Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Κάρπαθος. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Κάρπαθος. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Η Κάσος και η Κάρπαθος κατά τον 19ο αιώνα.

   Το παρακάτω κείμενο έχει μόνο ιστορικό ενδιαφέρον (με κάποιες επιφυλάξεις) και αφορά την οικονομία και την ευημερία των δύο νησιών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με κάποιες δικές μου παρατηρήσεις. 

  Τα στοιχεία της εγγραφής αυτής τα άντλησα από το Βρετανικό περιοδικό  JOURNAL OF THE SOCIETY OF ARTS του τεύχους του 1872, και το Βρετανικό, Εικονογραφημένο, Παγκόσμιο Γεωγραφικό Λεξικό The illustrated Universal Gazetteer του 1863, τα οποία βρήκα στην βιβλιοθήκη της Google. 
  Το περιοδικό ήταν ετήσιο και είχε θέματα σχετικά με την οικονομία και τις επιχειρήσεις, την εκπαίδευση, την ιστορία των επιστημών και της τεχνολογίας, την ιστορία των κοινωνικών επιστημών, την τέχνη και την ιστορία της. Εκεί λοιπόν ανακάλυψα μία αναφορά του Βρετανού υποπρόξενου στη Ρόδο, του κ. Biliotti που γράφτηκε το 1869 για τις Σποράδες. Κυρίως τον ενδιαφέρει η οικονομική κατάσταση των νησιών, αλλά παραθέτει κι άλλα στοιχεία. Στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως Σποράδες νοούνται τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, από την Ικαρία ως την Κάσο και το Καστελόριζο. Εξαιρουμένης της Ρόδου, ως πιο ενδιαφέρον οικονομικά νησί, θεωρεί την Κάλυμνο, εξαιτίας της μοναδικής ασχολίας των κατοίκων της με την σπογγαλιεία και τα μεγάλα έσοδα που της απέφεραν. 
  Το Παγκόσμιο Γεωγραφικό Λεξικό πάλι υποστηρίζει, ότι οι πληροφορίες που περιέχει είναι πρόσφατες και έγκυρες, κι έχουν συλλεχθεί από ταξιδευτές που επισκέφτηκαν τα καταγραφόμενα σημεία του πλανήτη. Η έκδοση ολοκληρώθηκε σε 50 εβδομαδιαία τεύχη, από τον W. F. AINSWORTH
  Ως πιο έγκυρη, θα θεωρούσα την αναφορά του κ. Biliotti, με την απλή σκέψη ότι ως υποπρόξενος που ζούσε στη Ρόδο και συνέλεγε πληροφορίες για εμπορικούς λόγους, θα πρέπει να είχε μια άποψη αυτών που έγραψε από πρώτο χέρι.

Θα ξεκινήσω με την Κάσο και την αναφορά του Λεξικού:

  CASSOS, CAXOS ή KASSUS είναι νησί του Οθωμανικού Αρχιπελάγους, που βρίσκεται νότια της νήσου Καρπάθου. Ένας πορθμός πλάτους 6 μιλίων χωρίζει τις δύο νησίδες. Υπάρχει επαρκές βάθος νερού στο κανάλι για τα μεγαλύτερα σκάφη. Το νησάκι της Κάσου έχει περιφέρεια 36 μιλίων, είναι τραχύ και ορεινό σε όλη του την έκταση. Περίπου 100 χρόνια πριν η Κάσος είχε δύο κοιλάδες, μία στα Βόρια και μία στα Ανατολικά, ήταν δασωμένη σε πολλά σημεία και καλά αρδευόμενη. Πριν από την Ελληνική Επανάσταση υπήρχε αφθονία οπωροφόρων δέντρων, με καλούς αμπελώνες και προσεκτικά καλλιεργημένα χωράφια. Αλλά τώρα, ως συνέπεια της καταστροφής των δασών, το νησί είναι άγονο, χωρίς γλυκό νερό, το οποίο μεταφέρεται εκεί από την Κάρπαθο, με μεγάλα έξοδα. Δεκαπέντε πλοία χρησιμοποιούνται συνεχώς για το σκοπό αυτό. Ο πληθυσμός αποτελείται από περίπου 5000 ψυχές, όλοι Έλληνες και κατοικούν σε πέντε χωριά, την (Παν)αγιά, το Αρβανιτοχώρι, το Φρυ, την (Αγία) Μαρίνα και την Πόλι. Όλες οι εμπορικές υποθέσεις διεκπεραιώνονται και όλα τα πλοία κατασκευάζονται στο Φρυ, το οποίο βρίσκεται στο Β. τμήμα του νησιού στην ακτή. Το κλίμα είναι εξαιρετικά ευχάριστο και υγιεινό. Η παραγωγή του αποτελείται από ασήμαντη ποσότητα κριθαριού. Οι κάτοικοι κατέχουν περίπου 4000 αιγοπρόβατα, τα οποία τρέφονται στα γειτονικά νησιά. Έχει βρεθεί γύψος. Η σπογγαλιεία απασχολεί δύο βάρκες και δεκατέσσερις άνδρες. Η ναυπήγηση πλοίων συνεχίζεται σε κάποιο βαθμό, το μεγαλύτερο μέρος της ξυλείας εισάγεται λαθραία από την Ανατολία, καθώς η εξαγωγή της από εκεί απαγορεύεται από την Υψηλή Πύλη. Το νησί υπάγεται στη δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Καρπάθου, ο οποίος κατοικεί εκεί.

  Το λήμμα για την Κάσο δίνει αρκετές πληροφορίες, για το πως ήταν το νησί πριν την Καταστροφή, δεν ξέρω όμως κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα το να καούν τα δάση και οι καλλιέργειες όταν το κατέλαβαν οι Τούρκοι το καταλαβαίνω, αλλά να πάψει να έχει νερό, αφού κάποτε ήταν καλά αρδευόμενο, δεν έχει λογική. Γενικά δίνει την εντύπωση ότι η Κάσος είναι ένα εξαθλιωμένο νησί, το οποίο ίσως και να είναι αλήθεια, καθότι βρισκόμαστε μόλις 39 χρόνια από την Καταστροφή του νησιού, κατά την Ελληνική Επανάσταση. 

  Η αναφορά  του υποπρόξενου, μόλις εννέα χρόνια αργότερα, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για την Κάσο (Cassos): 

  Οι Κασιώτες είναι οι πιο δραστήριοι και τολμηροί από όλους τους κατοίκους των Σποράδων. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής εξέγερσης ήταν αρκετά ανταγωνιστικοί με το οθωμανικό ναυτικό. Η Κάσος, η οποία τότε υπέφερε πολύ, διαθέτει τώρα έναν ακμάζοντα πληθυσμό τουλάχιστον 7.000 ψυχών, που οφείλει την ευημερία τους στη ναυτιλία, την οποία υπηρετούν πιστά ανά πάσα στιγμή. Όλοι οι Κασιώτες είναι ναυτικοί και οι καλύτεροι στο οθωμανικό αρχιπέλαγος, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι αναγκάστηκαν, λόγω της έλλειψης λιμανιών στο νησί τους, να βρίσκονται στη θάλασσα όλο το χρόνο, αντί να αφοπλίζουν τα πλοία τους κατά τη χειμερινή περίοδο, όπως κάνουν οι άλλοι νησιώτες. Λίγα ξένα πλοία καταπλέουν στην Κάσο. Το μόνο είδος εξαγωγής είναι ο γυψόλιθος, ο οποίος βρίσκεται στο γειτονικό νησί Αρμάθια. Περίπου 20.000 cwt*. αποστέλλονται ετησίως στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Οδησσό και την Αθήνα. Τα σπίτια των Κασιωτών είναι καλύτερα επιπλωμένα και ζουν σε πιο άνετο στυλ από τους κατοίκους των άλλων νησιών των Σποράδων. Στο νησί καλλιεργούνται περίπου 2.000 δεμάτια σιτάρι και 4.000 δεμάτια κριθάρι. Διαθέτουν 6.000 αιγοπρόβατα, τα οποία παρακολουθούν σχεδόν 100 βοσκοί, οι οποίοι κερδίζουν 4.000 λίβρες βουτύρου και 8.000 λίβρες τυρί. Υπάρχουν στην Κάσο λίγες συκιές, ελιές και αμυγδαλιές, καθώς και λίγα στρέμματα αμπελιών. Κάθε σπίτι διαθέτει δύο ή τρεις δεξαμενές νερού, καθώς η μόνη πηγή στο νησί βρίσκεται σε κάποια απόσταση από την πόλη, και δίνει μόνο μια ασήμαντη ποσότητα νερού. Δεν υπάρχουν κοινοτικά σχολεία, όπως συμβαίνει στα άλλα νησιά αλλά υπάρχουν τρία ιδιωτικά σχολεία, στα οποία βρίσκονται οι μαθητές που μπορούν να πληρώσουν το αναγκαίο ποσό. Ωστόσο, οι Κασιώτες, κατά συνέπεια, των συνεχών ταξιδιών και των συναναστροφών τους με ξένους, έχουν περισσότερες γενικές γνώσεις από τους άλλους κατοίκους των Σποράδων.

*cwt: μονάδα ογκομέτρησης στην ναυτιλία

  Η αναφορά αυτή μας δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα του νησιού. Από την πρώτη πρόταση μας εκπλήσσει θετικά η αναφορά του Βρετανού υποπρόξενου, ο οποίος χαρακτηρίζει τους Κασιώτες ως τους πιο δραστήριους και τολμηρούς ανάμεσα σε όλους τους νησιώτες των Σποράδων. Μας εντυπωσιάζει επίσης ότι μετά από μόλις 45 χρόνια από την Καταστροφή του νησιού από τον Τουρκοαιγυπτιακό στόλο, το νησί ακμάζει και πάλι, έχει ισχυρή ναυτιλία και πληθυσμό 7000 κατοίκων. Ο πλούτος από τη ναυτιλία είναι εμφανής, καθώς αυτός φαίνεται στα σπίτια των Κασιωτών και τις ανέσεις που προσφέρουν. Παρά το άγονο του νησιού καλλιεργούν ικανές ποσότητες σιτηρών και έχουν αξιόλογη παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων. Από τα γειτονικά Αρμάθια εξάγονται σημαντικές ποσότητες γύψου, βασικού υλικού για την οικοδομή τα χρόνια εκείνα. Η εκπαίδευση παρέχεται από τρία ιδιωτικά σχολεία δίχως παραπέρα επεξηγήσεις. Τέλος άνετα θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε ως τους πλέον κοσμοπολίτες νησιώτες της εποχής εκείνης.

