Είκοσι οχτώ χρόνια είχαν περάσει. Κι εγώ βρισκόμουν και πάλι εκεί, το είχα τάξει στον εαυτό μου, έπρεπε να βρεθώ, έστω για μία φορά ακόμα, στη χάρη της, στην Παναγία τη Γινατού, το μικρό εκκλησάκι, το άλλοτε χαμένο στις πλαγιές της Χόμαλης.
Ναι, χαμένο, διότι όχι πολλά χρόνια πριν, για να βρεθείς στη χάρη της έπρεπε να διαβείς για μία ώρα περίπου, έναν στενό μουλαρόδρομο στις πλαγιές της Χόμαλης, να ατενίσεις την απίστευτη θέα προς τον γκρεμό που έχασκε κάτω σου, να νιώσεις τη μυρωδιά από τις κουμαριές, να περάσεις από τις ερειπωμένες πλέον κατοικίες των προγόνων μας σε μια καλά κρυμμένη ποδιά του βουνού, να περάσεις από το μαντροκάισμα(1) του Σταυράκη, να ξεδιψάσεις στο Ητσάλι και την επόμενη στιγμή να αντικρύσεις από ψηλά, το μικρό εξωκλήσι της Παναγίας.
Και μετά άνοιξε ο δρόμος από το χωριό, στο συνέχεια κι από το άλλο χωριό, έκανε την πρόσβαση πιο εύκολη, περισσότεροι οι προσκυνητές, μεγάλωσε το πανηγύρι, αλλά ποτέ δεν ξέφυγε από το μέτρο.
Στα προ τουριστικά χρόνια, η Παναγία η Γινατού μας περίμενε ταπεινά, για μία μόνο μέρα του χρόνου, την ημέρα του εορτασμού της στις 7 του Σεπτέμβρη. Λίγοι, αλλά αποφασισμένοι οι προσκυνητές, οι οποίοι έφταναν εκεί αργά το απόγευμα με όχημα τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια τους, άκουγαν ιστορίες για τα παλιά χρόνια μέχρι να φτάσει ο παπάς στο σκοτείνιασμα σχεδόν, αμέσως θα άρχιζε τον εσπερινό, στη συνέχεια θα μοιραζόταν το λιτό φαγητό σε όλους, πάντα κατσίκι κοκκινιστό, η λύρα θα αντιλαλούσε στην πλαγιά ως τη θάλασσα, οι τραγουδιστάδες θα έπλεκαν τον πόνο τους μαντινάδες και οι χορευτές θα μετρούσαν ρυθμικά, ακολουθώντας τα ίδια αρχέγονα βήματα των προγόνων τους. Στη συνέχεια ο κόσμος κουρασμένος θα βολευόταν κάπου για να κοιμηθεί, οι γυναίκες μέσα στο εκκλησάκι, οι άντρες στην Κούφη και οι νεαρότεροι μέσα στα σκίνα, κυνηγώντας να πουδιάσουν(2) τους πιο εξαντλημένους από το ποτό και τον κάματο της μέρας, μέχρι να ξημερώσει, να κτυπήσει η καμπάνα, να γίνει στα γρήγορα η λειτουργία και τότε όλοι να πάρουν μαζί το δρόμο της επιστροφής.
![]() |
| Επιχρωματισμένη φωτογραφία της Γινατούς όπως ήταν παλιά, με τη βοήθεια της Τ.Ν. Κάτω το εκκλησάκι με το παράσπιτο δίπλα, πάνω η Κούφη. |
Μα και σήμερα, σε σχέση με τα άλλα πανηγύρια της ίδιας ημέρας στο νησί, με τους χιλιάδες προσκυνητές, τα πλούσια τραπέζια και τα φανταχτερά φορέματα, η Γινατού κρατά τον πήχη της επίδειξης χαμηλά, ενώ η φιλοξενία της είναι υποδειγματική. Κι όσο κι αν όλα έχουν αλλάξει ως προς την εικόνα, την ίδια στιγμή όλα παραμένουν ίδια και αναλλοίωτα στο χρόνο, ο οποίος αδυνατεί να δαμάσει τις μνήμες, μα κυρίως το ίδιο αυτό το δρώμενο, το οποίο παραμένει βαθιά ριζωμένο στη ψυχή του κάθε Οθείτη.
Η σειρά ίδια: Εσπερινός, τραπέζι με το φαγητό της Παναγίας, η λύρα που σκορπά γλυκόλαλα ολόγυρα στη σκοτεινιά του βουνού, μαντινάδες, συρματικά τραγούδια(3), χορός. Μα τώρα ο κόσμος δεν θα ψάξει την Κούφη, τις πλάκες του εξωμονάστηρου ή τα σκίνα για να κοιμηθεί, αλλά θα πάρει τα αυτοκίνητά του για να επιστρέψει στο βολικό κρεβάτι του.
Η ματιά μου περιφέρεται σε όλον τον χώρο. Βλέπω τον χρόνο να έχει βαρύνει τους ώμους των ανθρώπων που άλλοτε ζούσαμε μαζί, νέοι και αισιόδοξοι. Κι εκεί συνειδητοποιώ ότι κι εγώ, όσο κι αν το απεύχομαι, δεν απέχω από την ίδια εικόνα. Μετρώ φίλους και συγγενείς. Γνωστούς και τα άγνωστα πρόσωπα της σημερινής νεολαίας. Μετρώ κι αυτούς που λείπουν, αγαπημένα πρόσωπα που δεν βρίσκονται πια μαζί μας. Και είναι δυστυχώς πολλά.
![]() |
| Το πανηγύρι της Παναγίας της Γινατούς (2026) |
"Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μοιάζουν", τραγουδούσε κάποτε ο γνωστός τραγουδοποιός με το κόκκινο φουλάρι. Ένα ακόμα παιχνίδι της μνήμης, που θέλει τίποτε να μην αλλάζει, ενώ ο χρόνος όλα τα σαρώνει. Όλα μεταβάλλονται, μα παράξενο, για μένα παραμένουν ίδια. Δεν μου σκαρώνει κάποια φάρσα η μνήμη μου, η γλυκιά αίσθηση των αναμνήσεων δένει με όλα αυτά που βλέπω και ζω εκείνες τις στιγμές. Νιώθω ότι σε αυτήν την περίσταση ο χρόνος δεν παίζει καμία σημασία, γιατί το πάνω χέρι το έχει πάρει η καρδιά, η οποία ευφραίνεται αληθινά.
Ίσως τελικά ο νόστος να μην είναι η επιστροφή στον τόπο. Ίσως να είναι η επιστροφή στον άνθρωπο που υπήρξες κάποτε.
![]() |
| Λεπτομέρεια από το τέμπλο |
(1) μαντροκάισμα: ιδίωμα Καρπάθου, μαντρί, στάνη, ποιμνιοστάσιο
(2) πούδιασμα(ουσ.) από το ρήμα πουδιάζω, που στο καρπάθικο ιδίωμα σήμαινε το δέσιμο των ποδιών ενός ζώου, για να μην μπορεί να πηδά τους φράχτες. Στα Νέα Ελληνικά, είναι γνωστό ως παστούρωμα. Η λέξη σήμαινε μεταφορικά και το δέσιμο των ποδιών ενός ανθρώπου.
(3) Συρματικά τραγούδια: παραδοσιακά τραγούδια της Καρπάθου, τα οποία πατούν πάνω σε έναν συγκεκριμένο μουσικό σκοπό.


