσουν την αιτία που τόσοι Σύριοι, αναγκάζονται να αφήσουν τον τόπο τους και να οδηγηθούν ως πρόσφυγες, τόσο μακριά. ). Τέλος πάντων! 
Αυτό που μου άρεσε, στα διηγήματα του Παπαμάρκου, είναι ότι τα βιώματα των στρατιωτών, που εξιστορεί, δεν μας τα παρουσιάζει στο χρόνο που έγιναν, αλλά φτάνουν σε εμάς, σε δεύτερο χρόνο. Ο συγγραφέας, μας τα διηγείται, όπως τα άκουσε, από τους πρωταγωνιστές τους. Με μια δόση αυτοκριτικής θα έλεγε κανείς, αναπλάθουν τις ιστορίες τους. Ο χρόνος, σίγουρα έχει παραμερίσει την ένταση, που θα μπορούσαν να έχουν οι διηγήσεις τους, αν γίνονταν σε χρόνο πολύ κοντινότερο, στην εκστρατεία. Οι διηγήσεις αυτές αποπνέουν μια σοφία, μια κατασταλαγμένη άποψη για τη ζωή που έζησαν, που δεν αλλάζει, αλλά οφείλεις να την κουβαλάς μέσα σου ως φορτίο βαρύ αλλά και... λυτρωτικό. 
Ακόμα, με πολύ πετυχημένο τρόπο, ο συγγραφέας μας μεταφέρει πίσω στον χρόνο, στα χωριά μας, των προηγούμενων δεκαετιών. Το κατορθώνει αυτό, αν και είναι μόλις 32 χρόνων, αναπαράγοντας το γλωσσικό ιδίωμα, αναπλάθοντας την αίσθηση της κλειστής κοινωνίας, όπου όλα κρύβονται αλλά και συζητιούνται (κρυφά βέβαια), όπου η επιφάνεια των κοινωνιών μοιάζει ατάραχη αλλά λίγο κάτω της, ίσα το χέρι σου να βρέξεις, κρύβονται  απίστευτες ιστορίες. 
Μα πιο πολύ με εντυπωσίασε, η σχέση του συγγραφέα με την προφορική παράδοση του τόπου μας. Θαύμασα, απόλαυσα το έμμετρο "Παραλογή", το οποίο παρουσιάζει την χωρίς ελπίδα, πάλη μας με το θάνατο. Ο Χάρος,
που μας πληγώνει, που μας ξεγελά, που δεν διστάζει να διακόψει την κάθε ευτυχία των θνητών. Θα νόμιζε κανείς ότι το έμμετρο αυτό δεν συνδέεται με τα υπόλοιπα διηγήματα. Κι όμως! Οι περισσότερες ιστορίες του έχουν σχέση με ο θάνατο και μάλιστα με τη βίαια παρουσία του. Αυτός είναι ο Χάρος. Αφαιρεί ζωές, (δεν ξέρω τι βιώνουν, στον κάτω κόσμο οι ψυχές), μα αυτοί που βασανίζονται είναι αυτοί που μένουν ζωντανοί. Πολλές φορές αναρωτιέμαι για τα αληθινά θύματα του Χάρου. Ο νεκρός; κι αν "ζει μια ζωή" απαλλαγμένη από τους ανθρώπινους πόνους; Ο ζωντανός; κι αν ζει, όσο ζήσει πάνω στη γη, με πόνο και θλίψη για τον (την)  αγαπημέν (-η) του;
Μια τέτοια πρωταγωνίστρια είναι η χήρα της "Παραλογής". Είναι αυτή που μένει πίσω, τραγική φιγούρα, η οποία αρνείται να συμβιβαστεί με την απώλεια του αγαπημένου της, που όταν της δίνεται η ευκαιρία, θαρρώντας* ( νομίζοντας) ότι τον έχει στο χέρι τον Χάροντα, ξανασμίγει με τον άντρα της.... μα δεν είναι εκείνος ο όμορφος, ο λεβέντης...είναι ένας καταχανάς* πια, άσχημος και άψυχος (νεκροζώντανος).

Δίδαγμα: Οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς; 
Δεν έχω απάντηση. Καθένας και η ψυχή του!

* από το καρπάθικο ιδίωμα