Λεπτομέρεια από το Κασιώτικο σπίτι της κυρίας Ιουλίας Δασκαλάκη
 
  Ας διαβάσουμε τώρα το σχετικό λήμμα για την Κάρπαθο, από το Γεωγραφικό λεξικό του AINSWORTH:
  CARPATHOS ή SCARPANTOS είναι ένα νησί, που βρίσκεται σχεδόν στη μέση του καναλιού, μεταξύ του Ανατολικού άκρου της Κρήτης και της Νότιας Ρόδου. .... Μια σειρά από βουνά εκτείνονται από το ένα άκρο στο άλλο, με το υψηλότερο σημείο να είναι περίπου 4000 πόδια. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Είναι εύφορη, καλά δασωμένη και καλά αρδευόμενη. Στο νησί υπάρχουν 120 μεγάλες πηγές που αναβλύζουν, οι οποίες κινούν 42 υδρόμυλους. Μια από αυτές τις πηγές, ονομάζεται Snow Spring (Χιονισμένη πηγή;), από την υπερβολική ψυχρότητα του νερού, ... Το κλίμα είναι αρκετά υγιεινό. Στο Βόριο άκρο του νησιού είναι ένα εξαιρετικό ευρύχωρο λιμάνι, που ονομάζεται Τρίστομο, που σχηματίζεται από το μικρό νησάκι της Σαρίας προς τα Βόρια. Το λιμάνι είναι προστατευμένο από όλους τους ανέμους και είναι ικανό να κρατήσει οποιονδήποτε αριθμό σκαφών μεγαλύτερου μεγέθους. ... Υπάρχουν δύο άλλα λιμάνια προς τα Νοτιοανατολικά, που ονομάζονται Μακρύς Γιαλός και Pigtradia (εννοεί: Πηγάδια). Το αγκυροβόλιο είναι καλό και στα δύο, αλλά ανοιχτό σε Ανατολικούς. ανέμους. Υπάρχουν 7 χωριά στο νησί και συγκεκριμένα, Appolia (εννοεί το Απέρι) όπου βρίσκεται το Δημαρχείο, Vola (Βωλάδα), Othos, Menaihes (Μενετές), Pilais, Olymbos και Misohori (Μεσοχώρι). Ο πληθυσμός της είναι περίπου 7000 ψυχές, όλοι Έλληνες. Όλοι οι κάτοικοι έχουν γη, την οποία βρίσκουν χρόνο να καλλιεργήσουν, αν και το μεγαλύτερο μέρος τους είναι κτίστες, ξυλουργοί, ξυλοκόποι και βοσκοί. Βρίσκονται στην πιο άθλια κατάσταση από όλους τους κατοίκους του αρχιπελάγους. Πολλοί μεταναστεύουν ετησίως στην Ανατολία ή την Κάσο, έτσι ώστε ο πληθυσμός μειώνεται. Το νησί υπέφερε σοβαρά από το σεισμό του 1856, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των σπιτιών των χωριών να έχει καταστραφεί από αυτόν, επιπλέον οι ιθαγενείς δεν έχουν λάβει καμία αποζημίωση. Υπάρχουν αρκετοί αρχαιοελληνικοί τάφοι, στους οποίους έχουν βρεθεί χρυσά και ασημένια στολίδια. Η αγροτική παραγωγή του νησιού είναι ανεπαρκής για την κατανάλωση του πληθυσμού. Το μόνο είδος που εξάγεται είναι ξυλεία, για ναυπηγική, ετήσιας αξίας £700

  Εντύπωση κάνει η αναφορά στις 120 μεγάλες πηγές του νησιού, αν κι αυτή που ονομάζει (Snow Spring), μου είναι άγνωστη. Κατά την άποψή μου ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να απέχει από την αλήθεια, αν αναλογιστώ πόσες πηγές μόνο στην περιοχή του Όθους που γνωρίζω, έχουν στερέψει εδώ και χρόνια. Αναφέρει μόνο επτά από τα δέκα χωριά κι αυτά με πολλά λάθη. Ορίζει τους Καρπάθιους ως τους πιο άθλιους από τους κατοίκους όλων των νησιών. Πιθανόν διότι μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού μετανάστευε ετησίως, από άνοιξη ως αρχές χειμώνα, για να βιοποριστεί, κάνοντας οικοδομικές εργασίες. Αναφέρει δε ότι οι συνέπειες του μεγάλου σεισμού του 1856, είναι ακόμα ορατές και τονίζει ότι οι κάτοικοι του νησιού δεν έλαβαν καμία σχετική αποζημίωση από την Υψηλή Πύλη. Μιλά για τους αρχαιοελληνικούς τάφους του νησιού, που όπως γνωρίζουμε, κίνησαν το ενδιαφέρον των διαφόρων περιηγητών, οι οποίοι ανέσκαφαν ανενόχλητοι το νησί κατά τον 19ο αιώνα και μετέφεραν τα ευρήματά τους στα Μουσεία των χωρών τους. Τέλος αναφέρει ως μόνο εξαγώγιμο προϊόν την ξυλεία, όπου η ποιότητα αυτής μας είναι γνωστή από αναφορές των παλιότερων.
Η αναφορά του  υποπρόξενου κ. Biliotti τώρα για την Κάρπαθο

  Η Κάρπαθος, αν κι έχει ευεργετηθεί με πλούσιους φυσικούς πόρους, βρίσκεται στην πλέον άθλια κατάσταση απ΄ όλες τις Σποράδες. Είναι γενικά λοφώδης, αλλά αρδεύεται καλά και είναι ευνοϊκή για τη γεωργία. Ωστόσο, οι ιθαγενείς επέτρεψαν για πολλά χρόνια οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις τους να καλυφθούν με δέντρα, τα οποία η κυβέρνηση διεκδικεί τώρα ως αυτοκρατορικά δάση. Οι κάτοικοι προτιμούν να μεταναστεύουν ετησίως, για αρκετούς μήνες, σε διάφορα μέρη της Τουρκίας και της Ελλάδας, όπου εργάζονται ως κτίστες, ξυλουργοί κ.λπ., αντί να ασχολούνται αποκλειστικά με τη γεωργία. Ένα γεγονός το οποίο αξίζει να σημειωθεί είναι, ότι ακόμη και στα πιο φτωχά νησιά εισάγονται βρετανικά υφάσματα αντί για μάλλινα και βαμβακερά είδη που ύφαιναν οι γυναίκες και που ήταν παλαιότερα τα αποκλειστικά ενδύματα τους.

  Απ' ότι καταλαβαίνουμε ο κ. Biliotti, δεν αντιμετωπίζει διόλου θετικά την Κάρπαθο, καθότι κι αυτός την κατατάσσει στην αθλιότερη κατάσταση απ' όλα τα νησιά των Σποράδων. Δεν αναφέρεται διόλου στην εκπαίδευση, αν και σχολεία υπήρχαν σε όλα τα χωριά την εποχή αυτή. Επίσης δεν παραθέτει κανένα στοιχείο για τον πληθυσμό του νησιού, σαν να μην τον ενδιαφέρει καθόλου το βασικό αυτό στοιχείο. Παρατηρεί ότι οι Καρπάθιοι μεταναστεύουν μια φορά τον χρόνο, είτε στην ελεύθερη Ελλάδα είτε στην Τουρκία, και ασχολούνται κυρίως ως οικοδόμοι. Μια παράδοση που ήταν ισχυρή  στο νησί μας, ως τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα. Τέλος του κάνει εντύπωση, ότι τα βρετανικά υφάσματα, βρίσκονται ακόμη και στα πιο φτωχά νησιά, σε αυτά κατατάσσει και την Κάρπαθο. Απ' ότι αντιλαμβάνομαι, αυτό που περίμενε να βρει ήταν μια γεωργική κοινωνία, όπου θα άκμαζε η οικοτεχνία, αγνοώντας όμως το γεγονός ότι το ιδιαίτερο κληρονομικό δίκαιο του νησιού, άφηνε πολλά τέκνα του νησιού εκτός κάθε δικαιώματος επί της γης, με αποτέλεσμα ως μόνη διέξοδό τους να βρίσκουν την μετανάστευση. 

    Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω, παρότι οι παραπάνω πληροφορίες σίγουρα είναι ελλιπείς, σε γενικές γραμμές η κατάσταση απ' ότι ξέρουμε, ήταν αυτή  τότε. Η Κάσος συσσώρευε πλούτο από την ανεπτυγμένη της ναυτιλία (αν έχεις την τύχη να επισκεφτείς παλιό Κασιώτικο σπίτι το αντιλαμβάνεσαι μεμιάς αυτό) ενώ η Κάρπαθος προσπαθούσε να επιβιώσει από τα διάσπαρτα κτήματα των κανακαρών και των κανακάρηδων* και τα έσοδα που έφερναν στο νησί οι περίφημοι κτιστάδες της. Και σίγουρα μια εξωστρεφής οικονομική δραστηριότητα όπως είναι η ναυτιλία, κάνει τους κατοίκους πιο ανεξάρτητους από μια κοινωνία, που στηριζόταν στην αγροτική οικονομία, με ένα σύστημα που όχι μόνο απέκλειε τα δευτερότριτα παιδιά της από αυτήν, αλλά και απαιτούσε από αυτά, ειδικά αν ήσουν ανύπανδρη αδελφή, να υπηρετείς την οικογένεια στην υπόλοιπη ζωή σου.

* Κανακαρά: Η πρωτοκόρη η οποία κληρονομεί όλη τη μητρική περιουσία.     Κανακάρης: Ο πρωτογιός, ο οποίος κληρονομεί όλη την πατρική περιουσία.  (Δες σχετικό άρθρο από τα Καρπαθιακά Νέα)

Η καταπράσινη Κάρπαθος των αρχών της δεκαετίας του 80,
από καρτ ποστάλ  του Γ. Παραγιού




Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Ο σεισμός του 1948 στην Κάρπαθο

  Στις 9 Φεβρουαρίου του 1948, έγινε ένας μεγάλος σεισμός στην Κάρπαθο, μεγέθους 7,3 ρίχτερ. Από τον τύπο της εποχής μαθαίνουμε ότι υπήρξαν ζημιές σε πολλά σπίτια  των Κάτω χωριών. Στις Πυλές, Όθος Βωλάδα και Απέρι κατέρρευσαν 52 οικίες, 137 υπέστησαν σοβαρές ζημιές και 113 ελαφριές ζημιές. Δεν υπήρξε κανένα ανθρώπινο θύμα. Πληροφορίες για τα χωριά της μεσαίας και βόρειας ζώνης του νησιού δεν υπάρχουν. Το αξιοσημείωτο είναι ότι 10 λεπτά μετά τον σεισμό σημειώθηκε ένα δυνατό τσουνάμι, το οποίο σάρωσε τα Πηγάδια σε βάθος περίπου 250 μέτρων αλλά και το Διαφάνι σε μικρότερο βαθμό.
(πληροφορίες: ΚΑΡΠΑΘΙΑΚΑ ΝΕΑ)
  Για καλή μου τύχη, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70, από την γιαγιά μου από την μεριά του πατέρα μου, μου δωρήθηκε ένα ντοκουμέντο, που αναφέρεται στα γεγονότα εκείνα. Βλέποντας την έφεση μου στα γράμματα, θεώρησε ότι θα ήμουν ο καταλληλότερος να το φυλάξω, και ποιος ξέρει, ίσως και να το αξιοποιούσα με κάποιον τρόπο κάποια στιγμή. 
  Πρόκειται για μια σειρά μαντινάδων, αγνώστου συγγραφέα, οι οποίες γράφτηκαν στην Αμερική ως απόηχος των όσων δραματικών έφταναν στα αυτιά των εκεί αποδήμων μας. Υπάρχει μια σαφής χρονική σειρά, από την φήμη και την εικασία, στις ειδήσεις και τις αναφορές από το νησί. Υπάρχει όμως και μια ξεκάθαρη απόσταση που χωρίζει πλέον τον Καρπάθιο μετανάστη που έχει γράψει τις μαντινάδες από την προγονική του γη. Πιθανότατα ο στιχοπλόκος είναι Οθείτης, δεν ξέρω αν η εγγραφή που έχω εγώ είναι η πρωτότυπη ή μεταγραφή. Σίγουρα όμως διαφαίνεται μέσα στους στίχους η αγωνία του μαντιναδόρου για την τύχη του νησιού του, άλλοτε αυτό γίνεται με πόνο κι άλλοτε με σκωπτικό τρόπο. Αναφέρει σχεδόν όλα τα χωριά της Κάτω Καρπάθου, για ανθρώπους που γνωρίζει και στο τέλος κάνει μια πρόταση, η οποία σήμερα μας κάνει τουλάχιστον να χαμογελάσουμε.
  Ας τις διαβάσουμε λοιπόν:

 Σεισμός μεγάλος έγινε και πήρε τα Πηγάδια
και τα χωριά σου Κάρπαθος εγίνανε κομμάτια.
Φόβος και τρόμος έπιασε όλους με την αράδα
το τέλος εφωνάξανε ήρτε μες την Ελλάδα.
Τέλος του κόσμου φώναξαν οι κάτοικοι με τρόμο
κι όλοι συγχωρεθήκανε και τρέχαν μες τον δρόμο.
Η Κάρπαθος μας έτρεμε ως τρέμει το καλάμι
κι η βουή που έβγαινε τρεμούλα τους επιάνει
και προς στιγμήν νομίζανε τέλος του κόσμου θάναι
και εσυγχωρεθήκανε και λέγαν τώρα πάμε.
'Ετρεμεν όλο το νησί και τρέμαν και οι δικοί μας
που τέτοια καταστροφή δεν είδε το νησί μας.
Όλοι οι Καρπάθιοι εφαίνοντο στα μούτρα λυπημένοι
πως το νησί μας σήμερον έρημος απομένει.
Βαπόρι ήρθεν κι έτρεχε κάτω που την Ελλάδα
βοήθεια τους έδωσε σ΄ όλους με την αράδα.
Και τώρα περιμένουμε κι ανυπομονούμε
να μάθουμε τα χάλια των και να τους λυπηθούμε.
Το πρώτον τηλεγράφημα Πυλών το Δημαρχείον
πως κατεστράφη το χωριό κι είναι νεκροταφείον.
Έρημες μείναν οι Πυλές τα σπίτια της επέσα
και σπίτι δεν απόμεινε άνθρωποι να μπούνε μέσα.
Εις την πλατείαν εις τ΄ Ακρί όλοι εμαζευτήκαν
την τύχη των εκλαίανε τα βάσανα που βρήκαν.
Και τώρα περιμένουμε ειδήσεις απού τ΄'Οθος
να δούμε τι απέγινε πουναι δικός μας πόθος.
Στα σίγουρα θε νάπεσε και το καμπαναριό μας
κακό μεγάλο θάγινε μέσα εις το χωριό μας.
Κι ο Κούπας πούναι δήμαρχος μέσα εις την Βωλάδα
έδινε θάρρος στο χωριό σ΄ όλους με την αράδα.
Τύχην κακή και κάψιμο ως καύγει το πιπέρι
γιατί έπεσεν ο Τσούλακας και πλάκωσε τ΄ Απέρι.
Έπεσεν η Μητρόπολης μαζί και τα σχολεία
εσύστηκεν ο Μοροούς μαζί και η Παναγία.
Ακούσαμε στις Μενεταίς μεγάλας απωλείας
επλάκωσε το χωριό ο Άγιος Ηλίας,
έπεσεν το καμπαναριό πούταν ένα στολίδι
εκεί που εγκρεμίσανε και τον Νικολαΐδη.
Οι Μενεδιάτες τρέξανε μακριά εις τον Αφιάρτη
γιατί εφοβηθήκανε κι άλλος σεισμός πως θάρθει.
Ας αφήσουμε τις Μενεταίς κι ας πάμε  στα Πηγάδια
την προκυμαία έκαμε χίλια δυο κομμάτια.
Και τρέξανε εις τα βουνά να σώσουν τη προβιά των
στ΄ ανάθεμα ελέγανε να πάνε τα καλά των.
Η θάλασσα εσκέπασε όλην την προκυμαία
τρία καΐκια σπάσανε με θάλασσα ραγδαία
κι ο Μικροπανδρεμένος  μας απούτον εις τα Πέρι
τώρα τον περιμένουμε χαπάρια να μας φέρει.
Γράμματα περιμένομε και ο καθείς να μάθει
ο Άης Παντελέμονας αν έχει κάτι πάθει.
Κι ο Δημελλάς επόθανε πούθε να στρονομίσει
πούθε να τρέξει στο χωριό για να ειδοποιήσει.
Κι ο Δημελλάς επόθανε απούθε να το νιώσει
κι είθε να τρέξει στο χωριό χαμπάρι για να δώσει.
Οι καταχρασταί του νησιού που κάνουν αμαρτίας
εφέραν τούτο το σεισμό και τας απελπισίας.
Αν είν και πλέει η Κάρπαθος και μέλλει να βουλιάξει
αφήστε την κακόμοιροι Καρπάθιοι να ρημάξει.
Πόσα αναστενάγματα, σταυροί και καρδιοκτύπια
να γίναν μέσα στις Πυλές σαν πέφτανε τα σπίτια.
Τώρα σ΄ αυτούς ο σύλλογος πρέπει να βοηθήσει
και δω τους Αμερικανούς να ερανολογήσει.
Ω καημένη Κάρπαθος αν θα χαθεί η φανιά σου
θε να χαθού τα γλέντια σου κι όλα τα έθιμά σου.
Πως θα βουλιάξει η Κάρπαθος μηχανικοί το ξέρουν
κι ακούσαμεν οι Έλληνες πως θα σας μεταφέρουν.
Αν είναι μεταφέρου σας παράπονο μεγάλο
μη πα και σας εβγάλουνε σε άλλο νησί επάνω.
Μεγάλη νάναι η στεριά καλά να στηριχθείτε
και ναν και μέρος καρπερό νάχει τροφή να ζείτε.
Ω πρόκριτοι των Μενετών καλά να το σκεφτείτε
γιατί δεν είναι Ιταλοί να αντιπαραταχθείτε.
Τώρα θε να το χάσουμε το Σούλι Μενεδιάτες
αν ξαναγίνει ένας σεισμός θα μείνομε στις στράτες.
Έμαθα πως ετρέξατε μακριά εις τον Αφιάρτη
γιατί εφοβηθήκατε κι άλλος σεισμός πως θάρθει.
Πιο όξω το Δεσποτικό το πήρανε τα κύματα
και τι λιμάνι θα γενεί με τα μισά τα χρήματα.
Και θα γλιτώσουμε κι μεις πο τα ερανολογήματα
γιατί τον λιμενοβραχίονα τον έφτιαξαν τα κύματα.
Και τα Πηγάδια σκέπασαν εμπρός στην παραλίαν
τέτοιο κακό οι κάτοικοι ούτε ήκουσαν ούτε είαν.
Λένε πως ήρθε το κακό τρεις που το μεσημέρι
κι ευχόμεθα εις τον Θεόν να μην το ξαναφέρει.
Τρεις ήτο απομεσήμερο  κ' εννεα του Φλεβγάρη
που χίμηξεν η θάλασσα την Κάρπαθο να πάρει.
Τούτο το 48 αξέχαστο θα μείνει
που κόντεψε την Κάρπαθο ψυχή να μην πομείνει.
η εικόνα δημιουργήθηκε με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης

Ο Πέτρος και η Μέλουρα αναποδογυρίσα
κι σπίτι μέσα στο χωριό να στέκει δεν εφήσα.
Εκαταστράφη το Όθος μας πούχε τα μεγαλεία
κι ας κλάψει κι ο Όμηρος πούκαμε τα σχολεία.
Εκλαίαν οι Οθείτισσες που χάσα τα καλά τους
κι στρώμα δεν επόμεινε να θώκουν τα παιδιά τους.
Άλλες ετρέξαν εις τις Στες κι άλλες στα μετόχια
και κλαίασι την τύχη των ως του σεισμού τη φτώχια.
Ήτο καλή η εποχή γιατί ΄χεν αμανίτες
και καλαούρους στα βουνά και τρώαν οι Οθείτες.
Ο Άη Γιώργης έπεσε μόλα τα σύγυρα του
ως κι ο Τσαμπούκης έμεινε στο δρόμο κ΄η κυρά του.
Στο Άλι κάτω ήκοψε κ΄έχει κατασκηνώσει
το Δράκο την Κανέλα του κι αυτούς τους έχει σώσει.
Και μόλις εξημέρωσε και ήρτε στα σύγκαλά του
στη Γιάφνη κάτω όρσαρε να εβ την αελά του.
Όλοι οι Δημάρχοι γράψανε κι ούλοι τηλεγραφήσαν
μόνο που τ΄ Όθος το χωριό δεν μας ειδοποιήσαν.
Δεν ξέρουμε τι έγινε τι νάναι η καταστροφή του
κι ο Χανιώτης Δήμαρχος τι νάναι η σιωπή του.
Γιατί δεν τηλεγράφησεν εδώ εις τους Οθείτες
να μας πει όλα καλά και μην ανησυχείτε.
Φαίνεται πως εχάσανε όλοι το ηθικό τους
εχάσανε τα φρένα τους μαζί και το μυαλό τους.
Ας περιμένει ο Όμηρος κι ογλήορα θα μάθει
άλλοι θα μας τα γράψουσι τ΄ Όθος τι έχει πάθει.
Το πρώτο γράμμα έφτασε απού τον Παπαδάκη
κι όσοι κι αν τ΄ ακούσασι τους πότισε φαρμάκι.
Τι νάναι τούτο το κακό πούπαθε το νησί μας
κι από το φόβο χάσαμε την εμισή ζωή μας.
Εφθάσανε τα γράμματα και μας ειδοποιήσαν
τα πάθη των εγράψανε και τα εξιστορήσαν.
Και το Γιαφάνι βούλιαξε καθώς και το Φοινίκι
η θάλασσα τα σκέπασε κ΄ είναι μεγάλη φρίκη.
Κοντάτωνε η Κάρπαθος όλη να βουλιάξει
κι αν έλθει κι άλλος και τα βουνά θα χάψει.
Κ΄ εμείς από την Αμερική που ανυπομονούμε
τραγούδια των εγράψαμε ως τους παρηγορούμε.
Αίτηση θε να κάνουμε εδώ στον πρόεδρό μας
να φέρει τους Καρπάθιους μας στο κράτος το δικό μας.
Μέσα στην Καλιφόρνια που έχει έκταση μεγάλη
εκεί θε νάρθει Κάρπαθος όλοι μικροί μεγάλοι.
Να την δεντροφυτέψετε αμπέλια και χωράφια
τα σπίτια σας θε να κτιστούν διαμάντια και χρυσάφια.
Κι αφήστε την Κάρπαθο ατού για να ρημάξει
γιατί θε νάρθει κι άλλος σεισμός κι θε να τη βουλιάξει.
Πολλά θαρρώ σας γράψαμεν κ' εδώ τα σταματούμε
κι έπεται συνέχεια άλλοτε να σας πούμε.
Κάρπαθος 2015



Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Γλυκύς Σεπτέμβρης

   Το είχα πει από καιρό, το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, ότι μόνο Σεπτέμβριο θα γύριζα στο νησί μου.

  Οι λόγοι προφανείς: Ξέρετε εσείς κανένα νησί που πορεύεται από τον τουρισμό, στο οποίο ο Ιούλιος ή ο Αύγουστος, μπορούν να σου εγγυηθούν ότι δεν θα ταλαιπωρηθείς τουλάχιστον;

  Έτσι και η Κάρπαθος! Παραλίες κατάμεστες στις οποίες θα πρέπει να βρίσκεσαι από νωρίς το πρωί, αν θέλεις να έχεις τύχη με κάποια ομπρέλα (κι αν είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις το αντίτιμο της βέβαια), πάρκινγκ που σε αναγκάζει να βάλεις χίλια δυο σημάδια για να θυμάσαι, που έβαλες τελικά το αυτοκίνητό σου, πλήθος κόσμου, που σου στερεί τη χαρά να δεις επιτέλους, αυτούς που πραγματικά θέλεις. Και δεν εννοώ να παραμείνεις σε έναν απλό χαιρετισμό, αλλά να μπορέσεις να ανταλλάξεις δυο κουβέντες παραπάνω, σαν άνθρωπος προς άνθρωπο. Είναι βλέπεις οι μήνες που ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστών αλλά και των μεταναστών, αναζητά να ζήσει το θερινό του όνειρο. Οι πρώτοι βάζουν στο στόχαστρο τους τις παραλίες, την παρούσα ακόμη παράδοση, την άγρια ομορφιά του νησιού. Οι δεύτεροι να ικανοποιήσουν έστω για λίγο τον Νόστο για την ιδιαίτερη Πατρίδα τους, να συμμετάσχουν σε χαρές και Πανηγύρια, να ανοίξουν και πάλι τα κλειστά τους σπίτια.

  Ο Σεπτέμβρης έχει άλλη χάρη!

  Έχει τη γλυκιά μελαγχολία του καλοκαιριού που φεύγει και την απατηλή προσδοκία ότι στο τέλος του, μπορεί να μας δώσει όσα δεν πρόλαβε πιο μπροστά. Σου δίνει τη χαρά να συναντάς και να συζητάς με ανθρώπους με τους οποίους στο παρελθόν σε έδεναν πολλά μαζί τους κι ο αχός του καλοκαιριού σας περιορίζει σε έναν χαιρετισμό κάποιων δευτερολέπτων. Τον μήνα αυτόν κανένας δεν βιάζεται, ότι βιάση υπήρχε εξαντλήθηκε στην κοσμοχαλασιά του Αυγούστου. 

  Αλλά και η φύση έχει μια ημερότητα, μια ηρεμία, που αληθινά σε ξεκουράζει. Τα μελτέμια έχουν εγκαταλείψει πλέον τον τόπο, η θάλασσα είναι ζεστή, παραδόξως σου δίνει την αίσθηση ότι είναι πιο ζεστή από το καλοκαίρι, ο πρωινός καφές στον παραλιακό με θέα το Επαρχείο, τη θάλασσα και το λιμάνι σου εγγυάται ένα καλό ξεκίνημα για την μέρα σου και η βραδινή σου βόλτα γίνεται πανηγύρι μιας κι όλοι οι παλιοί γνωστοί, δείχνουν απροκάλυπτα τη χαρά τους, που σε συναντούν και πάλι. Κι αυτό, πιστέψτε με, για μένα ήταν ιδιαιτέρως σημαντικό!

  Λίγα αυτά που απόλαυσα θα μου πείτε, μα νομίζω ιδιαιτέρως σημαντικά.

  Κλείνω με ένα φωτογραφικό αφιέρωμα από τις λίγες μέρες που ξέκλεψα για να βρεθώ και πάλι στην πατρώα γη, την αγαπημένη Κάρπαθο!


karpathos

Πρωινό στα Πηγάδια με θέα το Επαρχείο

Karpathos
Καρπάθιο Πέλαγος, θέα από ψηλά

Karpathos
Θέα προς τον κόλπο του Βρόντη και
την πρωτεύουσα του νησιού, τα Πηγάδια (Κάρπαθος)

Kasos
Θέα προς την γειτονική Κάσο

Karpathos
Παραλία στην Άφωτη


Karpathos
Άγιος Νικόλαος Αρκάσα, πριν το δειλινό.

Karpathos
Σε πρώτο πλάνο οι νέες ξενοδοχιακές μονάδες που φυτρώνουν σαν μανιτάρια
και στο βάθος, ψηλά, το Όθος, τόπος καταγωγής μου.

Aperi_Karpathos
Πανσέληνος από τη Μητρόπολη στο Απέρι.



















Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

Γεώργιος Κωστέτσος, ο τελευταίος χαλκιάς της Καρπάθου

  Το αφιέρωμα στον Γεώργιο Κωστέτσο, τον γείτονα μου, το πρωτοδημοσίευσα  στο διμηνιαίο περιοδικό "Παράδοση και Τέχνη", της Διεθνούς Οργάνωσης Λαϊκής Τέχνης, στο τεύχος Μαρτίου Απριλίου του 2001. Αφού το επιμελήθηκα εκ νέου, το δημοσιεύω και πάλι, στο ιστολόγιο μου αυτή τη φορά.  Ευχαριστώ τον γιό του, Μανώλη Κωστέτσο, τον καθηγητή Μανώλη Χατζηαντωνίου και τον αείμνηστο θείο μου Νίκο Σκούλλο, για τις άγνωστες σε μένα πληροφορίες που μου έδωσαν για τη ζωή του. Οι φωτογραφίες είναι από την φεϊσμπουκική ομάδα:  OTHOS"Αναγνώρισε τα πρόσωπα.Photo history of families

Georgios Kostetsos
Γεώργιος Κωστέτσος
  Τον ξέραμε όλοι στο χωριό. Λίγοι όμως από τη δική μου γενιά γνώριζαν για τη συμβολή του στην επιβίωση της Καρπάθου στα δύσκολα χρόνια του Πολέμου. Χρειάστηκε ο Νίκος ο Σκούλλος, από τους λίγους εναπομείναντες μιας γενιάς που έφυγε, να μας μιλήσει για τη σημασία του χαλκιά (σιδερά) τα χρόνια εκείνα. Ψάχνοντας το θέμα περισσότερο, κατάλαβα ότι εμείς οι νεότεροι οφείλουμε να περισώσουμε στη μνήμη μας τους τεχνίτες και επαγγελματίες του παλιού καιρού, όχι μόνο γιατί αποτελούν  μέρος της ιστορίας μας αλλά και διότι αυτοί οι άνθρωποι με την τέχνη τους έσωσαν από την πείνα τους συνανθρώπους τους σε δύσκολες περιόδους. Τέτοιοι ήταν ο μυλωνάς, που έκανε το στάρι αλεύρι, ο χτίστης του ξεροτρόχαλου, που συγκρατούσε τα λιγοστά χώματα στα νησιά μας, ο χαλκιάς που έφτιαχνε τα εργαλεία για να καλλιεργηθεί η γης.

  Μέχρι το 1992 ζούσε στο Όθος της Καρπάθου ο Γεώργιος Κωστέτσος, ο τελευταίος χαλκιάς του νησιού. Τον θυμάμαι κάθε πρωί ν΄ ανεβαίνει στο χαλτσαδιό(1) του και κάθε απόγευμα να κατεβαίνει κατάκοπος. Στα χέρια του συνήθως κρατούσε κάποια από τις δημιουργίες του. Εκεί στο δωματιάκι που ζούσε είχε ένα μπαούλο με αξίνες, σκαλιστήρια, τσάπες και ένα σωρό άλλα σιδερένια εργαλεία. Από όλα τα χωριά τον επισκέπτονταν για να διορθώσουν ή ν'  αγοράσουν κάποιο εργαλείο και τότε η πρωτότυπη αυτή έκθεση άνοιγε αμέσως και με καμάρι επιδείκνυε το εμπόρευμα του.

  Τον θυμάμαι μεγάλο σε ηλικία. Είχε περάσει τα ενενήντα, όταν πέθανε. Γεννήθηκε το 1902 όπως έγραφε η ταυτότητά του, εκείνος όμως υποστήριζε ότι το πραγματικό έτος γέννησης του ήταν το 1898. Κι όμως λίγα χρόνια πριν πεθάνει, ακόμα δούλευε. Μόνος του δούλευε το φυσερό για να δυναμώσει η φωτιά και στη συνέχεια χτυπούσε αλύπητα το πυρωμένο σίδερο στο αμόνι για να του δώσει σχήμα. Δύσκολη δουλειά μα ήταν δυνατός άντρας. Έχουν να διηγούνται στο χωριό: Προπολεμικά, όταν χτιζόταν το Δημοτικό Σχολείο, κάτω στα Πηγάδια - το λιμάνι του νησιού- έφτασαν τα ξύλα για τη στέγη και τα πατώματα. Όλοι οι άντρες κατέβηκαν για να βοηθήσουν στη μεταφορά τους. Τα δοκάρια όμως είχαν μεγάλο μήκος και δεν μπορούσαν να φορτωθούν στα ζώα. Τότε αποφάσισαν να τα μεταφέρουν στον ώμο. Δύο δύο οι άντρες φορτώνονταν τα δοκάρια και διένυαν την απόσταση των 5 χιλιομέτρων περίπου για να ανέβουν στο υψόμετρο των 530 μέτρων που βρίσκεται το χωριό. Μόνο ο Γιώργης ο Κωστέτσος την έκανε αυτή τη μεταφορά μόνος του και μάλιστα δυο φορές την ημέρα.

Georgios Kostetsos the last Blacksmith
Ο Κωστέτσος στο Χαλτσαδιό του

  Σε μικρή ηλικία βρέθηκε στην Μικρά Ασία, στην περιοχή της Σμύρνης. Σε ντόπιο μάστορα έμαθε την τέχνη του χαλκιά. Ακολούθησε τη φυγή των Ελλήνων κατά την Μικρασιατική Καταστροφή. Μάλιστα έφυγε μια μόλις μέρα πριν την είσοδο των Τούρκων στην Σμύρνη, παρά τις παραινέσεις του αφεντικού του να παραμείνει για μία μέρα ακόμα ( κανένας δεν πίστευε στην Καταστροφή). Επέστρεψε στην Κάρπαθο και μπήκε βοηθός σε ντόπιους μαστόρους. Στο Νικολή το Χαλκιά και τον Πολυχρόνη Χανιώτη. Δεν ήταν ικανοποιημένος όμως ούτε από τις απολαβές, ούτε από την εργασία. Έτσι ανοίγει δικό εργαστήριο στις Πυλές. Δεκαοχτώ χρόνια το κράτησε ανοιχτό. Στη συνέχεια ανοίγει χαλτσαδιό στο χωριό του, στης Ευαγγελίας το σπίτι, κοντά στην Παναγία. Εκεί έμεινε ως την πρώτη πενταετία του 1950. Τότε μεταφέρει το εργαστήριο του στη Μέλλουρα, εκεί όπου τον γνωρίσαμε εμείς οι νεότεροι.

 Στην περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν αποκλείστηκε το νησί και τα καράβια έπαψαν να μεταφέρουν τρόφιμα, οι κάτοικοι ως μόνο τρόπο επιβίωσης βρήκαν την καλλιέργεια της λιγοστής γης. Χρειάζονταν εργαλεία. Καλοσυντηρημένα εργαλεία. Και η πρώτη ύλη ήταν λιγοστή. Τότε φάνηκε η αξία του ντόπιου τεχνίτη. Και ο καλύτερος ήταν ο Κωστέτσος. Έκανε συμφωνία με τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους. Θα τους επιδιόρθωνε τα εργαλεία που θα χρειάζονταν για μια πλήρη καλλιεργητική περίοδο και αυτοί θα τον πλήρωναν σε είδος. Οι γεωργοί τέσσερα πινάκια γεννήματα. (Το πινάκι ήταν δοχείο-μονάδα μέτρησης όγκου, του Κωστέτσου ήταν λίγο μεγαλύτερο.) Οι κτηνοτρόφοι, βούτυρο, δρίλλα, κρέας. Οι σκαφιοί(2) χρήματα. Τίποτα δεν έλειψε από το σπίτι του τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Πολλές φορές ήταν το μόνο σπίτι που είχε βούτυρο, το οποίο έδινε σε κάποιον ασθενή ως γιατρικό. Δούλεψε όμως πολύ σκληρά τότε, το επέτρεπε πέρα από την ισχυρή του κράση και η ηλικία του. Από τα ξημερώματα ως αργά τη νύχτα. Οι ανάγκες ήταν μεγάλες. Έφτιαχνε τα πάντα, από υνιά ως κλειδαριές. 

 Του έφερναν σκασμένα βλήματα και αυτός τους έφτιαχνε τα εργαλεία. Για κάρβουνο φρόντιζε ο ίδιος. Έπαιρνε άδεια από τους κατακτητές Ιταλούς κι έκοβε πεύκα. Στις Μισσάθες κατασκεύαζε τον καρβουνόλακο. Έκοβε ξύλα και τα στοίβαζε μέσα σε αυτόν, τα σκέπαζε με κοσκινισμένο χώμα και τα "έκαιγε" δημιουργώντας το κάρβουνο. Όταν ήταν έτοιμα τα μετέφερε με μουλάρια στο χαλτσαδιό του.

 Ατυχήματα είχε. Κάποτε του καρφώθηκε στο χέρι το πίσω μέρος ενός δρεπανιού. Τα φάρμακα ανύπαρκτα. Η δημώδης ιατρική συνέστησε έναν κόκορα βραστό σε καθημερινή βάση. Το ξεπέρασε γρήγορα. 

 Τον θυμάμαι ακόμη, να παίζει τάβλι στο καφενείο. Αληθινή πρόκληση για όποιον είχε το θάρρος να τα βάλει μαζί του. Ανίκητος. Στο χωριό ακόμα λένε για ένα αναπόφευκτα χαμένο διπλό παιχνίδι: "Αυτό δεν το κόβει ούτε ο Κωστέτσος".

 Κρίμα που η γενιά μου, δεν είχε την προνοητικότητα να περισώσουμε το φυσερό του, το αμόνι του, το εργαστήρι του. Πράγματα που κάποτε τα θεωρούσαμε ασήμαντα, σήμερα στην εποχή της αλματώδους ανάπτυξης θα μας συνέδεαν με το παρελθόν μας. Τουλάχιστον με τη βοήθεια της μνήμης ας κάνουμε αυτό το ταξίδι, στη δύσκολη ζωή των παλαιοτέρων γενιών από εμάς. Όχι νοσταλγώντας την αλλά για να διδαχθούμε από τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τις δυσχέρειες της εποχής τους.  

Φυσερό ή Φυσούνα σιδερά, λαογραφικό Μουσείο Καλλιμασίας Χίου. Το φυσερό του Κωστέτσου ήταν διαφορετικό, μοναδικό από μια πρόχειρη έρευνα που έκανα, δυστυχώς δεν διασώθηκε.

(1) χαλτσαδιό: σιδερουργείο

(2) σκαφιοί: σκαφτιάδες

Κάρπαθος

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

Κοιτώντας προς την θάλασσα

 

   Ό Μιχάλης αλαφιασμένος έστειλε το SMS με το νούμερο 6, έπρεπε οπωσδήποτε να βγει από το σπίτι του, η όλη κατάσταση είχε αρχίσει να τον κτυπά στα νεύρα και μόλις είχε τσακωθεί για μία ακόμα φορά με τα παιδιά του. Ευτυχώς και η γυναίκα του, που κρατούσε τα μπόσικα στο σπίτι κι έστεκε ακόμα όρθιο. Εκείνος, με τρεις μήνες κλειστό το μαγαζί του, μια μικρή ψησταριά στο χωριό που έμεναν, στον Βράχο της Παναγίας, είχε φτάσει στα όρια του. Τα χρήματα τους είχαν σχεδόν τελειώσει, οι υποχρεώσεις έτρεχαν, η τηλεόραση που όλη μέρα έπαιζε τον τρέλαινε και κανένας δεν έδειχνε να τον καταλαβαίνει. Ειδικά τα παιδιά του. Κλεισμένα στα δωμάτια τους, συνέχεια με το κινητό στο χέρι, είτε έκαναν μάθημα είτε χάνονταν με τις ώρες στη γειτονιά με τους άλλους συνομήλικους τους. Άλλη ώρα μαζευόταν η Μαρία του άλλη ο Δημήτρης του. Κι εκείνος εκεί, άπραγος, μην έχοντας πουθενά να πάει, ενώ η γυναίκα του συνεχώς κάτι έκανε, μαγείρευε στην κουζίνα, τακτοποιούσε τα υπνοδωμάτια, έριχνε νερό στα μπαλκόνια, στριφογύριζε την σκούπα στα πόδια του. 
   Μπήκε στο αυτοκίνητο και κατέβηκε προς την θάλασσα, προς τα αγαπημένα του Πηγάδια. Πόσο καιρό είχε να δει την θάλασσα αναρωτήθηκε. Από το καλοκαίρι απάντησε ο ίδιος, κι αυτές δυο τρεις φορές μόνο. Πού χρόνος για μπάνια με την ταβέρνα καλοκαιριάτικα, αφού οι απανταχού διωγμένοι συγχωριανοί του μαζεύονταν στο χωριό και τον κρατούσαν ανοιχτό ως το μεταμεσονύχτιο πέρασμα στην άλλη μέρα. Πάρκαρε το αυτοκίνητο του στην άκρη της μικρής τους παραθαλάσσιας πόλης. Ο ήλιος που πλησίαζε στην δύση του, την έδειχνε απόκοσμα άδεια, ακίνητη, αν ήταν ημέρα καραβιού τότε ίσως να έβλεπε και κανέναν άνθρωπο. Άνοιξε το ντουλαπάκι δίπλα του κι έβγαλε μια μάσκα, χρησιμοποιημένη ξανά και ξανά, που να τον βρει αυτόν το κακό εδώ πέρα μονολόγησε και την πέρασε κάτω στο πηγούνι του. Βγήκε και προχώρησε προς το αλιευτικό καταφύγιο ενώ η δροσερή αύρα του Φλεβάρη με την αλμύρα της θάλασσας τον ανάγκασαν να πάρει μια βαθιά ανάσα ανακούφισης. Τότε η ματιά του έπεσε σε κείνο το σκαρί, που γερμένο στην άκρη της παραλίας, σάπιζε αργοπεθαίνοντας. Χρόνια ήταν εκεί, ποτέ δεν τον τσίγκλησε η εικόνα του, παρά μόνο σήμερα. Πλησίασε. Ήξερε τίνος ήταν και θυμόταν πολύ καλά την ημέρα εκείνη, τότε που όλοι οι κάτοικοι της μικρής τους κωμόπολης, μαζί και η πιτσιρικαρία του μικρού τους νησιού είχε μαζευτεί στην άκρη του μόλου περιμένοντας το πολύτιμο φορτίο του, μαζί τους κι εκείνος.

 
Το 74 ήταν, στα γεγονότα της εισβολής στην Κύπρο μας, τότε που στο ξεψύχισμα της η Χούντα επιστράτευε την Πατρίδα μας προσπαθώντας να περισώσει ότι μπορούσε από την απίστευτη προδοσία της. Οι άντρες των χωριών είχαν ανοίξει τα φυλλάδια εκστρατείας τους, οι μανάδες τους κλαίγανε στις πλατείες αποχαιρετώντας τους, τα ΤΕΑ είχαν πάρει θέσεις κοντά σε κάποιες παραλίες, επιβλήθηκε γενική συσκότιση και το ραδιόφωνο μετέδιδε συνεχώς πολεμικά εμβατήρια και ανακοινωθέντα, ο κόσμος άδειασε τα μπακάλικα της πόλης. Λόγω της εγγύτητας του νησιού με την Κύπρο έπιαναν το κρατικό ραδιόφωνο της Κύπρου, το Ρ.Ι.Κ., κι έτσι οι κάτοικοι από πρώτο χέρι ήξεραν τι πραγματικά συνέβαινε ακούγοντας την σπαρακτική φωνή του εκεί εκφωνητή. Κάποιοι λίγοι επίστρατοι φάνηκαν στο νησί, Αθηναίοι οι περισσότεροι. Και τότε φάνηκε η πραγματική γύμνια του κράτους που ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις φαμφαρονικές εκδηλώσεις των δικτατόρων. Τους έστειλαν με τα ρούχα που είχαν φύγει από το σπίτι τους και άοπλους. Αλλά και οι δικοί μας, δεν πήγαιναν πίσω. Ο βασικός τους εξοπλισμός ήταν το Lee- Enfield, όπλο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με βεληνεκές μόλις στα 200 μέτρα. Όσο για τις επικοινωνίες μεταξύ τους ανύπαρκτες, ούτε με ταχυδρομικά περιστέρια.

  Οι αρχές του τόπου επικοινώνησαν με το κέντρο, αλλά μέσα στον γενικό χαμό, που να βρεθεί άνθρωπος να τους δώσει κάποια απάντηση. Κάποια στιγμή, τους λένε: «Εξοπλισμό και όπλα έχουμε στην Ρόδο αλλά δεν έχουμε τρόπο να σας τον στείλουμε.» Συσκέπτονται τότε οι αρχές και αποφασίζουν να στείλουν αυτοί, ένα δικό τους καΐκι. Το καλύτερο το είχε ο Κριεζής, μάλλον παρατσούκλι πρέπει να ήταν αυτό. Τον καλούν στην δημαρχία, παρόντες εκτός του Δημάρχου, ο Δεσπότης, ο διευθυντής της Χωροφυλακής κι ένας Λοχαγός που μέσα του αναθεμάτιζε την ώρα, καθότι ο μόνος που μπορούσε να καταλάβει πραγματικά τι γινόταν. Ο Κριεζής μπήκε αγέρωχος, έτσι και αλλιώς αυτός ζούσε τον καθημερινό του πόλεμο με τα κύματα και την αλμύρα και η ελληνική σημαία στο κατάρτι του πάντα κυμάτιζε. Οι γαλονάδες και οι εξουσίες δεν ήταν ποτέ του γούστου του. Του εξήγησαν τι ήθελαν να κάνει, του έδωσαν την απόφαση να την κρατά για το επίσημο του πράγματος κι εκείνος δίχως δεύτερη σκέψη αρματώθηκε για το ταξίδι και ξεκίνησε την ίδια μέρα κιόλας.

Οι μέρες περνούσαν κι όλοι οι κάτοικοι του νησιού, ότι κι αν έκαναν, κάποια στιγμή σταματούσαν και κοίταζαν προς το πέλαγος, μήπως και φανεί ο Κριεζής. Μέχρι μια βδομάδα ήταν ο εύλογος χρόνος για να πάει και να έλθει, να κάνει τις αναγκαίες συνεννοήσεις και να φορτώσει. Τις τελευταίες της μέρες, όλο και περισσότεροι ήταν εκείνοι που μαζεύονταν στο λιμάνι κοντά περιμένοντας τον σωτήρα τους. Δεν μιλώ για την οικογένειά του, ποιος ξέρει τι αγωνία τράβηξαν οι άνθρωποι; Μέχρι που αργά το σούρουπο της έβδομης μέρας, το σκαρί του φάνηκε από το Τραοπήδημα και όρτσαρε προς το λιμάνι. Σε λίγο, πριν το καταλάβουμε καλά καλά, στην άκρη του μόλου, δίπλα μας ακριβώς και ο Δήμαρχος με το λευκό του κουστούμι, ο Δεσπότης με την βαριά του ποιμαντορική ράβδο, ο διευθυντής της χωροφυλακής με το απαστράπτων θυρεό του και ο Λοχαγός, σκονισμένος και κατάμαυρος από την αγωνία και το εικοσιτετράωρο τρέξιμό του. Το καΐκι όλο και πλησίαζε και οι πιτσιρικάδες πυκνά και τακτικά ξεφωνίζαμε επιφωνήματα επιδοκιμασίας για τον ήρωα που γύριζε σώος από την αποστολή του. Όταν πια πλησίασε και μπορούσαμε να διακρίνουμε τα πρόσωπά τους, τον είδαμε τον Κριεζή, όρθιο στην πλώρη, με το ένα χέρι κρατούσε το ξάρτι που έδενε το ακρόπρωρο με το κατάρτι και με το άλλο τους χαιρετούσε δίνοντάς την είδηση ότι η αποστολή του είχε επιτευχθεί. Αμέσως οι χωροφύλακες μας έσπρωξαν όλους προς τα πίσω και ένα στρατιωτικό φορτηγό με μια εξάτμιση που κάπνιζε σαν τρένο του παλιού καιρού, πλησίασε δίπλα στο καΐκι που μόλις είχε δέσει. Σε κανέναν δεν είπαν τι τελικά είχε καταφέρει να φέρει ο Κριεζής, έτσι κι αλλιώς σε λίγες ημέρες, η δικτατορία έπεσε, ακολούθησε η δεύτερη εισβολή, τα κόμματα άρχισαν να μιλάν και πάλι, που καιρός για τέτοια.
 
    Αυτά σκεφτόταν ο Μιχάλης και οι αναμνήσεις του μπερδεύονταν με την ζοφερή πραγματικότητα των ημερών. Κι ένα αίσθημα πνιγμού του έκλεισε για λίγο τον λαιμό. Φοβόταν. Όσο κι αν ήταν μικρός τότε και όλα στο μυαλό του φάνταζαν σαν ένα παράξενο πανηγύρι, ο φόβος του βγήκε πολλές φορές μεγαλώνοντας. Οι εντάσεις με την γειτονική χώρα ποτέ δεν έπαψαν και εκείνος κάθε φορά, το πρώτο που κοίταζε ήταν το πέλαγος που απλωνόταν μπροστά τους. Η καθαρότητα του τον ησύχαζε. Αν φαινόταν κανένα δικό μας πολεμικό, ήξερε ότι κάτι συνέβαινε αλλά ένιωθε ότι κάποιος ήταν εκεί για τον προφυλάξει. Σήμερα δεν ήξερε ποιος τον φύλαγε και από τι. Ένας ιός, σκότωσε πολλούς στην υπόλοιπη Ελλάδα λένε τα δελτία συνεχώς κι εκείνος εύχεται μόνο να μην είναι έτσι τα πράγματα, τα δελτία να υπερβάλλουν. Βλέπει τα παιδιά του να χάνονται όλη την μέρα σε μια οθόνη και τα απογεύματα να εξαφανίζονται με τους φίλους τους. Βλέπει το μαγαζί του κλειστό, δίχως κανένα άλλο εισόδημα, πέρα από κάποιο επίδομα που πήρε και τα οι λογαριασμοί να μένουν απλήρωτοι. Βλέπει την γυναίκα του στο σπίτι. Ποτές μέχρι τότε δεν είχε αντιληφθεί τον καθημερινό της αγώνα για να μένει το σπίτι τους όρθιο. Βλέπει τις ρυτίδες στο πρόσωπό της και μετά κοιτάζεται και αυτός στο καθρέπτη, όλο και πιο συχνά μένει πια αξύριστος, και αναρωτιέται που πήγαν τα νιάτα τους. Η ανεμελιά τους. Κοιτάζει ξανά το παροπλισμένο σκαρί που βρίσκεται μπροστά του και αισθάνεται ακόμα πιο έντονα την δική του αχρηστία. Κοιτάζει για μια ακόμα φορά την θάλασσα που μπλαβίζει πια, μα δεν βλέπει κανέναν να τον παρηγορήσει από την μεριά της. 
   Το βράδυ στο σπίτι τους, όταν πια είχε μαζευτεί όλη η οικογένεια του, χαρούμενα και ανέμελα τα παιδιά του, η γυναίκα του λιγομίλητη όπως πάντα να προσπαθεί να τους ευχαριστήσει όλους, τους διέκοψε από τις δικές τους σκέψεις και ζήτησε να τον ακούσουν για λίγο. Με ήρεμο τρόπο τους εξήγησε την κατάσταση που βρίσκονταν, ζήτησε από τα παιδιά του να καταλάβουν ότι κάποια πράγματα μπορεί να άλλαζαν προς το χειρότερο για όλους τους, πρόσκαιρα τους καθησύχασε, μέχρι να σταματήσει όλο αυτό το κακό που τους είχε πάρει από κάτω. Δεν ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξος ότι το καλοκαίρι που περίμεναν θα ήταν καλύτερο από το προηγούμενο και ότι άλλη λύση δεν είχε από να φτιάξει ξανά από την αρχή του κτήμα του πατέρα του, στο Λάι. Αρκετές ελιές είχε, ένα κομμάτι κληματαριά και μέρος για κήπο. Ήξερε ότι θα είχε πολύ δουλειά μπροστά του, χρόνια εγκαταλειμμένο είχε αγριέψει και τα αγριόχορτα το έπνιγαν, αλλά δεν μπορούσε πια να στηριχτεί στην ταβέρνα τους. Θα την δούλευε το καλοκαίρι, τότε τους έδινε αρκετά, αλλά τον χειμώνα δεν μπορούσε να σκλαβώνεται εκεί, για δυο τρία ποτά, που έδινε την ημέρα και τα ρεύματα να καίνε. Θα ξεκινούσε από την επομένη κιόλας. Τα παιδιά του σιώπησαν αμήχανα κοιτάζοντας μια αυτόν και μια την μάνα τους. Και τότε εκείνη αφού καθάρισε τα χέρια στην ποδιά της, ήλθε και κάθισε δίπλα του, τον πλησίασε στο μάγουλο και τον φίλησε τρυφερά, πράγμα που είχε πολύ καιρό να κάνει.
   «Κι εγώ Μιχάλη! Κι εγώ μαζί σου! Καλύτερα στο κτήμα δίπλα σου, ότι χρειάζεσαι βοήθεια να στην δίνω, παρά εδώ μέσα! Πάντα μαζί σου δεν ήμουν; Καλύτερα εκεί στον καθαρό αέρα, έξω παρά εδώ μέσα. Μπάφιασα κι εγώ Μιχάλη μου όλη μέρα εδώ μέσα! Δεν το αντέχω άλλο!» κι έπεσε στην αγκαλιά του με αναφιλητά. 

Αυτή είναι η συμμετοχή μου, στην μίνι συγγραφική σκυτάλη#1 του 2021, που οργανώνει με πάθος η Μαίρη από το μπλοκ ΓΙΗΝΗ ΜΑΤΙΑ και την ευχαριστώ για την όλη προσπάθεια της.

Κάρπαθος

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Παραδοσιακό Καρπάθου σε υπέροχη διασκευή


   Μία από τις καλές εκπομπές της ΕΡΤ, είναι το Μουσικό κουτί με τον Νίκο Πορτοκάλογλου και την Ρένα Μόρφη.

  Μία δίωρη μουσική εκπομπή, με φοβερή ζωντάνια και η οποία μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καταξιωμένους Έλληνες καλλιτέχνες δίπλα δίπλα με νεότερους αλλά εξίσου ταλαντούχους. Κι οπωσδήποτε δεν πρέπει να αγνοήσω την φοβερή μουσική ομάδα που τους πλαισιώνει της οποίας την μουσική διεύθυνση έχει ο Γιάννης Δίσκος.

  Στην τελευταία τους εκπομπή καλεσμένοι τους ήταν η Μάρθα Φριντζήλα και η Μαρία Παπαγεωργίου. Η πρώτη γνωστή ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και ερμηνεύτρια που δεν φοβάται να πειραματιστεί για το καινούριο και η δεύτερη μια νέα χαρισματική καλλιτέχνιδα.  Τραγούδησαν  πολλά και διαφορετικά τραγούδια, αλλά σε αυτήν μου την εγγραφή, θα σταθώ σε ένα παραδοσιακό της Καρπάθου, την Μηλιά.  


 Το τραγούδι αυτό, η Μάρθα Φριντζήλα το διασκεύασε και τραγούδησε η ίδια πριν από αρκετά χρόνια, αλλά η από κοινού του εκτέλεση με την Παπαγεωργίου, το απογείωσε.  Ξεκινά με ένα δίφωνο Ηπείρου, συνεχίζει με το γνωστό από την παράδοση τραγούδι της Καρπάθου, σταθερά ανεβάζει τέμπο και  μετατρέπεται σε ένα διονυσιακό πανηγύρι αγάπης και έρωτα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πορτοκάλογλου δάκρυσε, λέγοντας: "Αυτά συμβαίνουν, όταν τα τραγούδια έρχονται από την βαθιά σπηλιά του χρόνου". Πραγματικά υπέροχο!

 Η διασκευή αυτή αποτελεί ένα θαυμάσιο παράδειγμα, που μας επιβεβαιώνει την δύναμη των θησαυρών της παράδοσής μας, οι οποίοι στα χέρια άξιων δημιουργών, μπορούν να σπάσουν τα στενά τοπικά όρια με τα οποία συνήθως τα συνδέουμε και να ακουμπήσουν σε ένα πολύ μεγαλύτερο ακροατήριο.

Για όσους θέλουν και τους στίχους πρόχειρους για να παρακολουθήσουν πιο εύκολα το τραγούδι, τους παραθέτω παρακάτω, αφού έχω διαχωρίσει τα τσακίσματά του:

Μέσα στου Νέκρου το μάτι
δέντρα βλέπω και πουλιά        ( εισαγωγή )

Μηλιά μου μες τον εγκρεμό          αϊντες καλέ
Τα μήλα φορτωμένη
Αχ τα μήλα σου λυμπάτε η Παναγιά
Τα μήλα σου λιμπίζομαι  
Τα μήλα σου λιμπίζομαι                αϊντες καλέ
Μα το γκρεμό φοβούμαι
Κι αν τον φοβάσαι,                          μα την Παναγιά
Κι αν τον φοβάσαι τον γκρεμό,
κι αν τον φοβάσαι τον γκρεμό      αϊντες καλέ
Έλα το μονοπάτι
Το μονοπάτι                                       μα την Παναγιά
Το μονοπάτι μ ήβγαλε 
το μονοπάτι μ ήβγαλε                     αϊντες καλέ
σε ένα ερημοκλήσι
Απου δε βρίσκεται                            μα την Παναγιά
Απου δε βρίσκεται ο παπάς
απου δε βρίσκεται ο παπάς            αϊντες καλέ
για να το λειτουργήσει
Κι ένα μνήμα                                      μα τη Παναγιά
Κι ένα μνήμα παράμνημα
κι ένα μνήμα παράμνημα                αϊντες καλέ
ξεχωριστό από τα άλλα
Δεν το `δα και το                               μα τη Παναγιά
Δεν το `δα και το πάτησα
Δεν το `δα και το πάτησα                αϊντες καλέ
απάνω στο κεφάλι
Ποιος είναι απού με                          μα την Παναγιά
Ποιος είναι απού με πάτησε
Ποιος είναι απού με πάτησε           αϊντες καλέ
Απάνω στο κεφαλι
Απού μουνα                                         μα τη Παναγιά
Απού μουνα να αρχοντόπουλο        αϊντες καλέ
Μεγάλου ρήγα εγγόνι


Κάρπαθος

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Κάποτε στη Γυνατού

  Τη θυμάμαι καλά εκείνη τη χρονιά. Τη θυμάμαι διότι θα ξεπερνούσα επιτέλους, την μέχρι τότε άρνηση των γονιών μου να ακολουθήσω την παρέα μου στη πανηγύρι της Γυνατούς. 

 “ Είναι μακριά, θα κουραστείς, η στράτα είναι επικίνδυνη, δεν υπάρχει μέρος για να κοιμηθείς” ήταν τα επιχειρήματά τους.
  Κάθε χρόνο, την επομένη της εξόρμησης αυτής και για πολλές ημέρες ακόμα, άκουγα από τους φίλους μου, για ένα μονοπάτι, που σε κάποια σημεία του έχασκε ακριβώς δίπλα του ένας τεράστιος γκρεμνός, τον οποίο ήταν προτιμότερο να το περάσεις καβάλα πάνω σε κάποιο ζώο, το οποίο σίγουρα δεν θα έχανε τα βήματα του. Άκουγα για τις αυτοσχέδιες καλύβες που έφτιαχναν μέσα στα σκίνα για να κοιμηθούν, για την Κούφη που οι μεγαλύτεροι κοιμούνταν, για το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας, που το χωριό το θυμόταν κάθε Σεπτέμβρη. Μα κυρίως αυτό που συζητούσαν όλοι, ήταν ποιος είχε κατορθώσει να “πουδιάσει” τον άλλο, να του περάσει δηλαδή μια θηλιά στα πόδια την ώρα που κοιμόταν και να τον σύρει προς τα κάτω, προς την κατηφόρα που σχημάτιζε το έδαφος στη πλαγιά του βουνού, σίγουρα τρομάζοντάς τον, μερικές φορές προκαλώντας του και κάποια τραύματα. Έτσι ήταν τότε. Ήμαστε σκληροί, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, γνωρίζαμε όμως ότι έτσι παιζόταν το παιχνίδι της ενηλικίωσης μας.
  Κάθε χρόνο κάκιωνα με τους δικούς μου, που μου αρνούνταν να συμμετάσχω σε αυτή την περιπέτεια, την οποία με τόσο ενθουσιασμό περιέγραφαν όλοι οι συνομήλικοί μου. Μέχρι εκείνη τη χρονιά! Την παραμονή των γενεθλίων της Παναγίας, μετά το μεσημεριανό φαγητό, ανέβηκα στο σπίτι του παππού, με ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο προμήθειες και μια βαριά κουβέρτα, για να δανειστώ τον γάιδαρό του. Από το καλοκαίρι τον είχα προετοιμάσει και δεν σήκωνα κουβέντα σε αυτό, ότι τον γάιδαρο θα τον έπαιρνα εκείνη τη χρονιά. Ένα ήρεμο, δυνατό ζώο το οποίο θα με μετέφερε ως εκεί με την παρέα μου. Ο παππούς μου φρόντισε να μου υπενθυμίσει όλα τα “χούδια” του ζώου, με βοήθησε στο σαμάρωμα, μου έδειξε πως θα το στερεώσω σωστά στο ζώο, φορτώσαμε τα πράγματα μου μαζί και λίγο άχυρο για το φαγητό του ζώου, μου ζήτησε να καρφώσω το καζίκι(1) του καλά, σε στέρεο έδαφος, μην τύχει και το σύρει τη νύχτα και τον ψάχνουμε την άλλη μέρα.
  Όταν τελείωσαν όλες οι συμβουλές, με αποχαιρέτησε με φανερή την αγωνία στο πρόσωπό του. Τον αποχαιρέτησα βιαστικά, καβάλησα το ταλαιπωρημένο από τη δουλειά τόσων χρόνων ζώο και κατέβηκα την κατηφόρα με τα τσιμεντένια σκαλιά προς την έξοδο του χωριού. Εκεί, περίμεναν και οι υπόλοιποι, όλοι καβάλα με τον παραδοσιακό τρόπο, γυρισμένοι προς τη μια μεριά του σκληρού σαμαριού, έτοιμοι να πηδήξουν κάτω όποτε η ανάγκη το έφερνε.
Και ξεκινήσαμε τη διαδρομή μας. Ένα εφηβικό καραβάνι, γεμάτο ορμή και νιάτα, το οποίο εκείνη την ώρα σήκωνε το βάρος, χωρίς να το ξέρει, της ιστορίας του χωριού μας. Θα πατούσαμε εκείνο το αρχαίο μονοπάτι, το οποίο ακολούθησαν οι πρόγονοι μας, πριν από χρόνια, για να φτάσουν στη σημερινή θέση του χωριού μας, μακριά από τη θάλασσα για να γλιτώσουν από τις επιδρομές των Σαρακηνών, που εξουσίαζαν τη Μεσόγειο. Η περιοχή των Εΰρων, αποτέλεσε για πολλά χρόνια ο ενδιάμεσος σταθμός σε αυτή τη διαδρομή τους. Σκληρός τόπος, η καλλιεργήσιμη γη λιγοστή και δυσκολοδούλευτη, μα είχε το πλεονέκτημα ότι ήταν αόρατη από τη θάλασσα. Μόνο από εκεί που βρισκόταν το εκκλησάκι της Παναγίας, μπορούσες να την δεις, κάτω, μακριά να αφρίζει τον περισσότερο καιρό.
  Περάσαμε από τα Κόνια, αφήσαμε τον αμαξιτό δρόμο και μπήκαμε στο χαραγμένο στην επιφάνεια του βουνού, μονοπάτι. Σε κάποια σημεία, εκεί που ο δρόμος πλάταινε ελάχιστα, γίνονταν τα προσπεράσματα. Τσιγκλώντας τα ζώα μας, προσπαθούσαμε να αιφνιδιάσουμε τον προπορευόμενο σε εμάς, περνώντας δίπλα του, τις περισσότερες φορές ακουμπώντας τον. Ευτυχώς τα ζώα μας, μαθημένα από τις όποιες απαιτήσεις των ιδιοκτητών τους, συνέχιζαν το σταθερό και σίγουρο βήμα τους.
Λίγο πιο κάτω βρίσκαμε τις κουμαριές. Ο θάμνος αυτός σκέπαζε όλη την πλαγιά, ίσα που διακρίνονταν οι πράσινοι καρποί του, οι οποίοι σε έναν μήνα θα κοκκίνιζαν. Στον μεγάλο πόλεμο, τότε που οι κάτοικοι του νησιού γνώρισαν την πείνα, όλοι είχαν γευτεί αυτό το δώρο της φύσης και μας περιέγραφαν με απίστευτη νοσταλγία τη γλυκύτητα των ώριμων καρπών.
  Περάσαμε μία μία τις στεφανές(2) του βουνού, μέχρι που φτάσαμε στην Κυλίστρα, ένα ελάχιστο κομμάτι δρόμου, χωμάτινο δίχως σταθερά πατήματα και τον γκρεμνό να χάσκει από κάτω μας. Όλοι μας σοβαρέψαμε, τα στόματα έκλεισαν, εμπιστευτήκαμε μόνο τα τέσσερα δυνατά πόδια του ζώου μας, τα οποία από ένστικτο ήξεραν πως να μας περάσουν με ασφάλεια. Από κει, πιάσαμε την κατηφόρα, περάσαμε το ρέμα, όπου ακόμα διακρίνονταν τα ερείπια κάποιων παλιών κατοικιών, τις οποίες η θαμνώδης βλάστηση της περιοχής, τα εξαφάνιζε σιγά σιγά. Και μετά από λίγο, ο δρόμος γινόταν πιο ομαλός, μέχρι που φτάσαμε στο στάβλο του Σταυράκη. Αυτός, μαζί με τη γυναίκα και τις κόρες του, έμενε μόνο, για να διαφεντεύει όλους τους γύρω βοσκότοπους. Σε ελάχιστα λεπτά, φτάσαμε στη μοναδική πηγή της περιοχής, το Ητσάλλι, σταματήσαμε ίσα ίσα για να ξεδιψάσουν τα ζώα και να συμπληρώσουμε με νερό τα παγούρια μας.
  Όταν φτάσαμε στην επόμενη στροφή του δρόμου, κάτω αντικρίσαμε το εκκλησάκι της Παναγίας της Γυνατούς, κάτασπρο, με τη μικρή του αυλή. Στη πλαγιά, πιο ψηλά, υπήρχε μια ελιά στην οποία κρεμόταν η καμπάνα και πίσω της η περίφημη “Κούφη”, ένα μονόχωρο κτίσμα στο οποίο μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ, κατάχαμα, κάποιοι από τους λίγους προσκυνητές. Κατεβήκαμε με τα ζώα μας, κατευθυνθήκαμε προς το ρέμα, ξεκαβαλικέψαμε, τα δέσαμε καλά για να μην μας φύγουν, τους δώσαμε το σανό που είχαμε φέρει μαζί, πήραμε τα πράγματα μας, πήραμε μαζί μας και τα σχοινιά για το φόρτωμα μην μας τα κλέψουν και κατευθυνθήκαμε προς το εκκλησάκι.    
  Μπαίνοντας, η ματιά μου σταμάτησε στο υπέρθυρο, όπου μας καλωσόριζε η αλλόκοτη, ανάγλυφη προσωπογραφία της Παναγίας. Ταλαιπωρημένη από τον χρόνο, έμεναν να φαίνονται αδρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της με τη κορώνα στα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της. Ή μήπως δεν ήταν η Παναγία αλλά κάποια πριγκιποπούλα της περιοχής, από εκείνα τα χρόνια τα παλιά, που η περιοχή κατοικούνταν; Βιαστικά ανάψαμε κερί, προσκυνήσαμε την εικόνα και βγήκαμε έξω. Περπατήσαμε την περιοχή για να βρούμε κάποιο μεγάλο σκίνο για να κοιμηθούμε στο εσωτερικό του. Το μαλακό χώμα της ρίζας του, θα ήταν το στρώμα μας για εκείνο το βράδυ. Λίγο, πιο κάτω βρήκαμε ένα που το θεωρήσαμε κατάλληλο. Με ένα κλαδευτήρι κόψαμε κάποια από τα κλαδιά του μέχρι να σχηματιστεί ένα κούφωμα στο εσωτερικό του. Τρία άτομα χωρούσαμε άνετα. Αφού τακτοποιηθήκαμε, επιστρέψαμε στη αυλή της εκκλησίας περιμένοντας τον παπά. Οι παλαιότεροι έλεγαν ιστορίες που θυμούνταν για την περιοχή, για τις καλλιέργειες που κάποιοι έκαναν στις γύρω περιοχές στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Κάποιος θυμήθηκε την περίφημη ιστορία του Καταχανά(3), που εμφανίστηκε αν και νεκρός στα μέρη αυτά, αργά τη νύχτα, προσπαθώντας να πάρει μαζί του στον άλλο κόσμο τον κουμπάρο του. Είπε ψέματα, ότι έπρεπε να τον ακολουθήσει στο χωριό, διότι η γυναίκα του ήταν άρρωστη σοβαρά. Στο δρόμο έκανε ότι ήταν δυνατόν για να τον γκρεμοτσακίσει στις απότομες εκείνες πλαγιές, η αναμμένη δάδα όμως που κρατούσε τον έσωσε.  Όταν έφτασε στο χωριό και έμαθε ότι ο αγαπημένος του κουμπάρος και φίλος είχε θαφτεί από την προηγούμενη ημέρα, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, η οποία τον συντρόφευε σε όλη τη ζωή του μέχρι που πέθανε. Κάποιος άλλος έλεγε για το κατόρθωμα του, να φύγει μέσα στο βαθύ σκοτάδι, με έναν φακό μόνο, να πάει στο κοντινό χωριό, τις Μενεταίς, να αγοράσει ποτό και να γυρίσει για να συνεχιστεί το γλέντι τους. Και κάποιοι άλλοι, προσπαθούσαν να πιάσουν στο τρανζιστοράκι(4) που είχαν, την αναμετάδοση του πρωταθλήματος που άρχιζε εκείνη την ημέρα.
  Εκεί και ο Σταυράκης, θηριώδης, χαμογελαστός, χαρούμενος που εκείνη τη βραδιά χανόταν επιτέλους η ατέλειωτη ησυχία που σκέπαζε όλο το χρόνο την περιοχή. Στις γύρω πλαγιές θα αντιλαλούσαν οι φωνές μας και τα γέλια μας, ο ήχος της λύρας και οι μαντινάδες. Οι κουτάλες ήδη κτυπούσαν στα καζάνια που ετοίμαζαν το φαγητό και το κτύπημα της καμπάνας επιτέλους, θα σήμαινε την ώρα για τον εσπερινό. Ήταν ο οικοδεσπότης μας, ο οποίος όμως διακριτικά χανόταν πίσω απ΄ όλους τους άλλους, τον έφτανε που μας έβλεπε εκεί στη χάρη της χαμένης στη μοναξιά, συντρόφισσας του, της Παναγίας της Γυνατού
 Με το σκοτείνιασμα έφτασε κι ο παπά Κρητσιώτης, ο οποίος περίμενε να πέσει η κάψα της ημέρας για να ξεκινήσει από το χωριό, μιας και πάντα τη διαδρομή την έκανε με τα πόδια. Τότε άναβαν τα λουξ(5), ο χώρος φωτιζόταν σαν να ΄ταν μέρα, εκτός από το εκκλησάκι μέσα, όπου το μόνο φως που επιτρεπόταν ήταν αυτό από τα κεριά και το καντήλι. 
  Ο εσπερινός άρχισε, κάπως ησυχάσαμε, μα όλοι μας βιαζόμασταν να τελειώσει, μιας κι αυτό που μας ένοιαζε περισσότερο ήταν να σερβιριστεί το φαγητό, που μαγειρευόταν στην άκρη της αυλής και το οποίο από ώρα μας έσπαγε τη μύτη. Κατσικάκι κοκκινιστό με πιλάφι. Και μόνο γι αυτό το πιάτο άξιζε ο κόπος να βρεθείς εκεί. Συγχρόνως ακούστηκαν και οι πρώτες δοξαριές και στον τόπο απλώθηκε η γλυκιά μελωδία της λύρας. Νόμιζες ότι το όργανο αυτό ήταν φτιαγμένο ειδικά για κάτι τέτοιες βραδιές. Τα πατήματα στο όργανο ακολουθούσαν τους αιώνες και έφταναν ως εμάς, που παρακολουθούσαμε μην έχοντας την άδεια να σταθούμε δίπλα στους γλεντιστάδες του χωριού. Οι μαντινάδες τους μιλούσαν για όλα όσα απασχολούσαν τους ανθρώπους τότε. Τα μικρά για μας που κρατούσαμε τις αποστάσεις από τις παραδόσεις μα τα πολύ μεγάλα για εκείνους τους απλούς ανθρώπους, που είχαν χορτάσει από όνειρα και βιοπάλη.
  Αργά, μετά τα  μεσάνυχτα, σιγά σιγά όλοι πήγαμε για ύπνο. Στην Κούφη οι μεγαλύτεροι, οι γυναίκες είχαν καταλάβει το εσωτερικό του ναΐσκου και εμείς, οι νεολαίοι προσπαθούσαμε να βολευτούμε στις αυτοσχέδιες καλύβες μας. Με το ένα μάτι ανοιχτό λαγοκοιμόμασταν, τυλιγμένοι μέσα στις κουβέρτες, προσπαθώντας να γλυτώσουμε από την αφόρητη υγρασία της περιοχής και το “πούδιασμα”. Ο ύπνος μας πήρε ελάχιστες ώρες πριν το χάραμα, όταν πια όλοι είχαν ησυχάσει από την ολονύχτια προσπάθεια των πιο τολμηρών, να βρουν κάποιον, που μην αντέχοντας την κούραση της ημέρας τον είχε πάρει ο ύπνος κι έτσι να μπορέσουν να του δέσουν τα πόδια και να τον σύρουν, τρομάζοντας τον στον ύπνο, μέσα σε γέλια από τη μία και βρισίδια από την άλλη.
  Ξυπνήσαμε μην έχοντας προλάβει καλά καλά να ξεκουραστούμε, με τον ήχο της καμπάνας που κτυπούσε ο παπάς για την πρωινή λειτουργία. Σηκωθήκαμε με δυσκολία, μαζέψαμε τα πράγματα μας, πήγαμε να δούμε αν τα "ζωντανά" μας ήταν στη θέση που τα αφήσαμε την προηγούμενη, το φορτώσαμε και το φέραμε πιο κοντά, προς το εκκλησάκι. Μέχρι να τα κάνουμε αυτά, η λειτουργία τελείωνε, ίσα που προλάβαμε το Ευαγγέλιο. Με το “Δι' ευχών των Αγίων” και το μοίρασμα του άρτου, εγκαταλείψαμε το χώρο με τη σιγουριά ότι και του χρόνου θα ήμασταν και πάλι εκεί.
Και πράγματι, ήμουν πιστός στο ετήσιο προσκύνημα στη Γυνατού μέχρι που έφυγα για φοιτητής.
  Εκείνη την τελευταία χρονιά, με ένα καλοκαίρι που το θυμάμαι ακόμα, γεμάτο αγωνία περιμένοντας τα αποτελέσματα εισαγωγής στις σχολές, τα οποία έβγαιναν αργά, μέσα στον Οκτώβριο, έμεινα πίσω, δεν ακολούθησα τη συντροφιά μου. Επίτηδες δεν ακολούθησα για να έχω τη ησυχία μου και να μπορέσω να φωτογραφήσω το τοπίο με το πρωινό φως. Κρατούσα στα χέρια μου, τη φωτογραφική μηχανή του πατέρα μου την οποία είχα οικειοπηθεί από πολύ νωρίς, μια γερμανική Agfa της δεκαετίας του 50 και άφησα το ζώο να με οδηγήσει πίσω στο χωριό, σίγουρος ότι θα έβρισκε τα χθεσινά του χνάρια. Μα δεν έγινε έτσι. Πολύ γρήγορα ξεστράτισε και μέχρι να το καταλάβω, βρέθηκα να περιπλανιέμαι στη δυτική πλευρά του βουνού. Η θάλασσα φαινόταν βαθιά κάτω, εγώ όμως κανονικά, δεν θα έπρεπε να τη βλέπω. Ξεπέζεψα, προσπάθησα να διακρίνω το δρόμο, που με είχε φέρει μέχρις εκεί αλλά ο τόπος ήταν γεμάτος στενούς κατσικόδρομους, που όλοι μου φαίνονταν γνώριμοι. Ακολούθησα κάποιον με έβγαλε σε αδιέξοδο. Έπιασα έναν δεύτερο τίποτα. Έναν τρίτο, και πάλι αδιέξοδο. Σταμάτησα. Παρατήρησα το μέρος όσο καλύτερα μπορούσα. Γρήγορα κατάλαβα ότι ουσιαστικά είχα χαθεί, σίγουρα βρισκόμουν κοντά στο μονοπάτι, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω κάποιο σημάδι που θα με οδηγούσε προς αυτό. Όλη η πλαγιά με τα διάσπαρτα, κυρτωμένα από τον αέρα πεύκα, δίχως κανένα ίχνος ανθρώπινης παρέμβασης μου ήταν τελείως άγνωστη. Στάθηκα, μελετώντας ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση μου, με αγωνία και φόβο μαζί, μέχρι που μια φωνή, γυναικεία φωνή, ακούστηκε για να με κατευθύνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Σε ελάχιστα λεπτά είχα ξαναβρεί το μονοπάτι, το ακολούθησα μέχρι το χωριό, μην τολμώντας να αφήσω την προσοχή μου από το δρόμο που ακολουθούσε ο γάιδαρός μας.
  Δεν ήμασταν πολλοί στην περιοχή, εκείνη την ημέρα. Καμιά από τις λίγες γυναίκες του χωριού, που ήταν εκεί, δεν ήξερε τίποτα. Οι μεγαλύτεροι, με απόλυτη σιγουριά, θεώρησαν ότι η Παναγία έκανε ένα ακόμα από τα θαύματα της. Όσο για μένα, δεν έχω απάντηση. Θα μου άρεσε όμως, να ήταν η Παναγία. Η οποία μας ακολούθησε, ευχαριστημένη που για ένα βράδυ ήμασταν στο σπίτι της, που την θυμηθήκαμε, της κάναμε παρέα, ζωντανέψαμε την περιοχή των προγόνων μας. Μας ακολούθησε λυπημένη που την αφήναμε και πάλι μόνη, στο έρημο βουνό στο οποίο ακόμα και οι κυνηγοί με δυσκολία έφταναν, ως την επόμενη χρονιά. Ή μήπως ήταν εκείνη η πριγκιποπούλα της περιοχής, που με τα μαλλιά ξέπλεκα στους ώμους της, αλλαφροΐσκιωτη από κάποιον χαμένο έρωτα, έτρεχε στις γύρω πλαγιές, μέχρις που με συνάντησε και αποφάσισε να με γλυτώσει από την ταλαιπωρία. 
.........................................................................................................................
Γρήγορα όλα άλλαξαν. Τα μονοπάτια χάθηκαν και έγιναν αυτοκινητόδρομοι. Τι έγκλημα κι αυτό; Στη χάρη της Παναγίας, μαζεύεται πια τόσος κόσμος, που οι επίτροποι της εκκλησίας μεγάλωσαν την αυλή, γκρέμισαν την Κούφη, έφτιαξαν πλατείες για να παρκάρουν τα αυτοκίνητα, έφεραν γεννήτριες για να φωτιστεί ο χώρος, έφεραν και ενισχυτές που σκληραίνουν τον ήχο των οργάνων.
Και η Δημοτική αρχή του νησιού, ανιστόρητη ως συνήθως, λίγα μέτρα πιο πέρα από το προσκύνημα του χωριού μας, τοποθετεί τον σκουπιδότοπο του νησιού. Τον οποίο επιπλέον αφήνει στην μοίρα του, αδιαφορώντας για τα κάθε είδους απορρίμματα, που βρομίζουν όλη την περιοχή.
Πρόοδο το λένε αυτό σήμερα, άλλοι πιο συγκαταβατικοί τα θεωρούν όλα αυτά αναγκαίο κακό, κάποιοι άλλοι πιο ρομαντικοί, όπως του ελλόγου μου, πάντα θα αναρωτιούνται αν ήταν αναγκαία όλα αυτά;
      Κι εγώ; Νοσταλγώ εκείνα τα χρόνια, τυχερή τη γενιά μου, που τα έζησε, χρόνια διαφορετικά... μα εκείνο που κυρίως νοσταλγώ είναι τα νιάτα μας και την ανεμελιά μας. Ωραία χρόνια!

(1) σιδερένιο παλούκι, με ένα κρίκο το οποίο κάρφωναν στη γη για να δέσουν το σχοινί που κρατούσε το ζώο
(2) οι απόκρημνες πλαγιές του βουνού
(3) βρυκόλακας
(4) μικρό ραδιόφωνο της εποχής
(5) ισχυρό φωτιστικό που έκαιγε πετρέλαιο σε πίεση


Κάρπαθος

Χειμώνας

Η συμμετοχή μου στο λογοτεχνικό δρώμενο της Airis με θέμα "Χειμωνιάτικα αποτυπώματα".       Ο Ανδρέας στάθηκε μπροστά στο παράθυρ...